ΑΠΟΦΑΣΗ
M.S.L., TOV κατά Ουκρανίας της 16.10.2025 (προσφ. αριθ. 18049/18)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα εταιρεία, M.S.L., TOV, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Ουκρανία και κύριος φορέας εκμετάλλευσης κρατικών λαχείων. Το 2014 είχε την μεγαλύτερη συνεισφορά στον στρατιωτικό φόρο, ειδική εισφορά που θεσπίστηκε για τη στήριξη των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.
Από το 2014 η Ουκρανία αντιμετώπιζε πρωτοφανείς απειλές κατά της κρατικής της υπόστασης και εδαφικής ακεραιότητας λόγω της κατοχής της Κριμαίας από τη Ρωσική Ομοσπονδία και του ένοπλου αυτονομιστικού κινήματος στις ανατολικές περιοχές. Στο πλαίσιο αυτό, στις 14 Αυγούστου 2014 το Κοινοβούλιο ψήφισε τον Νόμο περί Κυρώσεων, ο οποίος προέβλεπε την επιβολή οικονομικών και άλλων περιοριστικών μέτρων.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2015 το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΣΕΑΑ) εξέδωσε απόφαση για την επιβολή κυρώσεων σε 388 φυσικά πρόσωπα και 105 νομικές οντότητες, συμπεριλαμβανομένης της προσφεύγουσας εταιρείας. Η απόφαση τέθηκε σε ισχύ με Προεδρικό Διάταγμα στις 16 Σεπτεμβρίου 2015. Οι κυρώσεις περιελάμβαναν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, πρόληψη εκροής κεφαλαίων, αναστολή οικονομικών και χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων και άλλους περιορισμούς.
Ως αιτιολογία για την επιβολή κυρώσεων αναφερόταν απλώς η παράθεση του άρθρου 3(1)(1) του Νόμου περί Κυρώσεων, χωρίς καμία εξατομικευμένη αιτιολόγηση ως προς τις συγκεκριμένες ενέργειες που αποδίδονταν στην εταιρεία. Η Υπηρεσία Ασφαλείας (SBU) ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία ελεγχόταν από πολίτες της Ρωσικής Ομοσπονδίας και εμπλεκόταν σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγή και παράνομα τυχερά παίγνια, χωρίς ωστόσο να προσκομισθούν αποδεικτικά στοιχεία.
Η προσφεύγουσα εταιρεία προσέβαλε το Προεδρικό Διάταγμα ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Η διαδικασία διήρκεσε περισσότερα από 6 έτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι ο δικαστικός έλεγχος σε υποθέσεις κυρώσεων είναι περιορισμένος, καθώς το δικαστήριο δεν δύναται να υποκαταστήσει την κρίση του Προέδρου ως προς την ύπαρξη και επάρκεια λόγων επιβολής κυρώσεων. Δεν εξετάστηκε η ουσία των ισχυρισμών της SBU κατά της εταιρείας.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ. Διαπίστωσε ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων συνιστά έλεγχο της χρήσης περιουσίας κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες αποφάσεις δεν περιείχαν εξατομικευμένη αιτιολογία, αναπαράγοντας μηχανικά τις διατάξεις του νόμου χωρίς επεξήγηση του τρόπου εφαρμογής τους στη συγκεκριμένη εταιρεία. Επιπλέον, ο δικαστικός έλεγχος που ασκήθηκε ήταν ανεπαρκής, καθώς δεν εξετάστηκε αν η απόφαση στηριζόταν σε επαρκή πραγματικά στοιχεία ή αν οι ισχυρισμοί κατά της εταιρείας ήταν τεκμηριωμένοι.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου λόγω απουσίας επαρκών δικονομικών εγγυήσεων κατά της αυθαιρεσίας. Διαπίστωσε επίσης παραβίαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, καθώς η προσφεύγουσα δεν διέθετε στην πράξη αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Δεν επιδικάστηκε χρηματική αποζημίωση, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση της παραβίασης αποτελούσε επαρκή ικανοποίηση.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου,
Άρθρο 13
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εμπίπτει στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1, το οποίο επιτρέπει στα Κράτη να ελέγχουν τη χρήση περιουσίας. Η αρχή της νομιμότητας προϋποθέτει ορισμένη ποιότητα των εφαρμοστέων κανόνων: πρέπει να είναι επαρκώς προσβάσιμοι, ακριβείς και προβλέψιμοι στην εφαρμογή τους.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο Νόμος περί Κυρώσεων θεσπίστηκε σε συγκεκριμένο πλαίσιο πρωτοφανών απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας και αποδέχθηκε ότι ήταν αναπόφευκτο οι διατάξεις να διατυπωθούν με ευρείς όρους. Ωστόσο, οι επίμαχες αποφάσεις δεν περιείχαν εξατομικευμένη αιτιολογία, αναπαράγοντας μηχανικά τους λόγους επιβολής κυρώσεων χωρίς επεξήγηση του τρόπου εφαρμογής τους στη συγκεκριμένη εταιρεία.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε ουσιαστική δικαστική αξιολόγηση των αποφάσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο περιορίστηκε στον έλεγχο τήρησης των τυπικών απαιτήσεων του νόμου, χωρίς να εξετάσει την ουσία των ισχυρισμών της SBU. Αρνήθηκε να εξετάσει αν τα ευρήματα παρείχαν γνήσιους και επαρκείς λόγους ώστε οι δραστηριότητες της εταιρείας να θεωρηθούν απειλή για την εθνική ασφάλεια.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, παρά τη διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο ΣΕΑΑ και τον Πρόεδρο σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ο ασκηθείς δικαστικός έλεγχος δεν μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής εγγύηση κατά της αυθαιρεσίας. Η προσφεύγουσα στερήθηκε εύλογης δυνατότητας αποτελεσματικής αμφισβήτησης των μέτρων.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Άρθρο 13
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 13 εγγυάται τη διαθεσιμότητα ενδίκου μέσου σε εθνικό επίπεδο για την επιβολή της ουσίας των δικαιωμάτων της Σύμβασης. Το μέσο πρέπει να είναι αποτελεσματικό τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η επέμβαση δεν συνοδευόταν από επαρκείς δικονομικές εγγυήσεις και ότι η διαδικασία διήρκεσε περισσότερα από έξι έτη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε στην πράξη δυνατότητα αποτελεσματικού ενδίκου μέσου.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ.
Αποζημίωση: Το ΕΔΔΑ δεν επιδίκασε χρηματική αποζημίωση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση της παραβίασης αποτελεί επαρκή δίκαιη ικανοποίηση.
Μειοψηφούσα γνώμη: Ο Δικαστής Serghides διαφώνησε εν μέρει, κρίνοντας ότι το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτοτελώς την καταγγελία υπό το άρθρο 6 § 1 και ότι έπρεπε να επιδικαστεί χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Παρά τη διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο ΣΕΑΑ και τον Πρόεδρο σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και άμυνας, ο δικαστικός έλεγχος που ασκήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής δικονομική εγγύηση κατά της αυθαιρεσίας. Τούτο διότι δεν περιελάμβανε οποιαδήποτε επαλήθευση του αν το Προεδρικό Διάταγμα στηριζόταν σε επαρκώς στέρεη πραγματική βάση ή αν οι ισχυρισμοί κατά της προσφεύγουσας ήταν τεκμηριωμένοι» (παρ. 108).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αφορά την επιβολή εθνικών κυρώσεων σε νομικό πρόσωπο και τις απαιτούμενες δικονομικές εγγυήσεις για τον έλεγχο της νομιμότητάς τους.
Το ΕΔΔΑ διέκρινε την υπόθεση από προηγούμενες αποφάσεις που αφορούσαν κυρώσεις επιβληθείσες κατ’ εφαρμογή αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Στις υποθέσεις Nada κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 12.09.2012 με αριθμ. προσφ. 10593/08 και Al-Dulimi και Montana Management Inc. κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 21.06.2016 με αριθμ. προσφ. 5809/08, το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν και τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούσαν να κρίνουν την ουσία ή σκοπιμότητα των κυρώσεων του ΟΗΕ, όφειλαν να ασκήσουν επαρκή έλεγχο ώστε να διασφαλίσουν ότι η καταχώριση δεν ήταν αυθαίρετη.
Στην παρούσα υπόθεση, το επίμαχο μέτρο ήταν αμιγώς εθνικό, και ως εκ τούτου δεν υπήρχε κανένα στοιχείο στο Σύνταγμα ή στη νομοθεσία που να εμπόδιζε τα ουκρανικά δικαστήρια να εξετάσουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών κατά της εταιρείας.
Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ παρουσιάζει ομοιότητες με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε υποθέσεις περιοριστικών μέτρων. Στην απόφαση Kadi II της 18.07.2013 (C-584/10 P κ.λπ.), το ΔΕΕ έκρινε ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πρέπει να ενημερώνονται επαρκώς για τους λόγους των αποφάσεων που τα αφορούν, ώστε να μπορούν να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους. Η αιτιολογία δεν μπορεί να συνίσταται σε γενική, στερεότυπη διατύπωση.
Ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για τις αρνητικές επιπτώσεις μονομερών καταναγκαστικών μέτρων στην απόλαυση ανθρωπίνων δικαιωμάτων (έκθεση A/HRC/48/59, 2021) παρατήρησε ότι τα Κράτη εμφανίζουν προτίμηση στην επιβολή κυρώσεων αντί της κίνησης ποινικών διαδικασιών, καθώς είναι ευκολότερη και ταχύτερη, ενώ τα κριτήρια απόδειξης είναι σχεδόν ανύπαρκτα.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά σημαντική διότι εγκαθιδρύει ότι ακόμη και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για την εθνική ασφάλεια, τα μέτρα που θίγουν θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να υπόκεινται σε κάποια μορφή αντιμωλίας ενώπιον ανεξάρτητου οργάνου ικανού να επανεξετάσει τους λόγους της απόφασης.
Η απόφαση είναι πρακτικά σημαντική για την Ουκρανία, καθώς υποδεικνύει την ανάγκη μεταρρύθμισης του πλαισίου δικαστικού ελέγχου των κυρώσεων ώστε να διασφαλίζεται ουσιαστικός έλεγχος της νομιμότητας και αναλογικότητας των μέτρων.
Συμπερασματικά, η M.S.L., TOV επιβεβαιώνει ότι ακόμη και σε πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης και απειλών κατά της εδαφικής ακεραιότητας, οι αρχές της νομιμότητας και του κράτους δικαίου απαιτούν τα μέτρα που θίγουν θεμελιώδη δικαιώματα να συνοδεύονται από επαρκείς εγγυήσεις δικαστικού ελέγχου.
