ΑΠΟΦΑΣΗ
Repeşco και Repeşcu κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 03.10.2023 (προσφ. αριθ. 39272/15)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ σε υπόθεση δύο αδελφών που καταδικάστηκαν για φόνο και ληστεία με επιβαρυντικές περιστάσεις στη Μολδαβία, με βάση ομολογίες που φέρεται να αποσπάστηκαν μέσω κακομεταχείρισης κατά την αστυνομική κράτηση. Παρά τη μονομερή δήλωση της Κυβέρνησης σε προηγούμενη υπόθεση ενώπιον του ΕΔΔΑ, με την οποία αναγνωρίστηκε παραβίαση του άρθρου 3, το Ανώτατο Δικαστήριο της Μολδαβίας απέρριψε το αίτημα επανάληψης διαδοσίας κατόπιν απόφασης του ΕΔΔΑ, χωρίς να εξετάσει κατά τρόπο ενδελεχή και πλήρη τους αξιόπιστους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ότι οι καταθέσεις τους, που χρησιμοποιήθηκαν ως ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, είχαν αποκτηθεί με μέσα αντίθετα προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — REPEŞCO ΚΑΙ REPEŞCU ΚΑΤΑ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ
Η υπόθεση αφορά τους Adrian Repeşcu (γεν. 1979) και Constantin Repeşco (γεν. 1987), δύο αδελφούς που κατοικούν στο Κισινάου. Τον Αύγουστο 2007 ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον τους για φόνο και ληστεία με επιβαρυντικές περιστάσεις. Κατά τη δίκη τους, ισχυρίστηκαν ότι οι καταθέσεις τους είχαν αποσπαστεί υπό βασανιστήρια. Ο δεύτερος προσφεύγων προσκόμισε ιατρικά έγγραφα που κατέδειξαν κάταγμα κρανίου, τραυματισμούς στα γόνατα και βλάβες στα τύμπανα που προκάλεσαν κώφωση.
Με απόφαση της 21ης Μαΐου 2013, το Εφετείο Κισινάου καταδίκασε τον πρώτο προσφεύγοντα σε 14 έτη κάθειρξης και τον δεύτερο σε 7 έτη, βασίζοντας την ενοχή τους στις καταθέσεις τους κατά την ποινική προανάκριση. Απέρριψε τους ισχυρισμούς περί κακομεταχείρισης με το σκεπτικό ότι οι καταθέσεις είχαν δοθεί παρουσία συνηγόρων και ότι η ποινική έρευνα για τους ισχυρισμούς κακομεταχείρισης είχε τεθεί αμετάκλητα στο αρχείο. Με απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2014, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη.
Εν τω μεταξύ, οι προσφεύγοντες είχαν ασκήσει προσφυγή στο ΕΔΔΑ για παραβίαση του άρθρου 3. Η Κυβέρνηση υπέβαλε μονομερή δήλωση αναγνωρίζοντας ότι οι προσφεύγοντες υπέστησαν κακομεταχείριση κατά την αστυνομική κράτηση, ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη και αναποτελεσματική έρευνα. Οι προσφεύγοντες αποδέχθηκαν τη δήλωση και το ΕΔΔΑ διέγραψε την υπόθεση από το πινάκιο (Adrian Repeşcu και Constantin Repeşco κατά Μολδαβίας (απόφ.) [επιτροπή], αριθ. 64785/11, 24.11.2014).
Βάσει αυτής της απόφασης, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στις 10 Φεβρουαρίου 2015. Με απόφαση της 26 Μαΐου 2015, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη, σημειώνοντας ότι στην απόφαση του ΕΔΔΑ δεν χρησιμοποιήθηκε ο όρος «βασανιστήρια» και ότι δεν διαπιστώθηκε ότι η καταδίκη στηρίχθηκε σε αποδεικτικά στοιχεία αποκτηθέντα μέσω βασανιστηρίων.
Το Δικαστήριο (Δεύτερο Τμήμα) διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέτασε κατά τρόπο διεξοδικό και πλήρη τους αξιόπιστους ισχυρισμούς των προσφευγόντων και ότι δεν παρασχέθηκε στους προσφεύγοντες αποτελεσματική δυνατότητα αμφισβήτησης του παραδεκτού των καταθέσεων και της αντίθεσής τους στη χρήση τους. Επιδίκασε 3.600 ευρώ σε καθέναν εξ αυτών ως ηθική βλάβη και 2.500 ευρώ από κοινού για δικαστικά έξοδα.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 6 § 1
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ – Παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη
Παραδεκτό
Το Δικαστήριο εξέτασε κατ’ αρχάς αυτεπαγγέλτως την εφαρμοσιμότητα του άρθρου 6 § 1 στη διαδικασία της επανάληψης διαδικασίας. Παρέπεμψε στις γενικές αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση Moreira Ferreira κατά Πορτογαλίας (αριθ. 2) της 11.07.2017 [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 19867/12 §§ 61-65. Υπενθύμισε ότι η εξέταση ένδικου μέσου που οδηγεί εθνικό δικαστήριο να αντιπαραβάλει αμετάκλητη καταδίκη με τις διαπιστώσεις παραβίασης της ΕΣΔΑ από το Δικαστήριο, είναι ικανή να καθορίσει το βάσιμο της ποινικής κατηγορίας (Serrano Contreras κατά Ισπανίας (αριθ. 2) της 26.10.2021, αριθμ. προσφ. 2236/19, §§ 27-28). Διαπίστωσε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε πράγματι τη μονομερή δήλωση και τον φιλικό διακανονισμό, και αξιολόγησε εκ νέου το βάσιμο της ποινικής κατηγορίας. Έκρινε την προσφυγή παραδεκτή.
Επί της ουσίας
Το Δικαστήριο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία η χρήση σε ποινική διαδικασία καταθέσεων που ελήφθησαν κατά παράβαση του άρθρου 3 στερεί αυτόματα τη δίκη από το δίκαιο χαρακτήρα στο σύνολό της, ακόμη κι αν η αποδοχή τους δεν ήταν αποφασιστική για την καταδίκη (Gäfgen κατά Γερμανίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 22978/05, § 173, Dursun Aliyev κατά Αζερμπαϊτζάν, αριθμ. προσφ. 20216/14, § 120, 27.04.2023).
Υπενθύμισε επίσης ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει, όταν ο προσφεύγων προσκομίζει εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία κακομεταχείρισης, να αναλύσει την ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων και τις συνθήκες συλλογής τους (Mehmet Duman κατά Τουρκίας, αριθμ. προσφ. 38740/09, § 42, 23.10.2018, Bokhonko κατά Γεωργίας, αριθμ. προσφ. 6739/11, § 96, 22.10.2020). Ο ρόλος των δικαστών ουσίας συνίσταται στη διενέργεια πλήρους, ανεξάρτητης και λεπτομερούς ανάλυσης του παραδεκτού και της αξιοπιστίας (Belugin κατά Ρωσίας, αριθμ. προσφ. 2991/06, § 74, 26.11.2019· Sassi και Benchellali κατά Γαλλίας, αριθμ. προσφ. 10917/15 και 10941/15, § 93, 25.11.2021).
Το Δικαστήριο τόνισε ότι, στο πνεύμα επιμερισμένης ευθύνης κρατών και Δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες δικαιούνται να αναμένουν από τις εθνικές αρχές να αντλήσουν με καλή πίστη τις συνέπειες μονομερούς δήλωσης που αναγνωρίζει παραβίαση του άρθρου 3 (Boutaffala κατά Βελγίου, αριθμ. προσφ. 20762/19, §§ 51-52, 28.06.2022).
Κατά την εξέταση της υπόθεσης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η Κυβέρνηση αναγνώρισε στη μονομερή δήλωσή της ότι οι προσφεύγοντες υπέστησαν κακομεταχείριση υπό αστυνομικό έλεγχο, ότι αυτή έλαβε χώρα κατά την ποινική προανάκριση, και ότι οι καταθέσεις τους χρησιμοποιήθηκαν ως ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, πράγμα αναμφισβήτητο μεταξύ των μερών. Επιπλέον, η Κυβέρνηση δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι ο προφανής σκοπός της κακομεταχείρισης ήταν η απόσπαση ομολογιών. Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ρητά αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ συγκεκριμένων πράξεων κακομεταχείρισης και συγκεκριμένων δηλώσεων, πλην όμως έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο όφειλε να εξετάσει το ζήτημα αυτό με αυστηρότητα.
Έκρινε ότι οι προσφεύγοντες προέβαλαν πειστικά επιχειρήματα στη διαδικασία αναθεώρησης, στηριζόμενοι στον φιλικό διακανονισμό, υπέρ της θέσης τους ότι οι καταθέσεις τους αποκτήθηκαν μέσω κακομεταχείρισης. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο επέδειξε υπερβολικό φορμαλισμό και δεν αντλήθηκαν οι κατάλληλες συνέπειες από τη μονομερή δήλωση. Ενώ όφειλε να διενεργήσει αυστηρή ανάλυση αξιοπιστίας των καταθέσεων και των συνθηκών λήψης τους, ή εναλλακτικά να αναπέμψει την υπόθεση σε κατώτερο δικαστήριο, παρέλειψε να πράξει τούτο.
Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό ότι οι καταθέσεις δεν αποτελούσαν τα μοναδικά αποφασιστικά αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η χρήση αποδεικτικών στοιχείων φερομένων ως αποκτηθέντων μέσω κακομεταχείρισης εγείρει πάντοτε σοβαρά ζητήματα δικαιότητας, ακόμη κι αν δεν ήταν αποφασιστικά για την καταδίκη (Örs κ.ά. κατά Τουρκίας, αριθμ. προσφ. 46213/99, § 60, 20.06.2006· Abdulkadyrov και Dakhtayev κατά Ρωσίας, αριθμ. προσφ. 35061/04, §§ 79-80, 10.07.2018).
Παραβίαση (ομόφωνα).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να συμπεράνει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέτασε κατά τρόπο αυστηρό και πλήρη τους αξιόπιστους ισχυρισμούς των προσφευγόντων σύμφωνα με τους οποίους οι καταθέσεις τους, χρησιμοποιηθείσες ως ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, είχαν αποκτηθεί με μέσα αντίθετα προς το άρθρο 3 της Σύμβασης. Δεν πείθεται επίσης ότι οι προσφεύγοντες είχαν αποτελεσματική δυνατότητα αμφισβήτησης του παραδεκτού αυτών των καταθέσεων και αντίταξης στη χρήση τους» (παρ. 32).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ REPEŞCO ΚΑΙ REPEŞCU ΚΑΤΑ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ
Εφαρμογή της αρχής της δίκαιης δίκης στη διαδικασία αναθεώρησης μετά από φιλικό διακανονισμό: Η απόφαση διευκρινίζει ότι οι εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1 εφαρμόζονται πλήρως σε διαδικασίες αναθεώρησης ποινικής καταδίκης που κινούνται μετά από σιωπηρό φιλικό διακανονισμό ενώπιον του ΕΔΔΑ — και όχι μόνο μετά από απόφαση επί της ουσίας. Τούτο διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της νομολογίας Moreira Ferreira (αριθ. 2), επιβεβαιώνοντας ότι κριτήριο αποτελεί η ουσιαστική επανεξέταση του «βάσιμου της κατηγορίας» από το εθνικό δικαστήριο και όχι ο τυπικός χαρακτηρισμός της διαδικασίας.
Υποχρέωση καλόπιστης εφαρμογής μονομερούς δήλωσης από τα εθνικά δικαστήρια: Η απόφαση καθιερώνει ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αντλούν λυσιτελώς τις συνέπειες μονομερούς δήλωσης που αναγνώριζε παραβίαση του άρθρου 3, στο πλαίσιο της αρχής επιμερισμένης ευθύνης μεταξύ κρατών και Δικαστηρίου.
Κατάργηση της σημασίας του «αποφασιστικού» χαρακτήρα του αποδεικτικού στοιχείου: Η απόφαση επιβεβαιώνει με σαφήνεια ότι η χρήση αποδεικτικών στοιχείων ληφθέντων κατά παράβαση του άρθρου 3 στερεί αυτόματα τη δίκη από δικαιότητα, ανεξάρτητα εάν αυτά ήταν αποφασιστικά για την καταδίκη, επαναλαμβάνοντας ρητά την αρχή της Gäfgen σε μεταγενέστερο στάδιο (επανάληψη διαδικασίας) και όχι μόνο στην αρχική κύρια διαδικασία.
ΣΧΟΛΙΟ — ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ REPEŞCO ΚΑΙ REPEŞCU ΚΑΤΑ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ
Η απόφαση αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τη σχέση μεταξύ φιλικού διακανονισμού/μονομερούς δήλωσης και των συνεπειών τους στην ποινική διαδικασία.
Ο υπερβολικός φορμαλισμός ως παραβίαση: Το Δικαστήριο καταδίκασε ρητά τον υπερβολικό φορμαλισμό του Ανώτατου Δικαστηρίου που εστίασε στην απουσία του όρου «βασανιστήρια» από την απόφαση του ΕΔΔΑ, αντί να εξετάσει ουσιαστικά τις συνέπειες της αναγνωρισμένης κακομεταχείρισης στο δίκαιο χαρακτήρα της δίκης. Η προσέγγιση αυτή υπονομεύει τον σκοπό του μηχανισμού αναθεώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 464/1 του ΚΠΔ της Μολδαβίας.
Η υποχρέωση ανάλυσης αξιοπιστίας ακόμη και σε διαδικασία επανάληψης της διαδικασίας: Η απόφαση αποσαφηνίζει ότι η υποχρέωση πλήρους, ανεξάρτητης και λεπτομερούς ανάλυσης της αξιοπιστίας αποδεικτικών στοιχείων βαρύνει τα εθνικά δικαστήρια ακόμη και στο στάδιο της αναθεώρησης, εφόσον αυτή αφορά εκ νέου το βάσιμο ποινικής κατηγορίας.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) για το δικαίωμα ισότητας ενώπιον των δικαστηρίων (άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ), τονίζει ότι ομολογίες αποκτηθείσες μέσω βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης δεν μπορούν ποτέ να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία, εκτός κατά του βασανιστή. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Cabrera García και Montiel Flores κατά Μεξικού της 26.11.2010 (Σειρά C αριθ. 220), έχει κρίνει ότι η αποδοχή ομολογιών αποκτηθεισών μέσω βασανιστηρίων παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, αναδεικνύοντας, όπως και το ΕΔΔΑ, τον απολύτως απαγορευτικό χαρακτήρα του άρθρου 3 και την αντανακλαστική του επίδραση στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση εγείρει σημαντικά ζητήματα:
Η πρακτική αποτελεσματικότητα της αναθεώρησης: Ενώ η νομολογία καθιερώνει ότι τα κράτη οφείλουν να προβλέπουν μηχανισμούς αναθεώρησης μετά από διαπίστωση παραβίασης, η παρούσα υπόθεση αναδεικνύει ότι ο φορμαλισμός στην ερμηνεία μονομερών δηλώσεων μπορεί να καταστήσει τέτοιους μηχανισμούς ατελέσφορους. Η απαίτηση «αυστηρής ή ενδελεχούς ανάλυσης» χωρίς σαφή κριτήρια εφαρμογής αφήνει ευρύ περιθώριο στα εθνικά δικαστήρια.
Η νομική φύση της μονομερούς δήλωσης και οι αποδεικτικές της συνέπειες: Η απόφαση δεν αποσαφηνίζει πλήρως εάν η μονομερή δήλωση κυβέρνησης αναγνωρίζουσα κακομεταχείριση κατά το άρθρο 3 δημιουργεί τεκμήριο ακαταλληλότητας των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν στο ίδιο χρονικό πλαίσιο ή αν απλώς αυξάνει το βάρος ελέγχου. Από το σκεπτικό (ιδίως §§ 28-32) συνάγεται ότι δεν θεσπίζεται αυτοτελές δικονομικό τεκμήριο αποκλεισμού, αλλά ενισχυμένη υποχρέωση αιτιολογημένης δικαστικής στάθμισης.
Συμπέρασμα: Η απόφαση Repeşco και Repeşcu κατά Μολδαβίας ενισχύει τη νομολογιακή προστασία κατά της χρήσης αποδεικτικών στοιχείων αποκτηθέντων μέσω κακομεταχείρισης, καθιστώντας σαφές ότι ο υπερβολικός φορμαλισμός στην εφαρμογή μονομερών δηλώσεων δεν συμβιβάζεται με τις εγγυήσεις του άρθρου 6 § 1, και ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αντλούν ουσιαστικές συνέπειες από τέτοιες δηλώσεις, ιδίως όταν πρόκειται για παραβιάσεις του άρθρου 3, το οποίο κατοχυρώνει μία από τις θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Gäfgen v. Germany [GC], 01.06.2010, Application no. 22978/05 • Moreira Ferreira v. Portugal (No. 2) [GC], 11.07.2017, Application no. 19867/12 • Boutaffala v. Belgium, 28.06.2022, Application no. 20762/19 • Serrano Contreras v. Spain (No. 2), 26.10.2021, Application no. 2236/19 • Dursun Aliyev v. Azerbaijan, 27.04.2023, Application no. 20216/14 • Mehmet Duman v. Turkey, 23.10.2018, Application no. 38740/09 • Bokhonko v. Georgia, 22.10.2020, Application no. 6739/11 • Belugin v. Russia, 26.11.2019, Application no. 2991/06 • Sassi and Benchellali v. France, 25.11.2021, Application nos. 10917/15 and 10941/15 • Örs and Others v. Turkey, 20.06.2006, Application no. 46213/99 • Abdulkadyrov and Dakhtayev v. Russia, 10.07.2018, Application no. 35061/04 • Cēsnieks v. Latvia, 11.02.2014, Application no. 9278/06 • Moïsseïev v. Russia, 09.10.2008, Application no. 62936/00
