ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Κοινωνική ασφάλιση- Αγωγή 105-106 ΕισΝΑΚ για αποκατάσταση ζημίας, λόγω διακοπής καταβολής της κατ’ άρ. 58 του Καν. 883/2004 συμπληρωματικής παροχής- Σε περίπτωση πραγματοποίησης από τον ασφαλισμένο περιόδων ασφάλισης σε περισσότερα κράτη-μέλη, χωρίς να συμπληρώσει προϋποθέσεις χορήγησης σύνταξης αυτοτελώς σε κανένα από αυτά, ο ασφαλιστικός φορέας του κράτους-μέλους κατοικίας προσμετρά στον χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος σε συνταξιοδοτική παροχή, όλες τις ασφαλιστικές περιόδους που διανύθηκαν σε όλα τα κράτη – μέλη και, ακολούθως, υπολογίζει το θεωρητικό και το πραγματικό ποσό της σύνταξης – Στην περίπτωση που το ως άνω υπολογισθέν πραγματικό ποσό της καταβλητέας σύνταξης είναι μικρότερο από την ελάχιστη παροχή, όπως ορίζεται κάθε φορά από την εθνική νομοθεσία του αρμόδιου φορέα, τότε η τυχόν διαφορά μεταξύ του πραγματικού ποσού και της ελάχιστης παροχής χορηγείται στον συνταξιούχο ως συμπληρωματικό ποσό, κατ’ άρ. 58 του Καν. 883/2004- Το άρ. 7 του ν. 4387/2016 περί θέσπισης εθνικής σύνταξης θα πρέπει να θεωρηθεί ότι καθιερώνει ελάχιστη παροχή- Τα προβαλλόμενα από το εναγόμενο περί μη παροχής οδηγιών από τις αρμόδιες υπηρεσίες στις αρμόδιες δομές του e- Ε.Φ.Κ.Α. για τη διαχείριση του συμπληρώματος μετά τη θέσπιση του ν.4387/2016, καθότι εκκρεμεί ερώτημα από το εποπτεύον Υπουργείο, δεν μπορούν να καταστήσουν ουσιαστικώς ανενεργό ένα δικαίωμα σε παροχή της ενάγουσας, το οποίο κατοχυρώνεται από Κανονισμό της ΕΕ, έχοντος άμεσο αποτέλεσμα- Συνδρομή αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου από την παράλειψη να χορηγήσει στην ενάγουσα την ως άνω συμπληρωματική παροχή – Απόρριψη του αιτήματος επιδίκασης ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η μη καταβολή της συμπληρωματικής παροχής, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έλαβε χώρα χωρίς να ενέχει οποιαδήποτε ηθική απαξία ατομικά προς το πρόσωπο της ενάγουσας- Δέχεται εν μέρει την αγωγή
TO
ΔIOIKHTIKO ΠPΩTOΔIKEIO ΘEΣΣAΛONIKHΣ
TMHMA Η΄ – ΜΟΝΟMEΛEΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2025, με Δικαστή την Ευφροσύνη Τσιανάκα, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα τη Δήμητρα Συμεωνίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την αγωγή με αριθμό και ημερομηνία κατάθεσης …/1.3.2024 (Ε.Α.Υ…..),
της … του …, κατοίκου … Θεσσαλονίκης (οδός … αρ. 4), η οποία παραστάθηκε με την από 11.6.2025 δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει, της πληρεξουσίας της δικηγόρου Μαρίας Δήμοβα,
κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, ο οποίος παραστάθηκε με την από 11.6.2025 δήλωση της πληρεξουσίας του δικηγόρου Ζηνοβίας Καδηγιαννάκη.
Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε σύμφωνα με τον Νόμο.
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, η κρινόμενη αγωγή νομίμως επανεισάγεται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της 1472/2025 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (Τμήμα Η΄, Μονομελές). Με την υπό κρίση αγωγή, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δεύτερη μετά την απόρριψη της πρώτης (υπ’ αριθμ. καταθ.: ΑΓ …/15.6.2021) λόγω έλλειψης νομιμοποίησης του υπογράφοντος αυτή δικηγόρου, και για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε και το ανάλογο δικαστικό ένσημο, ποσού 153,39 ευρώ (βλ. το με κωδικό … ηλεκτρονικό παράβολο), η ενάγουσα, συνταξιούχος λόγω γήρατος, ζητά να υποχρεωθεί ο εναγόμενος φορέας κοινωνικής ασφάλισης να της καταβάλει, ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105-106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164, Εισ.Ν.Α.Κ.), το ποσό των 11.481,50 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας που, όπως ισχυρίζεται, υπέστη, λόγω της διακοπής καταβολής σ’ αυτήν, από 1.1.2020 έως 1.3.2024, της προβλεπόμενης στα άρθρα 50 του Κανονισμού (ΕΚ) 1408/1971 και 58 του Κανονισμού (ΕΚ) 883/2004, συμπληρωματικής παροχής. Επίσης, ζητά να υποχρεωθεί ο εναγόμενος φορέας να της καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την παραπάνω αιτία. Τα ως άνω ποσά η ενάγουσα ζητά νομιμοτόκως, με κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής.
2. Επειδή, ο Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζει, στο άρθρο 105, ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …», και, στο άρθρο 106, ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη των οργάνων τους να είναι παράνομη, ήτοι να παραβιάζεται με αυτήν κανόνας δικαίου, δια του οποίου προστατεύεται ορισμένο ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον (Σ.τ.Ε. 1582/2021, 2423/2017, 3531/2015, 1396/2014 7μ., 233/2011). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου τους (Σ.τ.Ε. 1826/2014, 2271/2013 7μ., 4133/2011 7μ., 1413/2006 7μ.). Επιπλέον, στο άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του».
3. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 78 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αγωγή για αξίωση που θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης δεν είναι απαράδεκτη αν, κατά της πράξης ή της παράλειψης αυτής, δεν ασκήθηκε το από τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα. Στην περίπτωση αυτήν, κατά την εκδίκαση της αγωγής έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 80» και στο άρθρο 80 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Διοικητικό Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αγωγής, η οποία έχει ως νομική βάση τις διατάξεις των άρθρων 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., ελέγχει παρεμπιπτόντως, χωρίς άλλη προϋπόθεση, υπό την επιφύλαξη πάντως της μη ύπαρξης δεδικασμένου, τη νομιμότητα της σχετικής πράξης ή παράλειψης από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση (Σ.τ.Ε. 1521/2015, 2260/2013 Ολομ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 1833/2012, 1103/2009, 2620/2008). Συνεπώς, στις περιπτώσεις που, κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης, προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξης ή παράλειψης από το Δικαστήριο της αγωγής αποζημίωσης γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι κείμενες διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή (Σ.τ.Ε. 841/2015, 2260/2013 Ολομ., 2176/2012, 4109/2010).
4. Επειδή, στον Κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 «περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 149 της 5ης.7.1971), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230 της 22ας.8.1983) και τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου της 30ης Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136 της 19ης.5.1992), στο άρθρο 1 αυτού, με τίτλο «Ορισμοί», ορίζεται ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού: α) … κ) Ως “παροχή” και “σύνταξη” νοείται κάθε παροχή και σύνταξη, περιλαμβανομένων και όλων των τμημάτων τους που βαρύνουν το Δημόσιο Ταμείο, οι προσαυξήσεις αναπροσαρμογής ή τα συμπληρωματικά επιδόματα υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου III, επίσης οι εφ’ άπαξ παροχές, οι οποίες δύνανται να υποκαταστήσουν τις συντάξεις, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται λόγω επιστροφής εισφορών – κα) …». Περαιτέρω, στον τίτλο III του εν λόγω Κανονισμού και στο «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΓΗΡΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ (ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ)» ορίζεται, στο άρθρο 45, ότι: «1. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση, ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς το σκοπό αυτό, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει υπόψη τις ως άνω περιόδους, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει. 2. …», στο άρθρο 46 ότι: «1. Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους όσον αφορά το δικαίωμα παροχών πληρούνται, χωρίς να είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί το άρθρο 45 ούτε το άρθρο 40 παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες: α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής το οποίο οφείλεται: i) αφενός, δυνάμει μόνο των διατάξεων της νομοθεσίας που εφαρμόζει, ii) αφετέρου κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2. β) … 2. Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών, πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 ή/και του άρθρου 40 παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες: α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το πόσο αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο, β) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ’ αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος. 3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή. Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών. 4. …», στο άρθρο 50 ότι: «Ο δικαιούχος παροχών, επί του οποίου εφαρμόστηκε το παρόν κεφάλαιο, δεν δύναται, στο κράτος στου οποίου το έδαφος κατοικεί και κατά τη νομοθεσία του οποίου του οφείλεται παροχή, να εισπράξει ποσό παροχών μικρότερο από την ελάχιστη παροχή που ορίζεται από την εν λόγω νομοθεσία για περίοδο ασφαλίσεως ή κατοικίας ίση με το σύνολο των περιόδων που ελήφθησαν υπόψη για την εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού του καταβάλλει, ενδεχομένως, καθόλη τη διάρκεια της κατοικίας του στο έδαφος του κράτους αυτού, συμπλήρωμα ίσο με τη διαφορά μεταξύ του ποσού των παροχών που οφείλονται δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου και του ποσού της ελάχιστης παροχής». και, στο άρθρο 51 ότι: «1. Αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων Κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοσθεί απ’ ευθείας στις παροχές που καθορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού. 2. Αντιθέτως, σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46.».
5. Επειδή, ακολούθως, ο Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 «για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας» (EE L 166 της 30ης.4.2004), όπως διορθώθηκε και ισχύει (ΕΕ L 200 της 7ης.6.2004 και L 204/30 της 4ης.8.2007), από την ημερομηνία εφαρμογής του οποίου – σύμφωνα με το άρθρο 90 αυτού – καταργήθηκε ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 ως προς τους υπηκόους των κρατών μελών, ορίζει στο άρθρο 50 ότι: «1. Όλοι οι αρμόδιοι φορείς προβαίνουν στη διαδικασία εκκαθάρισης των παροχών, στο πλαίσιο όλων των νομοθεσιών των κρατών μελών, στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος, … 2. …», στο άρθρο 52 ότι: «1. Ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής: α) σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, μόνο όταν οι όροι που απαιτούνται για τη θεμελίωση δικαιώματος σε παροχές, πληρούνται αποκλειστικά δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας (αυτοτελής παροχή)˙ β) με τον υπολογισμό ενός θεωρητικού ποσού και, εν συνεχεία, ενός πραγματικού ποσού (αναλογική παροχή), ως εξής: i) το θεωρητικό ποσό της παροχής ισούται προς την παροχή την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφάλισης ή/και κατοικίας οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί δυνάμει των νομοθεσιών των άλλων κρατών μελών είχαν πραγματοποιηθεί δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας, κατά την ημερομηνία εκκαθάρισης της παροχής˙ εάν, δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί, το ποσό αυτό εκλαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό˙ ii) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της αναλογικής παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού κατ’ αναλογίαν της διάρκειας των περιόδων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας σε σχέση προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την επέλευση του κινδύνου δυνάμει των νομοθεσιών όλων των ενδιαφερομένων κρατών μελών. 2. … 3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να λάβει από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο από τα ποσά που υπολογίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1. 4. …», στο άρθρο 58 ότι: «1. Ο δικαιούχος παροχών, επί του οποίου εφαρμόζεται το παρόν κεφάλαιο, δεν θα μπορούσε στο κράτος μέλος κατοικίας, και κατά τη νομοθεσία του οποίου του οφείλεται παροχή, να λάβει παροχή μικρότερη από την ελάχιστη παροχή η οποία ορίζεται από την εν λόγω νομοθεσία για περίοδο ασφάλισης ή κατοικίας ίση με το σύνολο των περιόδων οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη για την εκκαθάριση σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. 2. Ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους καταβάλλει στον ενδιαφερόμενο, καθ’ όλο το διάστημα κατά το οποίο κατοικεί στο έδαφός του, συμπληρωματικό ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των παροχών οι οποίες οφείλονται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο και του ποσού της ελάχιστης παροχής», στο άρθρο 59 ότι: «1. Εάν η μέθοδος καθορισμού των παροχών ή οι κανόνες για τον υπολογισμό των παροχών τροποποιηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους ή εάν η προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου υποστεί σημαντική αλλαγή, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, μπορεί να οδηγήσει σε αναπροσαρμογή του ποσού της παροχής, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με το άρθρο 52. 2. Ωστόσο, εάν, λόγω αύξησης του κόστους ζωής, μεταβολής του ύψους του εισοδήματος ή για άλλους λόγους οι οποίοι επιβάλλουν προσαρμογή, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών κατά ένα ποσοστό ή εφάπαξ ποσό, το εν λόγω ποσοστό ή ποσό εφαρμόζεται απευθείας στις παροχές οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 52, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός.» και στο άρθρο 91 ότι: «Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού εφαρμογής». Εξάλλου, με το άρθρο 97 του Κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης.9.2009 «για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας» (ΕΕ L 284 της 30ης.10.2009), όπως ο Κανονισμός αυτός διορθώθηκε και ισχύει (ΕΕ L 108/356 της 29ης.4.2010), ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κανονισμού 883/2004 η 1η.5.2010.
6. Επειδή, ελλείψει εναρμόνισης σε ενωσιακό επίπεδο αναφορικά με τα δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα και προς τον σκοπό του συντονισμού αυτών, ιδίως σε ζητήματα διαδοχικών χρόνων ασφάλισης σε φορείς διαφορετικών κρατών, σώρευσης παροχών κ.λπ., προκειμένου να διευκολύνεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, θεσπίστηκε ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71, ο οποίος αντικαταστάθηκε, από 1.5.2010, από τον Κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 (Σ.τ.Ε. 960/2017 7μ.). Το άρθρο 46 του Κανονισμού 1408/71 (ήδη άρθρο 52 του Κανονισμού 883/2004) αναγνωρίζει στον διακινούμενο εργαζόμενο το δικαίωμα να επωφεληθεί από την ευνοϊκότερη παροχή που προκύπτει, είτε από την εφαρμογή της εθνικής μόνο νομοθεσίας, είτε από τον συνυπολογισμό και τον αναλογικό επιμερισμό. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, σύγκριση μεταξύ των δύο συστημάτων, προκειμένου να προσδιοριστεί η ευνοϊκότερη παροχή (πρβλ. ΔΕΚ απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, Jordan, 141/88, σκ. 9). Ειδικότερα, ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας του κράτους – μέλους της κατοικίας του εργαζόμενου προσμετρά στο χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης γήρατος, όλες τις ασφαλιστικές περιόδους που διανύθηκαν σε όλα τα κράτη μέλη. Ακολούθως, υπολογίζει το θεωρητικό ποσό σύνταξης που αντιστοιχεί στον χρόνο αυτό και, στην συνέχεια, υπολογίζει το πραγματικό ποσό της τελικώς καταβλητέας σύνταξης που του αναλογεί, πολλαπλασιάζοντας το ανωτέρω θεωρητικό ποσό με το κλάσμα των ημερών εργασίας που διήνυσε ο εργαζόμενος στην ασφάλισή του διά του συνολικού αριθμού των ημερών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν σε όλα τα κράτη – μέλη (Δ.Εφ.Θεσ 1797/2018). Περαιτέρω, το άρθρο 50 του Κανονισμού 1408/71 (ήδη άρθρο 58 του Κανονισμού 883/2004) αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες οι περίοδοι απασχόλησης του εργαζόμενου βάσει των νομοθεσιών των κρατών στις οποίες υπαγόταν, υπήρξαν σχετικώς βραχείες, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των παροχών που οφείλονται από τα κράτη αυτά να μην παρέχει ένα εύλογο επίπεδο διαβίωσης (ΔΕΚ αποφάσεις της 30ης Νοεμβρίου 1977, Torri, 64/77, EU:C:1977:197, σκ. 5, και της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Browning, 22/81, EU:C:1981:316, σκ. 12). Προς θεραπεία της κατάστασης αυτής, το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι, όταν η νομοθεσία του κράτους κατοικίας προβλέπει ελάχιστη παροχή, η οφειλόμενη από το κράτος αυτό παροχή αυξάνεται κατά ένα συμπλήρωμα ίσο με την διαφορά μεταξύ του ποσού των παροχών που οφείλονται από τα διάφορα κράτη, στις νομοθεσίες των οποίων έχει υπαχθεί ο εργαζόμενος, και αυτής της ελάχιστης παροχής (ΔΕΚ απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1977, Torri, 64/77, EU:C:1977:197, σκ. 6.). Ως εκ τούτων, η καταβλητέα σύνταξη δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την ελάχιστη, όπως ορίζεται κάθε φορά από την εθνική νοµοθεσία και η τυχόν διαφορά μεταξύ του κατά τα ανωτέρω πραγματικού ποσού και της ελάχιστης σύνταξης χορηγείται στο συνταξιούχο με τη μορφή συμπληρώματος (Δ.Εφ.Θεσ. 1336/2020, 1797/2018). Η κατά τα ανωτέρω «ελάχιστη παροχή» υφίσταται αν η νομοθεσία του κράτους της κατοικίας προβλέπει ειδική εξασφάλιση, συνιστάμενη στο να διασφαλίσει στους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ένα ελάχιστο εισόδημα, υπερβαίνον το επίπεδο παροχών, τις οποίες θα μπορούσαν να απαιτήσουν βάσει μόνο των περιόδων ασφαλίσεως και των εισφορών τους (βλ. Δ.Ε.Ε., απόφαση της 7.12.2017, C-189/16, Boguslawa Zaniewicz-Dybeck κατά Pensionsmyndigheten, σκ. 45). Δηλαδή, ούτε ο προηγούμενος Κανονισμός 1408/1971, ούτε ο Κανονισμός 883/2004 επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ελάχιστες παροχές και, επομένως, όλες οι εθνικές νομοθεσίες δεν προβλέπουν απαραιτήτως αυτού του είδους τις παροχές (βλ. Δ.Ε.Ε., απόφαση της 7.12.2017, C-189/16, Boguslawa Zaniewicz-Dybeck κατά Pensionsmyndigheten, σκ. 47). Για να θεωρηθεί ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει τέτοια είδους ελάχιστη παροχή, υπό την έννοια του άρθρου 58 του Κανονισμού 883/2004, θα πρέπει η διάταξη που την προβλέπει να αποβλέπει στο να διασφαλίσει στον δικαιούχο ένα ελάχιστο όριο εισοδήματος. Συναφώς έχει κριθεί από το Δ.Ε.Ε. ότι η ελάχιστη σύνταξη γήρατος, όπως αυτή ορίζεται κάθε φορά από την εθνική νομοθεσία του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα, αποτελεί ελάχιστη παροχή εμπίπτουσα στο άρθρο 58 του Κανονισμού (πρβλ. Δ.Ε.Ε., απόφαση της 7.12.2017, C-189/16, Boguslawa Zaniewicz-Dybeck κατά Pensionsmyndigheten, σκ. 45-46 και Απόφαση της 24.9.1998, C-132/96, Antonio Stinco, Ciro Panfilo και Istituto nazionale della previdenza sociale, σκ. 20-22).
7. Επειδή, περαιτέρω, ο ν.3863/2010 (Α΄ 115) ορίζει στο άρθρο 2 αυτού, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν.4387/2016 (Α’ 85) από 12.5.2016, ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατ’ άρθρο 122 αυτού, ότι: «1. Από 1.1.2015 και εφεξής καθιερώνεται βασική σύνταξη. Το ύψος της βασικής σύνταξης, για το έτος 2010, καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων εξήντα (360,00) ευρώ μηνιαίως, για 12 μήνες και αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του νόμου αυτού. 2. …». Ακολούθως, εκδόθηκε ο ν.3996/2011 (Α’ 170), η ισχύς του οποίου άρχισε, κατ’ άρθρο 91 αυτού, από 5.8.2011, ημερομηνία δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν.3996/2011 αντικαταστάθηκε το άρθρο 20 του ν.2434/1996 (Α’ 188), όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 του ν.2556/1997 (Α’ 270), ως εξής: «1. … 11. Ελάχιστη παροχή κατά την έννοια του άρθρου 58 του Κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 είναι το ποσό της βασικής σύνταξης του άρθρου 2 του ν.3863/2010, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου. Εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης κρίνονται με τις ανωτέρω διατάξεις.». Στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το άρθρο 34 του ν.3996/2011 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Καν. (ΕΚ) 883/2004 (πρώην άρθρο 50 του Καν. (ΕΟΚ) 1408/1971) ο δικαιούχος παροχών σε ένα κράτος – μέλος με συνυπολογισμό χρόνου που έχει διανυθεί σε άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ, εφόσον διαμένει μόνιμα στο έδαφός του και έχει τουλάχιστον 300 ημέρες ασφάλισης δεν μπορεί να λάβει παροχή μικρότερη από την ελάχιστη παροχή που προβλέπει η νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους. Έτσι αν το ποσό της σύνταξης που προκύπτει από το συνυπολογισμό των περιόδων ασφάλισης είναι μικρότερο από την ελάχιστη παροχή, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους καταβάλλει στον ενδιαφερόμενο καθ’ όλο το διάστημα κατά το οποίο κατοικεί στο έδαφός του, συμπληρωματικό ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των παροχών που οφείλονται σύμφωνα με το σύνολο των περιόδων ασφάλισης και του ποσού της ελάχιστης παροχής. Στην ελληνική νομοθεσία των κοινωνικών ασφαλίσεων δεν προβλέπεται ελάχιστη καταβαλλόμενη ασφαλιστική παροχή. Κατόπιν διασταλτικής ερμηνείας των κειμένων διατάξεων, επί σειρά ετών, η ελάχιστη παροχή ταυτίστηκε με το εκάστοτε, από κάθε ασφαλιστικό οργανισμό καταβαλλόμενο κατώτατο όριο, με συνέπεια να δημιουργούνται ερμηνευτικά προβλήματα κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του Καν (ΕΚ) 883/2004 και να επέρχονται δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας. Η ελάχιστη παροχή με την έννοια της βασικής σύνταξης εισήχθη πρόσφατα με το άρθρο 2 του ν.3863/2010 και καθιερώνεται για όλους τους ασφαλισμένους των Οργανισμών κύριας ασφάλισης, πλην ΟΓΑ. Μετά την οριοθέτηση κατά τα ως άνω της ελάχιστης παροχής από την ελληνική νομοθεσία και προκειμένου να εναρμονίζεται η ελληνική με την κοινοτική προσέγγιση της έννοιας κατά το άρθρο 58 του Καν. (ΕΚ) 883/2004 καθορίζεται με ρητή διάταξη ότι, ελάχιστη παροχή κατά την έννοια του άρθρου 58 είναι η βασική σύνταξη του άρθρου 2 του ν.3863/2010 δηλαδή 360,00 ευρώ, όπως αυτή κάθε φορά αναπροσαρμόζεται. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν από την δημοσίευση του νόμου, καταλαμβάνονται δε υπό το κράτος των νέων ρυθμίσεων όλες οι εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης σε οιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας.». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν.4387/2016, με έναρξη ισχύος από 12.5.2016: «Τα άρθρα 1 έως 4 του Ν.3863/2010 καταργούνται.», ενώ άλλωστε, το άρθρο 20 του ν.2434/1996 (Α’ 188) καταργήθηκε με το άρθρο 92 παρ. 9 (ήδη 10, όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε εν τέλει με το άρθρο δεύτερο παρ. 9 περ. ε’ του ν.4393/2016, Α’ 106) του ν.4387/2016 ομοίως από 12.5.2016 (βλ. άρθρο 122 του νόμου). Τέλος, στο άρθρο 7 του ν.4387/2016 ορίζεται ότι: «1. Η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται από τον Ε.Φ.Κ.Α. σε όλους, όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις….». Στην αιτιολογική έκθεση του άρθρου 7 του ν.4387/2016 αναφέρεται ότι καθιερώνεται η Εθνική Σύνταξη, η οποία αποτελεί νέο θεσµό, η λειτουργία του οποίου είναι αφενός αναδιανεµητική, εξασφαλίζοντας υψηλότερες συντάξιµες αποδοχές από όσες θα δικαιολογούσε η αυστηρή ανταποδοτικότητα σε όσους έχουν χαμηλότερα εισοδήματα ή λίγα χρόνια ασφάλισης και αφετέρου εγγυητική, εξασφαλίζοντας για όλους προστασία από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα, γεννηθείσα στις …/1949, πραγματοποίησε στην ασφάλιση του τ.Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. στην Ελλάδα 378 ημέρες εργασίας, χρονικής περιόδου από τον 11ο/2009 έως τον 2ο/2011, και στον αντίστοιχο ασφαλιστικό φορέα της Βουλγαρίας 8.779 ημέρες εργασίας, χρονικής περιόδου από 20.3.1968 έως 7.9.1992, ήτοι συνολικά 9.177 ημέρες εργασίας σε αμφότερα τα κράτη. Με την …/16.5.2011 αίτησή της, ζήτησε να της χορηγηθεί σύνταξη λόγω γήρατος από το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., με συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισής της στον βουλγαρικό φορέα, δηλώνοντας ότι είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας, συνέχισε δε, ως εργαζόμενη έως τις 11.2.2011 (βλ. σχετ. δήλωση εργοδότη και την από 11.2.2011 καταγγελία σύμβασης εργασίας). Με την …/16.6.2015 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης και ήδη e- Ε.Φ.Κ.Α. χορηγήθηκε σε αυτήν σύνταξη γήρατος, τμηματική, από 16.5.2011, το ποσό της οποίας υπολογίστηκε με βάση την 11η ασφαλιστική κλάση και τις 9.177 ημέρες εργασίας, πραγματικού ποσού 22,37 ευρώ ανά μήνα, υποκείμενου σε κράτηση ασθενείας 4%. Ο υπολογισμός του ανωτέρω ποσού έγινε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 51 παρ.4 του ν.2084/1992. Ειδικότερα, υπολογίσθηκε, κατ’ αρχάς, το θεωρητικό ποσό σύνταξης που θα ελάμβανε η ενάγουσα σε περίπτωση που είχε πραγματοποιήσει το σύνολο των ημερών εργασίας της (ήτοι 9.177 ημέρες εργασίας) στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Προς τούτο έγινε σύγκριση μεταξύ του οργανικού ποσού σύνταξης που θα ελάμβανε με βάση την κατάταξή της στην 11η ασφαλιστική κλάση, το οποίο υπολογίσθηκε σε 543,02 ευρώ, και του ποσού που αντιστοιχεί στο κατώτατο όριο σύνταξης, το οποίο υπολογίσθηκε σε 486,84 ευρώ και το οποίο ως πλέον συμφέρον για την ενάγουσα, ελήφθη, τελικώς, υπόψη ως το θεωρητικό ποσό της σύνταξης. Εν συνεχεία, προκειμένου να υπολογισθεί το πραγματικό ποσό σύνταξης της ενάγουσας (22,37 €), το θεωρητικό ποσό των 543,02 € πολλαπλασιάστηκε με τον αριθμό των ημερών εργασίας που η ίδια πραγματοποίησε στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (378) και το γινόμενο του πολλαπλασιασμού αυτού διαιρέθηκε με τον αριθμό των ημερών εργασίας που πραγματοποίησε συνολικά (9.177). Παράλληλα, στην ενάγουσα χορηγήθηκε και συμπληρωματική παροχή (σύμφωνα με τα άρθα 50 του Κανονισμού 1408/1971 και 58 του Κανονισμού 883/2004), από 16.5.2011 έως 30.11.2012, και καθορίστηκε το καταβλητέο ποσό της σύνταξης στα 360 ευρώ (πραγματικό ποσό και συμπληρωματική παροχή), υποκείμενο σε κράτηση ασθενείας 4%. Τέλος, με την ίδια ως άνω απόφαση ορίστηκε το αρμόδιο Κέντρο Πληρωμής του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. να παρακολουθεί και να ελέγχει το ύψος της συμπληρωματικής παροχής καθώς και σε περίπτωση που η ενάγουσα δικαιωθεί σύνταξη από άλλη πηγή ή διαμείνει πλέον στο εξωτερικό, να προβεί σε αναζήτηση εντόκως κάθε ποσού που θα καταβληθεί ως συμπλήρωμα του άρθρου 58 του Κανονισμού 883/2004. Ο δε, βουλγαρικός φορέας χορήγησε στην ενάγουσα σύνταξη γήρατος από 16.3.2015 με αρχικό μηνιαίο ποσό 108,00 ευρώ. Ενόψει τούτων και, ειδικότερα, δεδομένου ότι το άθροισμα των δύο συντάξεων είναι μικρότερο της ελάχιστης παροχής, με την …/24.6.2016 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης και ήδη e – Ε.Φ.Κ.Α., παρατάθηκε η καταβολή της συμπληρωματικής παροχής του άρθρου 58 του Κανονισμού 883/2004 από 1.12.2012, και καθορίσθηκε μηνιαίως το καταβλητέο, από 1.12.2012, ποσό της σύνταξης στην προσφεύγουσα σε 360,00 ευρώ (πραγματικό ποσό και συμπληρωματική παροχή), και από 16.3.2015, σε 252,00 ευρώ (πραγματικό ποσό και συμπληρωματική παροχή), και με τη διαφοροποίηση ότι το τμηματικό ποσό ύψους 252,00 ευρώ, θα υπόκειται σε κράτηση ασθενείας ύψους 4% έως 30.06.2015 και 6% από 01.07.2015 και μετά. Επιπλέον, με την ίδια απόφαση, ορίστηκε ότι το ύψος της συμπληρωματικής παροχής από τις 1.7.2015 και μετά θα ελέγχεται με βάση τα αποδεικτικά είσπραξης του άλλου Κράτους μέλους, και παραγγέλθηκε ο συμψηφισμός κάθε ποσού σύνταξης καταβληθέντος στην ενάγουσα αχρεωστήτως από 1.12.2012 και μετά.
9. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή και το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, η ενάγουσα διατείνεται ότι ο εναγόμενος Φορέας, διέκοψε τη χορήγηση της ως άνω συμπληρωματικής παροχής από 1.1.2019, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 1 εδ. 11 του ν.3996/2011 και των άρθρων 50 του Καν. 1408/1971 και 58 του Καν. 883/2004, και ότι λαμβάνει σύνταξη 22,37 ευρώ το μήνα. Ισχυρίζεται, δε, ότι η διακοπή της περαιτέρω καταβολής της ένδικης παροχής, έχει ως συνέπεια το σοβαρό κλονισμό της οικονομικής της κατάστασης. Συνεπώς, ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.481,50 ευρώ από 1.1.2020 έως 1.3.2024, το οποίο το αναλύεται στο κρινόμενο δικόγραφο, ως εξής: 252 ευρώ (πραγματικό ποσό και συμπληρωματική παροχή) – 22,37 ευρώ (πραγματικό ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης) =229,63 ευρώ που αντιστοιχεί στη μηνιαία συμπληρωματική παροχή Χ 50 μήνες = 11.481,50 ευρώ. Τέλος, η ίδια ζητά να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου e- Ε.Φ.Κ.Α. να της καταβάλει το ποσό των 3.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την ίδια ως άνω αιτία. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσκομίζει, μεταξύ άλλων, σε αντίγραφα, τα εξής έγγραφα: α) την …/16.6.2015 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης και ήδη e- Ε.Φ.Κ.Α., β) την …/24.6.2016 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης και ήδη e – Ε.Φ.Κ.Α., γ) επίσημη μετάφραση του από 1.4.2021 πιστοποιητικού του Εθνικού Ασφαλιστικού Φορέα της Βουλγαρίας (Τοπικό κατάστημα …), σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα λάμβανε, από 1.1.2021 έως 31.3.2021, σύνταξη 132,83 ευρώ, δ) επίσημη μετάφραση του από 27.1.2021 πιστοποιητικού του Εθνικού Ασφαλιστικού Φορέα της Βουλγαρίας (Τοπικό κατάστημα …), σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα λάμβανε, από 1.1.2020 έως 31.12.2020, σύνταξη 132,83 ευρώ, ε) επίσημη μετάφραση του από 2.4.2019 πιστοποιητικού του Εθνικού Ασφαλιστικού Φορέα της Βουλγαρίας (Τοπικό κατάστημα …), σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα λάμβανε, από 1.1.2019 έως 31.3.2019, σύνταξη 117,78 ευρώ, στ) εκκαθαριστικά σημειώματα ετών 2018 – 2023, καθώς και το από 1.8.2019 αντίγραφο υποβληθείσας τροποποιητικής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, ζ) την 4110/2023 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Γ΄), με την οποία η αγωγή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω μη νομιμοποίησης της υπογράφουσας το δικόγραφο της αγωγής δικηγόρου -δηλαδή για τυπικό λόγο-, η) την με αριθμό κατάθεσης ΑΓ…/15.6.2021 πρώτης αγωγής που είχε ασκήσει, θ) την υπ’ αριθμ. ΓΠ…/6.11.2024 βεβαίωση της Γραμματέα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία η 4110/2023 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Γ΄) επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 15.1.2024 και στον e-ΕΦΚΑ στις 4.10.2023, ι) την υπ’ αριθμ. ΓΠ…/5.11.2024 βεβαίωση της Γραμματέα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία κατά της 4110/2023 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Γ΄) δεν ασκήθηκε έως τις 4.11.2024 κάποιο ένδικο μέσο, και κ) υπολογισθέν από τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης δικαστικό ένσημο συνολικού ποσού 153,39 ευρώ (επί κεφαλαίου συνολικού ποσού 14.481,50 ευρώ). Αντιθέτως, ο εναγόμενος Φορέας με τις …/29.8.2024 και …/7.10.2024 εκθέσεις απόψεων προβάλλει ότι, έχει ανασταλεί η καταβολή της ένδικης συμπληρωματικής παροχής σε όλους τους ασφαλισμένους του e- Ε.Φ.Κ.Α. για το λόγο ότι δεν έχουν δοθεί οδηγίες από την Διεύθυνση Νομοθεσίας ΕΕ και την Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας στις αρμόδιες δομές του e- Ε.Φ.Κ.Α. για τη διαχείριση του συμπληρώματος μετά την 12.5.2016, δηλαδή μετά την ισχύ του άρθρου 27 παρ. 4 του ν.4387/2016 που κατήργησε τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 εδ. 11 του ν.3996/2011, καθότι εκκρεμεί ερώτημα προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
10. Επειδή, με οριστικά κεφάλαια της 1472/2025 προδικαστικής του απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής: α) σε περίπτωση ασφαλισμένου πολίτη κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος έχει πραγματοποιήσει περιόδους ασφάλισης σε περισσότερα κράτη – μέλη χωρίς να συμπληρώνει προϋποθέσεις χορήγησης σύνταξης αυτοτελώς σε ένα από αυτά, ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας του κράτους – μέλους της κατοικίας του προσμετρά στον χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος σε συνταξιοδοτική παροχή, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, όλες τις ασφαλιστικές περιόδους που διανύθηκαν σε όλα τα κράτη – μέλη και, ακολούθως, υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της σύνταξης που αντιστοιχεί στον χρόνο αυτό και, στη συνέχεια, υπολογίζει το πραγματικό ποσό της τελικώς καταβλητέας σύνταξης που του αναλογεί, πολλαπλασιάζοντας το ανωτέρω θεωρητικό ποσό με το κλάσμα των ημερών εργασίας που διανύθηκε στην ασφάλισή του διά του συνολικού αριθμού των ημερών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν σε όλα τα κράτη – μέλη, β) στην περίπτωση που το σύμφωνα με τον παραπάνω τρόπο υπολογισθέν πραγματικό ποσό της καταβλητέας σύνταξης είναι μικρότερο από την ελάχιστη παροχή, όπως ορίζεται κάθε φορά από την εθνική νοµοθεσία του αρμόδιου φορέα, τότε η τυχόν διαφορά μεταξύ του πραγματικού ποσού και της ελάχιστης παροχής χορηγείται στον συνταξιούχο ως συμπληρωματικό ποσό, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κανονισμού 883/2004, γ) σύμφωνα και με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην έκτη σκέψη της παρούσας, ναι μεν ο Κανονισμός 883/2004 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ελάχιστες παροχές, ωστόσο, αν η νομοθεσία του κράτους της κατοικίας προβλέπει ειδική εξασφάλιση, συνιστάμενη στο να διασφαλίσει στους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ένα ελάχιστο εισόδημα, υπερβαίνον το επίπεδο παροχών, τις οποίες θα μπορούσαν να απαιτήσουν βάσει μόνο των περιόδων ασφαλίσεως και των εισφορών τους, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η νομοθεσία του εν λόγω Κράτους προβλέπει ελάχιστη παροχή, δ) στην ελληνική νομοθεσία των κοινωνικών ασφαλίσεων, πριν την καθιέρωση με το άρθρο 2 του ν.3863/2010 της βασικής σύνταξης, δεν προβλεπόταν ρητώς ελάχιστη καταβαλλόμενη ασφαλιστική παροχή και η ελάχιστη παροχή ταυτίστηκε με το εκάστοτε, από κάθε ασφαλιστικό οργανισμό καταβαλλόμενο κατώτατο όριο, ε) εν συνεχεία, η έννοια της βασικής σύνταξης εισήχθη με το άρθρο 2 του ν.3863/2010 και καθορίσθηκε με ρητή διάταξη (άρθρο 34 του ν.3996/2011) ότι ελάχιστη παροχή κατά την έννοια του άρθρου 58 είναι η βασική σύνταξη του άρθρου 2 του ν.3863/2010 δηλαδή 360,00 ευρώ, η οποία είναι σύμφωνη με την έννοια της ελάχιστης παροχής όπως εκτέθηκε ανωτέρω, στ) το παραπάνω άρθρο καταργήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν.4387/2016 από 12.5.2016, ζ) ενώ με το άρθρο 7 του ν.4387/2016 καθιερώθηκε πλέον η εθνική σύνταξη, σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου, η λειτουργία της είναι αφενός αναδιανεµητική, εξασφαλίζοντας υψηλότερες συντάξιµες αποδοχές από όσες θα δικαιολογούσε η αυστηρή ανταποδοτικότητα σε όσους έχουν χαμηλότερα εισοδήματα ή λίγα χρόνια ασφάλισης και αφετέρου εγγυητική, εξασφαλίζοντας για όλους προστασία από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, η) η προαναφερθείσα διάταξη θα πρέπει να θεωρηθεί ότι καθιερώνει ελάχιστη παροχή, κατά την έννοια του άρθρου 58 του Κανονισμού 883/2004, αφού με αυτή θεσπίζεται ειδική εξασφάλιση, συνιστάμενη στο να διασφαλίσει στους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ένα ελάχιστο εισόδημα, υπερβαίνον το επίπεδο παροχών, τις οποίες θα μπορούσαν να απαιτήσουν βάσει μόνο των περιόδων ασφαλίσεως και των εισφορών τους και θ) τα προβαλλόμενα από το εναγόμενο ότι δεν έχουν δοθεί οδηγίες από την Διεύθυνση Νομοθεσίας ΕΕ και την Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας στις αρμόδιες δομές του e- Ε.Φ.Κ.Α. για τη διαχείριση του συμπληρώματος μετά τη θέσπιση του ν.4387/2016, καθότι εκκρεμεί ερώτημα από το εποπτεύον Υπουργείο, δεν μπορεί να καταστήσει ουσιαστικώς ανενεργό ένα δικαίωμα σε παροχή της ενάγουσας, το οποίο κατοχυρώνεται από Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διατάξεις του οποίου αναπτύσσουν άμεσο αποτέλεσμα, το Δικαστήριο κρίνει καταρχάς, ότι όσον αφορά το ένδικο ύψος της συμπληρωματικής παροχής του άρθρου 58 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 883/2004 που δικαιούται η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 έως 1.3.2024, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως ποσό ελάχιστης παροχής το ποσό της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 του ν.4387/2016 εθνικής σύνταξης για τον ορθό υπολογισμό του, κατά τα εν μέρει βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή και συνεπώς, θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των οργάνων του εναγομένου, λόγω της ανωτέρω παράλειψής τους να χορηγήσουν στο συγκεκριμένο ύψος, τη συμπληρωματική παροχή του άρθρου 58 του Κανονισμού 883/2004 της Ε.Ε. στην ενάγουσα. Ωστόσο, όσον αφορά στον ακριβή υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι από τα έγγραφα στοιχεία που προσκομίστηκαν τόσο από την ενάγουσα όσο και από τον εναγόμενο Φορέα, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με ασφάλεια το ποσό που πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και υποχρέωσε τον εναγόμενο Φορέα να προσκομίσει υπηρεσιακή βεβαίωση, από την οποία θα προκύπτει το ακριβές ποσό της προβλεπόμενης από το άρθρο 58 του Κανονισμού 883/2004 συμπληρωματικής παροχής που δικαιούται η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 έως 1.3.2024 (ανά μήνα και σε σύνολο), για τον υπολογισμό του οποίου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως ποσό ελάχιστης παροχής το ποσό της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 του ν.4387/2016 εθνικής σύνταξης, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας που τυχόν η ίδια δικαιούται.
11. Επειδή, σε εκτέλεση της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης, ο e-Ε.Φ.Κ.Α. κατέθεσε το …/6.5.2025 έγγραφο της Προϊσταμένης της Τοπικής Διεύθυνσης Γ΄ Θεσσαλονίκης, στο οποίο υπολογίζεται, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στην 10η σκέψη της παρούσας, το ακριβές ποσό της προβλεπόμενης από το άρθρο 58 του Κανονισμού 883/2004 συμπληρωματικής παροχής που δικαιούται η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 έως 1.3.2024 (ανά μήνα και σε σύνολο), το ύψος της οποίας δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος φορέας κοινωνικής ασφάλισης οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.320,66 ευρώ, δεδομένου ωστόσο ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στο εναγόμενο, δεν γεννάται εν προκειμένω, το κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαίωμα της τοκογονίας επί της ως άνω απαίτησης (άρθρο 75 του ΚΔΔ). Εξάλλου, το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, κατ’ άρθρο 80 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο ή ότι η τυχόν επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει σε αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη.
12. Επειδή, τέλος, το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, ύψους 3.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι η μη καταβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 58 του Κανονισμού 883/2004 συμπληρωματικής παροχής, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έλαβε χώρα γενικώς και αδιακρίτως σε βάρος ευρύτατου κύκλου θιγόμενων προσώπων, χωρίς να ενέχει οποιαδήποτε ηθική απαξία ατομικά προς το πρόσωπο της ενάγουσας.
13. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος φορέας κοινωνικής ασφάλισης να καταβάλει, άτοκα, στην ενάγουσα το ποσό των 10.320,66 ευρώ, να απαλλαγεί όμως, εκτιμωμένων των περιστάσεων, το εναγόμενο ν.π.δ.δ. από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 275 του Κ.Δ.Δ..
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. να καταβάλει, άτοκα, στην ενάγουσα το ποσό των 10.320,66 ευρώ.
Απαλλάσσει το εναγόμενο ν.π.δ.δ. από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 28.8.2025.
Η Δικαστής Η Γραμματέας
