ΑΠΟΦΑΣΗ
C.F. «BV Fiduciar Invest» S.A. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 12.02.2026 (προσφ. αριθ. 45538/13)
Βλ. εδώ
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το ΕΔΔΑ (Πέμπτο Τμήμα) διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, καθώς τα Μολδαβικά δικαστήρια δεν αιτιολόγησαν την απόρριψη του ισχυρισμού της προσφεύγουσας εταιρίας ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν ήταν αρμόδια να εκδικάσουν την υπόθεσή της, η οποία αφορούσε ιδιωτικές συμβατικές σχέσεις μεταξύ μετόχων και καταπιστευματικών εταιριών. Η προσφεύγουσα εταιρία, καταπιστευματικό ταμείο επενδύσεων, είδε να ακυρώνεται η ονομαστική κατοχή 30.570 μετοχών σε ιδιωτική εταιρία μέσω διοικητικής δίκης, χωρίς τα δικαστήρια να απαντήσουν στον ουσιώδη ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, γεγονός που είχε συγκεκριμένες δικονομικές συνέπειες, όπως την αποστέρηση τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — C.F. «BV FIDUCIAR INVEST» S.A. ΚΑΤΑ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ (2026)
Η απόφαση C.F. «BV Fiduciar Invest» S.A. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας αφορά την ακύρωση, μέσω διοικητικής δίκης, της ονομαστικής κατοχής μετοχών που ασκούσε η προσφεύγουσα εταιρία ως καταπιστευματικό ταμείο επενδύσεων (investment trust) για λογαριασμό ιδιωτών μετόχων.
Η προσφεύγουσα εταιρία, με έδρα το Κισινάου, είχε αποκτήσει, κατά τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης κρατικών περιουσιακών στοιχείων κατά τη δεκαετία του 1990, συνολικά 30.570 μετοχές στην εταιρία C. (Cariera de Granit și Pietriș din Soroca), μέσω τριών διαφορετικών συναλλαγών: αγορά 12.288 μετοχών σε δημόσιο πλειστηριασμό (1996), αγορά 17.177 μετοχών από άλλο καταπιστευματικό ταμείο (1997) και ανταλλαγή που απέφερε 1.105 μετοχές (1999). Η προσφεύγουσα ήταν εγγεγραμμένη ως ονομαστική κάτοχος (nominal holder) των μετοχών στο μετοχολόγιο.
Τον Οκτώβριο 2011, η εταιρία C. κίνησε διοικητική δίκη κατά της εταιρίας διαχείρισης μετοχολογίου (R-R), ισχυριζόμενη ότι δεν υπήρχαν στο μετοχολόγιο έγγραφα που να τεκμηρίωναν τη μεταβίβαση μετοχών στην ονομαστική κατοχή της προσφεύγουσας. Με απόφαση της 3ης Απριλίου 2012, το Περιφερειακό Δικαστήριο Bălți ακύρωσε την εγγραφή της ονομαστικής κατοχής και διέταξε την επανεγγραφή των μετοχών στα ονόματα των αρχικών δικαιούχων. Το Εφετείο Bălți απέρριψε την έφεση στις 23 Οκτωβρίου 2012, ενώ η αίτηση αναίρεσης κρίθηκε ανεξέταστη λόγω του τελεσίδικου χαρακτήρα της εφετειακής απόφασης στη διοικητική δίκη.
Το ΕΔΔΑ σε σχηματισμό Επιτροπής τριών δικαστών, αποφάσισε τα εξής: Ως προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη ως ασυμβίβαστη ratione materiae, κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα δεν κατέστη ποτέ κυρία των μετοχών αλλά ασκούσε δικαιώματα κυριότητας αποκλειστικά στο όνομα και προς το συμφέρον των πραγματικών ιδιοκτητών, και συνεπώς δεν απολάμβανε «περιουσία» κατά την αυτόνομη έννοια της Σύμβασης. Ως προς το άρθρο 6 § 1, κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή και διαπίστωσε παραβίαση, κρίνοντας ότι τα εσωτερικά δικαστήρια δεν μπορούσαν, ως ζήτημα δικαιοσύνης (fairness), να σιωπήσουν σχετικά με τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας περί αναρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων, δεδομένων των σημαντικών δικονομικών συνεπειών — διαφορετική κατανομή βάρους απόδειξης, αποστέρηση τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας και αδυναμία αποκατάστασης των περαιτέρω συνεπειών επί των δικαιωμάτων των μερών.
Ως προς τη δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ), το Δικαστήριο επιδίκασε 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 6 § 1
Άρθρο 1 Πρώτου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 1 Πρώτου Πρωτοκόλλου – Απαράδεκτη ratione materiae
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η έννοια της «περιουσίας» κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου έχει αυτόνομη σημασία, η οποία δεν περιορίζεται στην κυριότητα υλικών αγαθών και είναι ανεξάρτητη από τον τυπικό χαρακτηρισμό στο εσωτερικό δίκαιο (Anheuser-Busch Inc. κατά Πορτογαλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 73049/01, § 63, ECHR 2007-I). Ωστόσο, δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν κατέστη ποτέ κυρία των μετοχών, αλλά ασκούσε δικαιώματα κυριότητας στο όνομα και προς το συμφέρον των πραγματικών ιδιοκτητών. Συνεπώς, δεν απολάμβανε «περιουσία» επί των μετοχών. Η προσφυγή κρίθηκε ασυμβίβαστη ratione materiae και απορρίφθηκε δυνάμει του άρθρου 35 §§ 3(α) και 4.
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ – Παραβίαση δικαιώματος σε δίκαιη δίκη
Παραδεκτό: Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, παρότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε «περιουσία», είχε άμεσο συμφέρον στη δίκη: εάν τα δικαστήρια δέχονταν τους ισχυρισμούς της, θα μπορούσε να συνεχίσει να εκπροσωπεί τους πελάτες της στη διαχείριση μετοχών και να αμείβεται για την υπηρεσία αυτή. Η ίδια η εμπλοκή της ως διαδίκου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εξέταση της έφεσής της επί της ουσίας από το εφετείο επιβεβαίωσαν ότι το εσωτερικό δίκαιο αναγνώριζε το δικαίωμα δικαστικής κρίσης (Regner κατά Τσεχίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 35289/11, §§ 99 και 102, 19.09.2017).
Ουσία: Το Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας τις γενικές αρχές περί υποχρέωσης αιτιολόγησης δικαστικών αποφάσεων (Hirvisaari κατά Φινλανδίας, αριθμ. προσφ. 49684/99, § 32, 27.09.2001· Yüksel Yalçınkaya κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 15669/20, § 305, 26.09.2023), επισήμανε ότι η προσφεύγουσα ασκούσε επί 15 περίπου έτη δικαιώματα συνδεόμενα με τη διαχείριση μετοχών. Τα δικαστήρια ακύρωσαν την εγγραφή της εκπροσώπησής της, επηρεάζοντας ιδιωτικές συμβατικές σχέσεις μεταξύ μετόχων και καταπιστευματικών ταμείων, καθώς και συναλλαγές μεταξύ ιδιωτικών εταιριών επί μετοχών ιδιωτικής εταιρίας. Τα ζητήματα αυτά, κρίθηκε, αφορούσαν prima facie ιδιωτικού ή αστικού δικαίου ζητήματα, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας να μην ήταν προδήλως αβάσιμος ή άσχετος.
Το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να αποφανθεί εάν τα διοικητικά δικαστήρια ήταν πράγματι αναρμόδια. Ωστόσο, τόνισε ότι η επιλογή δικαιοδοσίας είχε συγκεκριμένες δικονομικές συνέπειες: η διοικητική δίκη συνεπαγόταν διαφορετική κατανομή βάρους απόδειξης, δεν προέβλεπε τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας (γεγονός που οδήγησε στη μη εξέταση της αναίρεσης) και επέτρεπε την ακύρωση διοικητικών πράξεων χωρίς ρύθμιση των περαιτέρω συνεπειών στα δικαιώματα των μερών. Ως αποτέλεσμα, η προσφεύγουσα απώλεσε τη διαχείριση 18.282 μετοχών χωρίς να ανακτήσει τα περιουσιακά στοιχεία που είχε μεταβιβάσει στα ταμεία E-I και RDF.
Υπό αυτές τις δικονομικές συνέπειες, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εσωτερικά δικαστήρια δεν μπορούσαν, ως ζήτημα δικαιοσύνης (fairness), να σιωπήσουν ενώπιον του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας. Η παράλειψη αιτιολόγησης συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ): Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης για υλική ζημία (2.768.592 MDL) λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας. Επιδίκασε 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη και 272 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Υπό το φως των ανωτέρω συνεπειών για τα δικονομικά δικαιώματα της προσφεύγουσας εταιρίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εσωτερικά δικαστήρια δεν μπορούσαν, ως ζήτημα δικαιοσύνης, να σιωπήσουν σχετικά με τον ισχυρισμό της περί αναρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων. Συνεπώς, διαπιστώνει ότι η παράλειψη αιτιολόγησης ως προς αυτό το ζήτημα συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης» (παρ. 26).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ C.F. «BV FIDUCIAR INVEST» S.A. ΚΑΤΑ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ
Η απόφαση παρουσιάζει αξιοσημείωτα στοιχεία στη νομολογία του ΕΔΔΑ:
Διάκριση μεταξύ «περιουσίας» και «αστικού δικαιώματος» εντός της ίδιας υπόθεσης: Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου λόγω έλλειψης «περιουσίας», αλλά παράλληλα αναγνώρισε ότι η προσφεύγουσα διέθετε «αστικό δικαίωμα» επαρκές για την εφαρμογή του άρθρου 6 § 1, βασιζόμενο στο οικονομικό συμφέρον της συνέχισης παροχής υπηρεσιών διαχείρισης.
Υποχρέωση αιτιολόγησης με αυξημένες δικονομικές συνέπειες: Η απόφαση ενισχύει τη νομολογία σχετικά με την υποχρέωση αιτιολόγησης, συνδέοντάς την ρητά με τις συγκεκριμένες δικονομικές συνέπειες της επιλογής δικαιοδοσίας – διαφορετικό βάρος απόδειξης, αποστέρηση τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας, αδυναμία αποκατάστασης περαιτέρω συνεπειών.
Σύνδεση αρμοδιότητας δικαστηρίων με δίκαιη δίκη χωρίς κρίση επί της αρμοδιότητας: Αξιοσημείωτα, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε εάν τα διοικητικά δικαστήρια ήταν πράγματι αναρμόδια, αλλά έκρινε ότι η σιωπή επί ενός μη προδήλως αβάσιμου ισχυρισμού αρμοδιότητας, με τόσο σημαντικές δικονομικές συνέπειες, παραβιάζει από μόνη της τις εγγυήσεις δίκαιης δίκης.
ΣΧΟΛΙΟ – ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ C.F. «BV FIDUCIAR INVEST» S.A. ΚΑΤΑ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ
Η απόφαση εντάσσεται στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την υποχρέωση αιτιολόγησης δικαστικών αποφάσεων, αλλά αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζει η ορθή κατανομή δικαιοδοσίας στη διασφάλιση της δίκαιης δίκης.
Συνέχεια της νομολογίας Hirvisaari και Yüksel Yalçınkaya: Η απόφαση εφαρμόζει τις αρχές που διαμορφώθηκαν στην Hirvisaari κατά Φινλανδίας (2001) και επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα στην Yüksel Yalçınkaya κατά Τουρκίας (2023), σύμφωνα με τις οποίες τα δικαστήρια δεν υποχρεούνται να απαντήσουν σε κάθε επιχείρημα, αλλά οφείλουν να αντιμετωπίσουν τα ουσιώδη ζητήματα που επηρεάζουν τη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση, ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας αναγνωρίστηκε ως τέτοιο ουσιώδες ζήτημα.
Ιδιαίτερο πλαίσιο μεταβατικής οικονομίας: Η υπόθεση αντικατοπτρίζει τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα δικαστικά συστήματα σε μεταβατικές οικονομίες, όπου η ιδιωτικοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων γέννησε σύνθετες νομικές σχέσεις μεταξύ δημοσίου, διοικητικού και αστικού δικαίου. Η σύμπλεξη αυτή καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την υποχρέωση αιτιολόγησης επί ζητημάτων αρμοδιότητας.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) σχετικά με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ), τονίζει ότι το δικαίωμα σε αιτιολογημένη δικαστική απόφαση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δίκαιης δίκης. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Apitz Barbera κ.ά. («Πρώτο Δικαστήριο Διοικητικών Διαφορών») κατά Βενεζουέλας της 05.08.2008 (Σειρά C αριθ. 182), έκρινε ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης αποτελεί εγγύηση κατά της αυθαιρεσίας, καθώς υποχρεώνει τα δικαστήρια να εξετάσουν τα επιχειρήματα των διαδίκων και να αποφύγουν μονομερείς αποφάσεις. Η προσέγγιση αυτή συγκλίνει πλήρως με τη νομολογία του ΕΔΔΑ στην παρούσα υπόθεση.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
Η απόφαση είναι δογματικά ορθή και εντάσσεται αρμονικά στην πάγια νομολογία περί αιτιολόγησης. Ωστόσο, εγείρονται ορισμένα ερωτήματα.
Η αποφυγή κρίσης επί της αρμοδιότητας: Η επιλογή του Δικαστηρίου να μην αποφανθεί επί του ζητήματος αρμοδιότητας (παρ. 24) είναι σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας, αλλά αφήνει αναπάντητο ένα ουσιαστικό ερώτημα. Εάν η εκδίκαση ιδιωτικών συμβατικών διαφορών από διοικητικά δικαστήρια μπορεί αυτή καθαυτή να θίξει τις εγγυήσεις δίκαιης δίκης. Μια πληρέστερη κρίση θα παρείχε σαφέστερη καθοδήγηση στα κράτη-μέλη.
Η σύνδεση αρμοδιότητας με δικονομικές εγγυήσεις: Η ανάδειξη από το Δικαστήριο των συγκεκριμένων δικονομικών συνεπειών (βάρος απόδειξης, απουσία τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας, αδυναμία ρύθμισης συνεπειών) αποτελεί σημαντική συμβολή, καθώς τεκμηριώνει ότι η αρμοδιότητα δεν είναι απλό τυπικό ζήτημα αλλά θεμελιώδης εγγύηση δικαιοσύνης.
Οι ευρύτερες συνέπειες για κράτη-μέλη με δυαδικά δικαιοδοτικά συστήματα: Η απόφαση στέλνει σαφές μήνυμα στα κράτη-μέλη που διαθέτουν χωριστά διοικητικά και πολιτικά δικαστήρια: η σιωπή επί ισχυρισμών αρμοδιότητας, ιδίως όταν η επιλογή δικαιοδοσίας συνεπάγεται σημαντικές δικονομικές συνέπειες, δεν είναι συμβατή με το άρθρο 6 § 1.
Συμπέρασμα: Η απόφαση C.F. «BV Fiduciar Invest» S.A. κατά Μολδαβίας επιβεβαιώνει ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης δεν αποτελεί τυπική απαίτηση, αλλά ουσιαστική εγγύηση δίκαιης δίκης, η οποία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν η σιωπή του δικαστηρίου έχει χειροπιαστές δικονομικές συνέπειες για τον διάδικο – απώλεια βαθμού δικαιοδοσίας, αλλοίωση του βάρους απόδειξης και αδυναμία αποκατάστασης περιουσιακών δικαιωμάτων.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Anheuser-Busch Inc. v. Portugal [GC], 11.01.2007, Application no. 73049/01 • Regner v. the Czech Republic [GC], 19.09.2017, Application no. 35289/11 • Yüksel Yalçınkaya v. Türkiye [GC], 26.09.2023, Application no. 15669/20 • Hirvisaari v. Finland, 27.09.2001, Application no. 49684/99
