Αριθμός 973/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Ά. – Κ. Μ. του Α., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη- Σοφία Λειβαδά, για αναίρεση της αποφάσεως 5590/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26-2-2025 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 28-4-2025 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 317/25.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμό 12/2025, αίτηση της αναιρεσείουσας, Α. – Κ. Μ. του Α., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, με δήλωσή της ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, στις 26-2-2025, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 5590/2024 απόφασης του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενη, λόγω της πρόδηλης συνάφειας, με το παραδεκτώς ασκηθέν από 28-4-2025 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε την 28-4-2025 ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρ. 509 ΚΠΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, η οποία αποδίδεται στην αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη (17-10-2017), “Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις”, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4624/2019, που ήδη ισχύει, κατ’ άρθρο 87 αυτού, από 29-8-2019, ορίζεται ότι: “1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 3. Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη”. Το προστατευόμενο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του προϊσχύσαντος ν. 2472/1997 (αλλά και του ήδη ισχύοντος άρθρου 38 του ν. 4624/2019) έννομο αγαθό είναι το δικαίωμα στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση (ή αυτοκαθορισμό), ως ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή [ιδιωτική σφαίρα (ΣτΕ 3212/2003, ΣτΕ 3545/2002)], το οποίο δεν είναι πρωτίστως οικονομικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α’, β’, γ’, δ’, ε’ και ι’ του ν. 2472/1997, το οποίο, ως προς τους ορισμούς του, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την κατάργηση του νόμου αυτού από τον ως άνω ν. 4624/2019 (άρθρο 84), για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) “Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) “Ευαίσθητα δεδομένα”, τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή). γ) “Υποκείμενο των δεδομένων”, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) “Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“επεξεργασία”), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) “Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“αρχείο”), σύμφωνα με τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια…. ι) “Αποδέκτης” είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Περαιτέρω, στο άρθρο 44 παρ. 1 στοιχ. α’, β’, στ’ και θ’ του ν. 4624/2019 ορίζεται ότι: “1. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου νοούνται ως: α) “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο (“υποκείμενο των δεδομένων”), το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου, β) “επεξεργασία”: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή* (…), στ) “σύστημα αρχειοθέτησης” κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση (…), θ) “αποδέκτης” το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας, προς τα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τρίτον είτε όχι. (…)”. Από τη συγκριτική επισκόπηση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 προς εκείνες του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, με σαφήνεια συνάγεται ότι με την εφαρμογή του νέου νόμου, ο οποίος είναι μεν ευμενέστερος ως προς την απειλούμενη ποινή και κατά τούτο εφαρμοστέος στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει μεταβληθεί η νομοτυπική μορφή του αδικήματος και δεν αφίσταται εκείνης του προϊσχύσαντος νόμου. Και τούτο, διότι, υπό αμφότερες τις ως άνω διατάξεις, για την αντικειμενική θεμελίωση του αδικήματος απαιτείται: α) η ύπαρξη δεδομένων, που περιλαμβάνονται σε “αρχείο”, υπό την έννοια του προμνημονευθέντος άρθρου 2 περ. ε’ του ν. 2472/1997 ή σε “σύστημα αρχειοθέτησης”, υπό την έννοια του άρθρου 44 του ν. 4624/2019, ήτοι διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις προαναφερθείσες διατάξεις, δ) η επέμβαση τρίτου χωρίς δικαίωμα στο συγκεκριμένο αρχείο, με οποιονδήποτε τρόπο και η περιέλευση σε γνώση του των δεδομένων του αρχείου. Η ειδοποιός διαφορά στη νέα διάταξη, που δεν μεταβάλλει όμως τη βασική νομοτυπική μορφή του αδικήματος, είναι η λεπτομερέστερη περιγραφή των επιμέρους μορφών, υπό τις οποίες εκδηλώνεται η τέλεση της συγκεκριμένης πράξης, αφού πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, δηλαδή για έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση μπορεί να πραγματωθεί με περισσότερους εναλλακτικούς τρόπους συμπεριφοράς. Ειδικότερα, ενώ στην προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997 παρατίθενται διαζευκτικά, πλην της βασικής μορφής της επέμβασης τρίτου χωρίς δικαίωμα σε αρχείο, η λήψη γνώσης, η αφαίρεση, η αλλοίωση, η βλάβη, η καταστροφή, η επεξεργασία (χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό), η μετάδοση, η ανακοίνωση των προσωπικών δεδομένων, η πράξη του να τα καθιστά ο δράστης προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή του να επιτρέπει σ’ αυτά να λάβουν γνώση των δεδομένων ή να τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, με τη νέα διάταξη του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, πλην της βασικής μορφής, της επέμβασης στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που διαλαμβάνεται στην παρ. 1α’, εκ της οποίας ο δράστης λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών και επέρχεται διακινδύνευση του έννομου αγαθού των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, στην παρ. 1β’ παρατίθενται λεπτομερώς όλες οι δυνατές μορφές, που μπορούν να λάβουν χώρα, στο πλαίσιο της παράνομης επεξεργασίας των αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οπότε προκαλείται βλάβη του έννομου αγαθού. Έτσι, η διάταξη αυτή του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 συμπεριέλαβε επιπλέον και την αντιγραφή, συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διάρθρωση, αποθήκευση, προσαρμογή, μεταβολή, ανάκτηση πληροφοριών, συσχέτιση, συνδυασμό, περιορισμό, διαγραφή των αρχείων προσωπικών δεδομένων, αποβλέποντας στην κατά το δυνατόν ευρύτερη προστασία του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και σφαίρα. Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 πράξη συνιστά “έγκλημα χρήσης” (βλ. αιτιολογική έκθεση), αποτελεί δε ήπια διακεκριμένη μορφή τέλεσης του αδικήματος, απειλούμενη με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε (5) ετών. Ειδικότερα δε, με την ως άνω διάταξη θεσπίζεται, ως αυτοτελές αδίκημα, η χρησιμοποίηση, από μη δικαιούχο πρόσωπο, των δεδομένων αρχείου προσωπικού χαρακτήρα, με την προσθήκη και άλλων μορφών χρήσης, ήτοι της μετάδοσης, διάδοσης, κοινολόγησης με διαβίβαση, διάθεσης, ανακοίνωσης, καθώς και των περιπτώσεων που ο υπαίτιος καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 1 (δηλαδή με την χωρίς δικαίωμα επέμβασή του σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών. Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω αδικήματος, απαιτείται: α) η ύπαρξη “συστήματος αρχειοθέτησης”, που περιέχει προσωπικά δεδομένα, β) η μη ύπαρξη δικαιώματος επεξεργασίας τους, γ) η αναφερόμενη στο εδάφιο α’ της πρώτης παραγράφου μορφή επενέργειας σε αυτά και δ) η επιπρόσθετη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη στη χρησιμοποίηση, μετάδοση, διάδοση, κοινολόγηση με διαβίβαση, διάθεση, ανακοίνωση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή όταν ο δράστης καθιστά προσιτά ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών. Η κατά τα προαναφερόμενα επέμβαση σε “αρχείο” ή “σύστημα αρχειοθέτησης” προϋποθέτει θετική ενέργεια, η οποία να έχει ως συνέπεια την λήψη γνώσης του περιεχομένου των δεδομένων, με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμα δηλαδή και με τους αναφερόμενους στο εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 τρόπους επεξεργασίας, ήτοι με την αντιγραφή, αφαίρεση, αλλοίωση, βλάβη, συλλογή, καταχώρηση, οργάνωση, διάρθρωση, αποθήκευση, προσαρμογή, μεταβολή, ανάκτηση, αναζήτηση πληροφοριών, συσχέτιση, συνδυασμό, περιορισμό, διαγραφή ή καταστροφή. Τέτοια ενέργεια αποτελεί, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4624/2019, η χωρίς δικαίωμα “εισβολή – εισχώρηση” απ’ έξω σε σύστημα αρχειοθέτησης. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, απαιτείται η αυθαίρετη “εισβολή” – “εισχώρηση” σε σύστημα αρχειοθέτησης, οπότε, αν δεν λάβει χώρα τέτοια ενέργεια και τα δεδομένα αυτά περιήλθαν σε γνώση του χρήστη χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τα έχει μεταδώσει τρίτος, κατόπιν αυθαίρετης επέμβασης σε αρχείο, τότε δεν πληρούται η νομοτυπική μορφή του αδικήματος (ΑΠ 426/2022, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 96/2020). Εξάλλου, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4624/2019, για το άρθρο 38 αυτού, αναφέρεται ότι: “Χωρίς δικαίωμα ενεργεί ο δράστης στις παραγράφους 1, 2 και 3 όταν τελεί τις παραπάνω πράξεις χωρίς να υφίσταται σχετική διάταξη νόμου, που να του το επιτρέπει ή ενεργεί καθ’ υπέρβαση άλλης νομικής πράξης (λ.χ. εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, σύμβασης κ.ο.κ.)”. Συνάγεται, δηλαδή, ότι στην προστατευτική εμβέλεια του νόμου υπάγονται και οι περιπτώσεις παράνομης επεξεργασίας δεδομένων, τα οποία νομίμως έχει στην κατοχή του ο δράστης – αυτουργός του αδικήματος (λχ. λόγω συγκατάθεσης του υποκειμένου τους ή λόγω επεξεργασίας αυτών για άλλον σκοπό), αλλά τα επεξεργάζεται για διαφορετικό σκοπό από αυτόν, για τον οποίο συναίνεσε το υποκείμενό τους ή εν αγνοία του τελευταίου, ήτοι καθ’ υπέρβαση του δικαιώματός του (ΑΠ 1269/2022). Τέτοια αρχεία προσωπικών δεδομένων, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, μπορούν να συγκροτηθούν και στις σύγχρονες βιντεοκάμερες και τα έξυπνα τηλέφωνα, που διαθέτουν λογισμικά προγράμματα, στα οποία ο κάτοχός τους καταχωρίζει σε ξεχωριστά αρχεία προσωπικά δεδομένα, όπως φωτογραφίες, βίντεο (ταινίες), κ.λ.π., τα οποία (αρχεία), όταν είναι πολλά, είναι διαρθρωμένα σε φακέλους και υποφακέλους, όπως και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Δηλαδή, τα αρχεία, που αποθηκεύονται στις συσκευές αυτές, μπορεί να αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και, συνεπώς, με την αυθαίρετη επέμβαση σ’ αυτά και τη μη σύννομη χρήση των δεδομένων τους μπορεί να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4624/2019 (ΑΠ 947/2022). Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της παραβίασης προσωπικών δεδομένων των εδαφίων α’ και β’ της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 38 του ως άνω νόμου 4624/2019 απαιτείται δόλος, αρκούντος και του ενδεχόμενου (ΑΠ 852/2024, ΑΠ 414/2024). Περαιτέρω, η κτήση των προσωπικών δεδομένων με επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε αρχείο, ως στοιχείο για τη θεμελίωση της πράξης της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, δεν προϋποθέτει απαραιτήτως και αποκλειστικά παράνομη επέμβαση από τον ίδιο τον, εν συνεχεία, χρήστη στο αρχείο, αφού ερμηνεία της νέας διάταξης υπό την εκδοχή της ταύτισης στο ίδιο πρόσωπο αυτού που επενέβη παράνομα στο αρχείο με αυτόν που προέβη στην αυθαίρετη χρησιμοποίηση του προϊόντος τέτοιας επέμβασης ουδόλως συνάγεται ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης. Άλλωστε, η ως άνω άποψη περί αναγκαιότητας ταύτισης στο ίδιο πρόσωπο των πιο πάνω ιδιοτήτων, σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, δεν συνάγεται ούτε και με τελολογική ερμηνεία αυτής. Τούτο, διότι, τυχόν παραδοχή της άποψης αυτής θα οδηγούσε προδήλως σε καταστρατήγηση του σκοπού του νόμου και στο απευκταίο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης χρήσης των αρχείων προσωπικών δεδομένων, καθόσον, αυτός μεν που επενέβη παρανόμως σε αρχείο και στη συνέχεια το παρέδωσε σε τρίτο, πιθανώς θα παρέμενε άγνωστος, ο δε χρήστης των παρανόμως κτηθέντων δεδομένων, λόγω του ότι δεν επενέβη ο ίδιος στο αρχείο, αλλά τρίτος, που του τα διέθεσε, θα παρέμενε ατιμώρητος. Συνακόλουθα, η ρητή μνεία της απόκτησης από τον χρήστη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπό τους όρους της παρ. 1α’ του άνω άρθρου, δηλαδή μετά από παράνομη επέμβαση σε αρχείο, εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη να θέσει την προϋπόθεση αυτή ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αυθαίρετης χρησιμοποίησης των προσωπικών δεδομένων, ως προϊόντων τέτοιας επέμβασης, χωρίς να ενδιαφέρει ποιος επενέβη στο αρχείο, δηλαδή ο ίδιος ή τρίτος, κατ’ αντιδιαστολή με την περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα με άλλον τρόπο, οπότε, όπως προεκτέθηκε, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. Προσθέτως, επισημαίνεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του προβλεπόμενου στην παράγραφο 2 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 “εγκλήματος χρήσης”, εφόσον η παράνομη επέμβαση δεν έγινε από τον υπαίτιο, δεν απαιτείται ο τελευταίος (υπαίτιος) να απέκτησε τα προσωπικά δεδομένα απευθείας από εκείνον που επενέβη χωρίς δικαίωμα σε αρχείο ή σύστημα αρχειοθέτησης, αλλά μπορεί να τα απέκτησε και από οποιονδήποτε ενδιάμεσο τρίτο, αρκεί, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει ο δράστης ότι τα προσωπικά αυτά δεδομένα προέρχονται από παράνομη επέμβαση σε αρχείο ή σύστημα αρχειοθέτησης, πράγμα που πρέπει να προκύπτει. Εξάλλου, σημειώνεται ότι και υπό την ισχύ του άρθρου 22 του ν. 2472/1997, ελλείψει της ρητής ως άνω προϋπόθεσης, που τέθηκε στη νέα διάταξη, γινόταν δεκτή, ερμηνευτικά, η ίδια προσέγγιση επί του ως άνω ζητήματος (ΑΠ 852/2024, ΑΠ 604/2023). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ’ άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφαση αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 5590/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία της κατηγορουμένης), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: “Η κατηγορουμένη στην Αθήνα την 17.10.2017, χωρίς δικαίωμα παρενέβη σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με οποιονδήποτε τρόπο και έλαβε γνώση των δεδομένων αυτών. Στη συνέχεια μετέδωσε και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα που αφορούσαν τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα, αφού απέκτησε πρόσβαση στον χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου, γνωστού σε αυτήν ατόμου, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν κατά την προδικασία, που αποτελεί ηλεκτρονικά διαρθρωμένο σύστημα αποθήκευσης δεδομένων εικόνας, τα οποία απεικόνιζαν την τότε ανήλικη Α. Λ., (γεννηθείσα την 8.11.2000), θυγατέρα των εγκαλούντων Η. Λ. του Π. και της Ε. Π., συζ. Λ., να διαπληκτίζεται κατά το έτος 2016 με συμμαθήτριά της έξω από Γυμνάσιο του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, το δε ως άνω βιντεοληπτικό υλικό είχε ληφθεί εν αγνοία της ως άνω ανήλικης και των εχόντων τη νόμιμη επιμέλεια αυτής γονέων της, εν συνεχεία προέβη μέσω της σελίδας που διατηρούσε στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης “Facebook” στην ανάρτηση του ως άνω βίντεο, μεταδίδοντας έτσι με τον τρόπο αυτό, προσωπικά δεδομένα της Α. Λ., αφού στο ως άνω βίντεο είχε αποτυπωθεί εμφανώς το πρόσωπο της ως άνω ανήλικης και καθιστώντας αυτά προσιτά σε μεγάλο αριθμό μη δικαιουμένων προσώπων, αφού του εν λόγω βιντεοληπτικού υλικού έλαβε γνώση σημαντικός αριθμός χρηστών του διαδικτύου που επισκέφθηκε τη σελίδα της κατηγορουμένης, που μάλιστα προέβησαν σε αρνητικά και δυσμενή σχόλια για το πρόσωπο της ως άνω ανήλικης. Σύμφωνα δε με τη νομική σκέψη που αναπτύχθηκε παραπάνω δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η κατηγορουμένη δεν προέβη η ίδια στην παράνομη καταγραφή των προσωπικών δεδομένων της Α. Λ., αλλά η ίδια έλαβε το βίντεο από τρίτο άτομο, αφού δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο που επεμβαίνει παράνομα στο αρχείο με αυτό που προβαίνει αυθαιρέτως σε χρήση του προϊόντος τέτοιας επέμβασης. Επομένως, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την ανωτέρω πράξη, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο αυτής την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, διότι άλλως θα καθίστατο η θέση αυτής δυσμενέστερη”. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της πράξης της παράνομης μετάδοσης σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρ. 38 παρ. 1 α’, 2 ν. 4624/2019) και, αφού αναγνώρισε σ’ αυτήν τα ελαφρυντικά της μετεφηβικής ηλικίας και του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 133, 84 παρ. 2 στοιχ. α’ ΠΚ), της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: “Στην Αθήνα την 17-10-2017 χωρίς δικαίωμα παρενέβη σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με οποιονδήποτε τρόπο και έλαβε γνώση των δεδομένων αυτών στη συνέχεια μετέδωσε, και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα που αφορούσαν τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα αφού απέκτησε πρόσβαση στο χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου γνωστού σε αυτήν ατόμου, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν κατά την προδικασία, που αποτελεί ηλεκτρονικά διαρθρωμένο σύστημα αποθήκευσης δεδομένων εικόνας, τα οποία απεικόνιζαν την τότε ανήλικη Α. Λ., θυγατέρα των εγκαλούντων Η. Λ. του Π. και Ε. Π., συζ. Η. Λ. να διαπληκτίζεται κατά το έτος 2016 με συμμαθήτριά της έξω από Γυμνάσιο του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, το δε ως άνω βιντεοληπτικό υλικό είχε ληφθεί εν αγνοία της ως άνω τότε ανήλικης και των εχόντων τη νόμιμη επιμέλεια αυτής γονέων της, εν συνεχεία προέβη μέσω της προσωπικής σελίδας που διατηρούσε στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης “Facebook” στην ανάρτηση του ως άνω βίντεο, μεταδίδοντας ούτως διά του τρόπου αυτού προσωπικά δεδομένα της Α. Λ., αφού στο ως άνω βίντεο είχε αποτυπωθεί εμφανώς το πρόσωπο της ως άνω ανήλικης και καθιστώντας αυτά προσιτά σε μεγάλο αριθμό μη δικαιούμενων προσώπων, αφού του εν λόγω βιντεοληπτικού υλικού έλαβε γνώση σημαντικός αριθμός χρηστών του διαδικτύου που επισκέφθηκε τη σελίδα της κατ/νης, που μάλιστα προέβησαν σε αρνητικά και δυσμενή σχόλια για το πρόσωπο της ως άνω ανήλικης”. Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, της παράβασης του άρθρ. 38 παρ. 1 α’, 2 ν. 4624/2019, καθόσον δεν παρατίθενται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα αναγκαία στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη, αφού απέκτησε πρόσβαση στον χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου γνωστού σε αυτήν ατόμου, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν κατά την προδικασία, που αποτελεί ηλεκτρονικά διαρθρωμένο σύστημα αποθήκευσης δεδομένων εικόνας, όπου απεικονιζόταν η τότε ανήλικη Α. Λ. να διαπληκτίζεται με συμμαθήτριά της, ανάρτησε το βιντεοληπτικό αυτό υλικό, που είχε ληφθεί εν αγνοία της ανήλικης και των γονέων της, σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση πώς προέκυψε ότι το επίμαχο βιντεοληπτικό υλικό ήταν ενταγμένο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (αρχείο) και δεν ήταν αποθηκευμένο στη συσκευή κινητού τηλεφώνου ως μεμονωμένο δεδομένο, ούτε εάν η απόκτηση των προσωπικών δεδομένων από την κατηγορουμένη έγινε κατόπιν αυθαίρετης – παράνομης επέμβασής της στο αρχείο αυτό, που φέρεται ότι διατηρούσε το μη κατονομαζόμενο πρόσωπο, διότι, όπως προεκτέθηκε, εάν δεν υπήρχε αρχείο ή εάν δεν υπήρξε τέτοια επέμβαση, δεν θεμελιώνεται το ανωτέρω αδίκημα. Επιπλέον δε, ουδόλως προσδιορίζονται με σαφήνεια στην απόφαση ο τρόπος και οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα μια τέτοια παράνομη επέμβαση. Σε σχέση με τα ανωτέρω, επισημαίνεται ότι αντιφατικά, στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη “χωρίς δικαίωμα παρενέβη σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και έλαβε γνώση των δεδομένων αυτών”, στη συνέχεια ότι αυτή “απέκτησε πρόσβαση στον χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου, γνωστού σε αυτήν ατόμου” και, τέλος, ότι η αναιρεσείουσα “έλαβε το βίντεο από τρίτο άτομο”. Έτσι, όμως, με τις ως άνω ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της συνδρομής της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείουσα και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των πρόσθετων λόγων αναίρεσης ως αλυσιτελής. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 5590/2024 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
