Η ρύθμιση της παρ. 2 άρθρ. 1536 ΑΚ, που προστέθηκε με το άρθρ. 109 ν. 5264/2025
Ερμηνευτική προσέγγιση
Δημήτριος Κράνης, Αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ.
1. Με το άρθρ. 17 του ν. 1329/1983 εισήχθη νέα ρύθμιση στο άρθρ. 1536 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, «αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δυο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους έχει αφαιρεθεί». Η ρύθμιση παρακάμπτει τη σταθερότητα των δικαστικών αποφάσεων, που απορρέει από το δεδικασμένο (άρθρ. 321, 322, 324 ΚΠολΔ), παρέχοντας τη δυνατότητα προσαρμογής τους στις νέες συνθήκες για χάρη του συμφέροντος του παιδιού, που αποτελεί και το μόνο κριτήριο αξιολόγησης της ύπαρξης κρίσιμης μεταβολής των συνθηκών. Οι νέες συνθήκες μπορεί να αφορούν το πρόσωπο του παιδιού, των γονέων του ή γενικά του κοινωνικού περιβάλλοντός του και πρέπει πάντως να επήλθαν μετά την τελεσιδικία της απόφασης (ΕφΑθ 10059/2005, ΕλλΔνη 2017.1121· ΕφΔωδ 55/2021· ΜονΠρΠειρ 3381/2014· ΜονΠρΣερ 22/2018· ΜονΠρΛαρ 424/2019· ΜονΠρΠατρ 187/2021· ΜονΠρΘεσ 10975/2022· ΜονΠρΑθ 1539/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή η σχετική με τη γονική μέριμνα ανακαλούμενη ή μεταρρυθμιζόμενη απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη (ΜονΠρΘεσ 45731/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή κατά περίπτωση ανέκκλητη, όπως άλλωστε απαιτείται και για τη μεταρρύθμιση απόφασης για περιοδικές παροχές λόγω μεταβολής των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκε η έκδοσή της (ΚΠολΔ 334).
2. Αρμόδιο δικαστήριο για την προσαρμογή της απόφασης που αφορά τη γονική μέριμνα στις νέες συνθήκες, είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την αρχική απόφαση, δηλαδή το μονομελές πρωτοδικείο (ΚΠολΔ 17 αριθ. 2), που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (ΚΠολΔ 592 αριθ. 3). Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο ακόμη και αν η απόφαση της οποίας ζητείται η ανάκληση ή αναλόγως η μεταρρύθμιση εκδόθηκε από το εφετείο, το οποίο εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή λόγου έφεσης κράτησε την υπόθεση και την δίκασε στην ουσία (ΕφΘεσ 276/2000, Αρμ 2000.1385· 1560/2003, Αρμ 2003.1273· ΕφΛαρ 605/2008· ΜονΠρΚιλκ 107/2022· ΜονΠρΘεσ 10975/2022· ΜονΠρΑθ 1539/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
3. Η ρυθμιστική της γονικής μέριμνας απόφαση, είτε αρχική είτε ανακλητική ή μεταρρυθμιστική της αρχικής απόφασης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα (ΜονΠρΑλεξ 23/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και άρα αναπτύσσει την ενέργεια της, αφότου περιβληθεί με ισχύ δεδικασμένου. Κατ’ αυτήν την έννοια η απόφαση στερείται εκτελεστότητας, εκτός αν περιέχει καταψηφιστικές διατάξεις. Δηλαδή δεν αρκεί να ρυθμίζεται η γονική μέριμνα και ιδίως η επιμέλεια του τέκνου ή το δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό, αλλά πρέπει να διατάσσεται παράλληλα η παράδοση ή η απόδοσή του, η ανοχή του τρόπου επικοινωνίας ή η παράλειψη αντίθετων ενεργειών (ΜονΠρΘεσ 8337/2016, Αρμ 2018.1862· 3926/2018, ΕλλΔνη 2019.529· ΜονΠρΑθ 4809/2017, ΝοΒ 2017.1835· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης) ΕρμΚΠολΔ 20202, άρθρ. 735 αριθ. 11). Η παράδοση ή απόδοση του τέκνου δεν προϋποθέτει πλέον, μετά την αντικατάσταση του άρθρ. 613 ΚΠολΔ με το άρθρο 1 άρθρου τέταρτου του ν. 4335/2015, σχετικό αίτημα, αλλά διατάσσεται αυτεπαγγέλτως με την απόφαση που ρυθμίζει την επιμέλειά του.
4. Ήδη η παραπάνω ρύθμιση αποτελεί την παρ. 1 του άρθρ. 1536 ΑΚ, αφού σ’ αυτό προστέθηκε με το άρθρ. 109 του ν. 5264/2025 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία «μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο ή του εισαγγελέα, και κατά οριστικής αποφάσεως που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση. Η ισχύς της ως άνω απόφασης ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου».
5. Αρχικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διατύπωση της διάταξης είναι κακότεχνη σε αρκετά σημεία και ειδικότερα ορίζεται σ’ αυτή ότι «μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,…και κατά οριστικής αποφάσεως». Πρόκειται για πλεοναστική αναφορά της λέξης απόφαση, ενώ αδόκιμη είναι η έκφραση «η ισχύς της απόφασης ισχύει…». Απλούστερη θα ήταν έτσι η διατύπωση «μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται και για οριστική απόφαση που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση, στις περιπτώσεις αποκλειστικά που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου. Η μεταρρύθμιση αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ύστερα από αίτηση του ασκήσαντος (όχι του ασκούντος) το ένδικο μέσο ή του εισαγγελέα και η ισχύς της απόφασης διατηρείται (ή η απόφαση ισχύει) μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ένδικου μέσου».
6. Προϋπόθεση για τη μεταρρύθμιση (προφανώς και για την όλη ανάκληση) της αρχικής απόφασης είναι κατά τη νέα ρύθμιση η άσκηση έφεσης κατ’ αυτής. Συνεπώς η ρύθμιση δεν καλύπτει την περίπτωση που παραλειφθεί η άσκηση έφεσης και η απόφαση καταστεί έτσι ανέκκλητη (ΚΠολΔ 518), ούτε αρκεί σε περίπτωση ερήμην οριστικής απόφασης η άσκηση κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας. Η άσκηση κατά της εφετειακής απόφασης αίτησης αναίρεσης δεν διατηρεί σε ισχύ την μεταρρυθμιστική απόφαση, αφού διαφορετική άποψη θα ήταν αντίθετη προς το σαφές γράμμα της ρύθμισης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά πρωτόδικης απόφασης, αν δεν ασκηθεί κατ’ αυτής έφεση. Με διασταλτική ερμηνεία της νέας διάταξης, που δικαιολογείται από την ταυτότητα του νομικού λόγου, μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι επιτρεπτή η έκδοση μεταρρυθμιστικής απόφασης με ισχύ μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης.
7. Η εξαφάνιση της εφετειακής απόφασης κατά παραδοχή αίτησης αναίρεσης αναβιώνει την εκκρεμοδικία της έφεσης στην έκταση που αναιρείται η απόφαση και στην ίδια έκταση συζητείται εκ νέου η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΚΠολΔ 579§1, 581§2· ΑΠ 1717/2002, ΝοΒ 2003.1223· 251/2016· 1150/2017· 758/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αναβίωση της εκκρεμοδικίας της έφεσης δεν οδηγεί, ωστόσο, σε αναβίωση και της μεταρρυθμιστικής απόφασης, αλλά σε ισχύ επανέρχεται μόνον η πρωτόδικη οριστική απόφαση (ΑΠ 1251/2002, ΕλλΔνη 2003.125). Συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις για έκδοση νέας μεταρρυθμιστικής απόφασης.
8. Την μεταρρύθμιση της αρχικής για την επιμέλεια και την επικοινωνία οριστικής απόφασης μπορεί να ζητήσει τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος, αρκεί να άσκησαν κατ’ αυτής έφεση. Η εκτέλεση της οριστικής απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της (βλ. και ΜονΠρΑλεξ 652/2016, Αρμ 2017.54), δεν εμποδίζει ακολούθως την μεταρρύθμισή της, ενώ η απόρριψη της αίτησης μεταρρύθμισης δικαιολογεί νέα αίτηση, εφόσον στη συνέχεια μεταβληθούν οι σχετικές με το συμφέρον του παιδιού κρίσιμες συνθήκες. Εμπόδιο για την έκδοση μεταρρυθμιστικής απόφασης δεν αποτελεί ούτε η αναστολή εκτέλεσης της οριστικής απόφασης κατά το άρθρ. 913 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά το ν. 5221/2025, αφού το συμφέρον του παιδιού, που καλείται να εξυπηρετήσει η νέα ρύθμιση, δικαιολογεί την παράκαμψη της αναστολής.
9. Με δεδομένο ότι η ισχύς της μεταρρυθμιστικής απόφασης ρητά ορίζεται ότι διαρκεί μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης που πρέπει να έχει ασκηθεί κατά της ρυθμιστικής της επιμέλειας και της επικοινωνίας οριστικής απόφασης, είναι προφανής ο προσωρινός χαρακτήρας της μεταρρυθμιστικής απόφασης. Κατ’ αυτήν την έννοια ρυθμίζει προσωρινά την κατάσταση, όπως ακριβώς και η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων κατά τα άρθρ. 731-732 ΚΠολΔ, αφού ασφαλιστικά μέτρα μπορούν κατά το άρθρ. 682§2 ΚΠολΔ να ληφθούν και κατά τη διάρκεια της δίκης που αφορά την κύρια υπόθεση (βλ. και ΜονΠρΑθ 3453/2018, ΕφΑΔ 2018.779), ενώ εξ αντιδιαστολής η έκδοση οριστικής απόφασης για την υπόθεση δεν οδηγεί σε ανάκληση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν η οριστική απόφαση ωφελεί αυτόν που ζήτησε τα ασφαλιστικά μέτρα και εκτελεστεί (ΚΠολΔ 698§1β). Προηγουμένως τυχόν μεταβολή των συνθηκών που αφορούν το συμφέρον του παιδιού επιτρέπει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα από το δικαστήριο της κύριας δίκης, στο οποίο εκκρεμεί η έφεση κατά της οριστικής πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 432/1985, ΕλλΔνη 1985.869· ΕφΑθ 3962/2009, ΕλλΔνη 2009.1448· 1340/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης) ΕρμΚΠολΔ 20202, άρθρ. 697 αριθ. 3).
10. Η μεταρρυθμιστική απόφαση δεν υποκαθιστά την αρχική οριστική απόφαση, αλλά προσωρινά μόνον την αποδυναμώνει και ισχύει αντί γι’ αυτή μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης κατά της αρχικής απόφασης. Ο προσωρινός χαρακτήρας της μεταρρυθμιστικής απόφασης είναι ασύμβατος με την άσκηση έφεσης κατά της μεταρρυθμιστικής απόφασης, ενώ αντίθετα συμβατή είναι και πρέπει να γίνει δεκτή η δυνατότητα μεταρρύθμισης ή και ανάκλησής της σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών έκδοσής της με κριτήριο πάντοτε το συμφέρον του παιδιού. Η λύση αυτή επιβεβαιώνεται, άλλωστε, με αναγωγή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, οι διατάξεις της οποίας δεν επιτρέπουν ένδικα μέσα κατά των σχετικών αποφάσεων, προβλέπουν όμως τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισής τους (ΚΠολΔ 696§2, 697, 699). Συνακόλουθα η αδυναμία άσκησης έφεσης κατά της μεταρρυθμιστικής απόφασης την καθιστά αμέσως εκτελεστή, εφόσον βέβαια περιέχει καταψηφιστικές διατάξεις, με συνέπεια έτσι να μην τίθεται ζήτημα προσωρινής εκτέλεσής της και άρα αναστολής της κατά το άρθρ. 913 ΚΠολΔ, δυνατή, ωστόσο, πρέπει να θεωρηθεί η άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσής της υπό τις προϋποθέσεις των άρθρ. 933-934 ΚΠολΔ. Με τη νέα ρύθμιση η μεταρρυθμιστική απόφαση πλεονεκτεί από άποψη εκτελεστότητας συγκριτικά με την αρχική απόφαση, το αποτέλεσμα όμως αυτό είναι αναπόφευκτο, αν τελικά αποκλεισθεί η άσκηση εναντίον της έφεσης, ενώ ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί η βασιμότητα των λόγων της έφεσης κατά της αρχικής οριστικής απόφασης προκειμένου να ανασταλεί κατά το άρθρ. 913 ΚΠολΔ η εκτελεστότητα της μεταρρυθμιστικής απόφασης.
11. Συμπερασματικά, οι παραπάνω θέσεις δεν είναι ασφαλώς στο σύνολό τους αναντίρρητες, αποσκοπούν όμως στην ερμηνευτική προσέγγιση μιας ρύθμισης που δεν καλύπτει και φαίνεται να αγνοεί τις παρεπόμενες συνέπειες που προκαλεί ή είναι αναγκαίο να συνδεθούν μ’ αυτή. Αποδεκτός είναι επομένως ο τυχόν αντίλογος και οι διαφορετικές απόψεις. Σε κάθε περίπτωση ισχύει η διαπίστωση ότι η νέα ρύθμιση καλείται να αντιμετωπίσει προσωρινά ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας, τα οποία το ίδιο αποτελεσματικά μπορούν να αντιμετωπισθούν με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης. Κατ’ αυτή την έννοια η εισαγωγή της νέας ρύθμισης δεν ήταν οπωσδήποτε αναγκαία, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι παρακάμπτει το δικονομικό δόγμα σε κρίσιμα ζητήματα της οριστικής δικαστικής προστασίας.
