Αριθμός 424/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου (επ.) B. ή Μ. (ον.) J. ή Ι. του J. ή Γ., κατοίκου … Ρόδου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλετρά, για αναίρεση της απόφασης 224/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 3334/1.5.2024 αίτησή του αναιρέσεως και τους από 22.1.2025 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 554/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη με αριθ. πρωτ.3334/1-5-2024 αίτηση του (επ.) B. ή Μ.(ον.) J. ή Ι. του J. ή Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 224/2024 σε βάρος του απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου (ως δικαστηρίου του τόπου έκτισης της ποινής), το οποίο απέρριψε την υπ’αριθ.2/5-2-2024 αίτηση – αντιρρήσεις του κατά της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 23-2018-424/49/19.3.2018 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας, επικυρωθείσα από την υπ’ αριθ. 20-2018-403/59/8.5.2018 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου Αλβανίας, της οποίας η εκτελεστότητα αναγνωρίστηκε στην Ελληνική Επικράτεια δυνάμει της υπ’ αριθ. 4/25-4-2023 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, έχει ασκηθεί νομότυπα(από τον ίδιο με δήλωση που επιδόθηκε στις 1-5-2024 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 15-4-2024 – άρθρα 462, 464, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α,4, 563 εδ.β’ ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων(άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με τους επ’ αυτής πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος που κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 εδ.α’ΚΠΔ) η εξουσιοδοτημένη προς τούτο συνήγορός του, στις 22/1/2025.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 του νέου ΚΠΔ (Ν.4620/2019 ισχύς από 1-7-2019), “κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντος σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή την διάρκεια της ποινής λύεται από τον αρμόδιο κατ’ άρθρο 549 εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος επιλαμβάνεται το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Πλημμελειοδικείο το οποίο επιλαμβάνεται τέτοιων αντιρρήσεων του καταδικασμένου περιορίζεται μόνο στην εξέταση ζητημάτων σχετικών με την εκτελεστότητα αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, τα οποία προέκυψαν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής και ειδικότερα αναφορικά: α) με την εκτελεστότητα της απόφασης, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, β) με το είδος της ποινής που επιβλήθηκε και γ)με τη διάρκεια της ποινής, στην περίπτωση που ο καταδικασμένος επικαλείται εσφαλμένο προσδιορισμό του χρόνου λήξης της ποινής (άρθρο 554 ΚΠΔ) ή λόγο που παύει ή κωλύει τη συνέχιση της έκτισής της, όπως η απονομή χάριτος (άρθρο 564 περ. β’ ΚΠΔ) ή η παραγραφή της ποινής (άρθρο 565 περ. α’ ΚΠΔ) ή ο χαρακτηρισμός της πράξης ως μη αξιόποινης με μεταγενέστερο νόμο (άρθρο 2§2 ΠΚ) [ΑΠ.928/2020, ΑΠ.471/2015]. Για να είναι δε παραδεκτές οι αντιρρήσεις αυτές του καταδικασθέντος και να εξετασθούν από το Πλημμελειοδικείο του τόπου έκτισης της ποινής, πρέπει να διαρκεί ακόμη η εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή, η ποινή που έχει επιβληθεί με την απόφαση κατά της οποίας στρέφονται οι αντιρρήσεις να μη έχει καθ’ ολοκληρία αποτιθεί, γιατί μετά την απότιση της ποινής εξαντλείται η εκτελεστότητα της απόφασης και δεν υπάρχει στάδιο εκτέλεσης (ΑΠ.928/2020, ΑΠ.767/2014). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 563 εδ.β του ίδιου ως άνω Κώδικα, κατά της απόφασης του Δικαστηρίου επιτρέπεται στον Εισαγγελέα και στον καταδικασμένο το ένδικο μέσο της αναίρεσης(ΑΠ.928/2020). Περαιτέρω, με το Ν. 2313/1995 κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας για την αμοιβαία εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του άνω νόμου “1. τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεώνονται να εκτελούν αμοιβαία, κατόπιν αιτήσεων, σύμφωνα με τους κανόνες και υπό τους όρους που καθορίζονται στα επόμενα άρθρα τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε ποινικές υποθέσεις, με τις οποίες ένα δικαστήριο του ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη έχει απαγγείλει αμετάκλητα σε βάρος ενός υπηκόου του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μία ποινή ή ένα στερητικό της ελευθερίας μέτρο. 2. Η αίτηση, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, κατατίθεται από το Κράτος στο οποίο έχει απαγγελθεί η δικαστική απόφαση (Κράτος της καταδίκης). Ωστόσο, το Κράτος στο οποίο πρέπει να εκτελεσθεί η απόφαση (Κράτος της εκτέλεσης) έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το Κράτος της καταδίκης να καταθέσει αίτηση βάσει της παραγράφου 1”. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του ως άνω νόμου “η μεταφορά της εκτέλεσης δεν λαμβάνει χώρα, αν σύμφωνα με τη νομοθεσία του ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη η ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο έχει υποκύψει σε παραγραφή”.Αντίστοιχη διάταξη περιέχεται και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση ‘Εκδοσης (Ε.Σ.Ε), η οποία έχει κυρωθεί τόσο από την Ελλάδα, με το Ν.4165/1961, όσο και από την Αλβανία και συγκεκριμένα στο άρθρο 10 αυτής ορίζεται ότι “δεν παρέχεται έκδοσις εφόσον κατά την νομοθεσία του αιτούντος μέρους ή του παρ’ ου αιτείται η έκδοσις έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της επιβληθείσης ποινής”. Ακόμη, κατά το άρθρο 438 Κ.Π.Δ., η έκδοση απαγορεύεται και αν ακόμη συναινεί ο εκζητούμενος: α)… δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους, όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει ανακύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, ε)…”. Κατά δε το άρθρο 68 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα “η απόφαση της ποινής δεν εκτελείται όταν από την ημέρα που κατέστη αμετάκλητη πέρασαν : α)… β)… γ) πέντε έτη για αποφάσεις που περιέχουν ποινή φυλάκισης έως πέντε έτη ή ελαφρύτερες ποινές” (βλ. σχετικά ΑΠ 172/2022, ΑΠ 1876/2017).Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛΑΠ 2/2011, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 64/2023, ΑΠ 861/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω, υπ’ αριθ. 224/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου (ως δικαστηρίου του τόπου έκτισης της ποινής), μετά από επισκόπηση όλων των μνημονευόμενων εγγράφων της δικογραφίας, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: “Ο αιτών καταδικάσθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ.23-2018-424/49 από 19-3-2018 απόφασης του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης εκ προθέσεως που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 88 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας. Κατά της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τον καταδικασθέντα, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθ. 20- 2018-403/59 από 8-5-2018 απόφασης του Εφετείου Αργυροκάστρου Αλβανίας, η οποία επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση. Η ως άνω καταδικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 5-8-2018. Στις 6-7-2018 εκδόθηκε Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε η εκτέλεση της ως άνω επιβληθείσας στον αιτούντα ποινής. Κατόπιν, με το υπ’ αρ. πρωτ. 3545/4/5-1-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανικής Δημοκρατίας και το υπ’ αρ. πρωτ. 1379/7/20-12-2022 έγγραφο της Γενικής Εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Αλβανίας, υποβλήθηκε αίτημα αναγνώρισης και εκτέλεσης στην ελληνική επικράτεια της ως άνω ποινικής απόφασης του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας διότι ο καταδικασθείς είναι Έλληνας υπήκοος και κάτοικος Ηγουμενίτσας Θεσπρωτίας. Όπως αποδείχθηκε ο αιτών είναι Έλληνας υπήκοος, κάτοχος του Ελληνικού Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας με αριθμό AM 789415, εκδοθέν την 3-6-2016 από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ηγουμενίτσας, σύμφωνα δε με το με αριθ. πρωτ. 1253/18-7-2022 έγγραφο του Τμήματος Interpol της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας ο αιτών, πριν τη σύλληψη του, διέμενε πιθανότατα στην Ηγουμενίτσα Θεσπρωτίας, ενώ σύμφωνα με τον συνημμένο στο ως άνω έγγραφο, κατάλογο εισόδων και εξόδων των ελληνικών συνόρων, ο ίδιος πραγματοποιεί σε τακτά χρονικά διαστήματα είσοδο και έξοδο από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο αιτών τελεί σε ισχυρό πραγματικό σύνδεσμο με την Ελλάδα και επειδή η πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης εκ προθέσεως για την οποία καταδικάστηκε είναι αξιόποινη και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρο 310 ΠΚ), η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσπρωτίας με την υπ’ αρ. 4/25-4-2023 Διάταξή της έκανε δεκτό το αίτημα των Αρχών της Δημοκρατίας της Αλβανίας, αναγνώρισε την εκτελεστότητα της υπ’ αρ. 23-2018-424/49 από 19-3-2018 απόφασης του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε στην ως άνω ποινή φυλάκισης, στην Ελληνική Επικράτεια και διέταξε την εκτέλεση αυτής στην Ελλάδα και ειδικότερα την έκτιση της επιβληθείσας ποινής. Περαιτέρω, ο αιτών υπέβαλλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ηγουμενίτσας, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, την από 14-7-2023 αίτηση ανάκλησης της ως άνω Διάταξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, η οποία απορρίφθηκε με την από 26-7-2023 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας. Εν συνεχεία, ο αιτών συνελήφθη στην Ρόδο την 22-1-2024σε εκτέλεση της με αριθ. 4/25-4-2023 Διάταξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας και αφού δόθηκε συναίνεση για την εκτέλεση αυτής από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, διατάχθηκε η φυλάκισή του στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Αγιάς Χανίων από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου. Μετά ταύτα, ο αιτών κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας την από 25-1-2024 αίτηση αντιρρήσεων κατά της εκτέλεσης της ποινής σχετικά με την εκτέλεση της ως άνω Διάταξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, η οποία διαβιβάστηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών – Κέρκυρας στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσπρωτίας λόγω αναρμοδιότητας του ως άνω Εισαγγελέα για δικαιοδοτική κρίση επί της ως άνω αιτήσεως κατά το άρθρο 562 ΚΠΔ. Περαιτέρω, η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσπρωτίας δυνάμει της με αριθμό 1/29-1-2024 Διάταξής της απέρριψε την από 25-1-2024 αίτηση αντιρρήσεων του αιτούντος κατά της με αριθ. 4/25-4-2023 Διατάξεως της ίδιας ως άνω Εισαγγελέα. Με την από 5-2-2024 αίτησή του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, ενόσω διαρκεί η έκτιση της ποινής του, προβάλλει, κατ’ άρθρο 562 εδ. β’ του ΚΠΔ, αντιρρήσεις, σχετικά με την εκτελεστότητα της ως άνω καταδικαστικής απόφασης του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας, επικαλούμενος, παραγραφή της εκτέλεσης της ποινής σύμφωνα με το Αλβανικό Δίκαιο, έλλειψη των τυπικών συνημμένων εγγράφων που απαιτούν σωρευτικά οι διατάξεις των άρθρων 6 και 13 της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας για την αμοιβαία εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις, την εφαρμογή της Συμβάσεως δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995 ως ειδικότερο κανόνα δικαίου και …ζητεί να επιληφθεί του αιτήματός του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, ως Δικαστήριο του τόπου έκτισης της ποινής. Ως προς την αιτίαση του προβάλλοντος τις αντιρρήσεις περί συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής της επιβληθείσας από το Πρωτοδικείο της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας ποινής των τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών δέον να σημειωθούν τα εξής: η ως άνω καταδικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας Αγίων Σαράντα Αλβανίας κατέστη αμετάκλητη την 5-8-2023 (εννοείται 5-8-2018) ενώ η υπ’ αριθ. 4/2023 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναγνώρισε την εκτελεστότητα της ως άνω αλλοδαπής αποφάσεως στην Ελληνική Επικράτεια και διέταξε την έκτιση της επιβληθείσας στον προβάλλοντα τις αντιρρήσεις ποινή στην Ελλάδα, εκδόθηκε την 25-4-2023, ήτοι πριν παρέλθει η πενταετία, που προβλέπει το άρθρο 68 περ. γ’ του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα ως χρόνο παραγραφής της επιβληθείσας στον αιτούντα ποινής.
Συνεπώς, εφόσον η εκτέλεση της ως άνω επιβληθείσας ποινής ξεκίνησε πριν την πάροδο του χρόνου που προβλέπει το άρθρο 68 περ. γ’ του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα για καταδικαστικές αποφάσεις που περιέχουν ποινή φυλάκισης έως πέντε έτη ή άλλες ελαφρύτερες ποινές, η σχετική αιτίαση του προβάλλοντα τις αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθεί. Ως προς το ζήτημα της διεθνούς συμβάσεως που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου εφαρμοστέα είναι η Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας για την αμοιβαία εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2313/1995, και εμπεριέχει ειδικότερες διατάξεις (άρθρα 6 και 13) για τις ποινικές αποφάσεις και την εκτέλεση αυτών μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών και όχι η Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995 και διαθέτει εντελώς διαφορετικό ρυθμιστικό πεδίο.
Συνεπώς, ορθώς αναγνωρίστηκε η εκτελεστότητα της ως άνω αλλοδαπής αποφάσεως με βάσεις τις ειδικότερες για την εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων διατάξεις του Ν. 2313/1995, με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας για την αμοιβαία εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσπρωτίας δυνάμει της προαναφερθείσας Διάταξής της και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του προβάλλοντος τις αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν… Κατόπιν τούτων οι αντιρρήσεις του αιτούντος κρίνονται απορριπτέες καθώς ορθώς εκτίει την επιβληθείσα σ’ αυτόν ποινή κατ’ εκτέλεση της με αριθμό 23-2018-424/49 από 19-3- 2018 απόφασης του Πρωτοδικείου της Δικαστικής περιφέρειας Αγίων Σαράντα Αλβανίας, η εκτελεστότητα της οποίας αναγνωρίστηκε στην Ελληνική Επικράτεια δυνάμει της με αριθμό 4/25-4-2023 Διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας”.
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω αίτηση – αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος ως εξής: “ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ’ αριθ. 2/5-2-2024 αίτηση-αντιρρήσεις του παραπάνω αιτούντα- κατηγορουμένου κατά της εκτέλεσης της ποινής φυλακίσεως των τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών που του επιβλήθηκε από το Πρωτοδικείο της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα με την υπ’ αριθ. 23-2018-424/49/19.3.2018 απόφαση, επικυρωθείσα από την υπ’ αριθ. 20-2018-403/59/08.05.2018 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου Αλβανίας της οποίας η εκτελεστότητα αναγνωρίστηκε στην Ελληνική Επικράτεια δυνάμει της υπ’ αριθ. 4/25-4-2023, διατάξεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας.” Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 του Ν.2313/1995 (κύρωση σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας για την αμοιβαία εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις) και του άρθρου 68 εδ. γ’ του Αλβανικού ποινικού Κώδικα (για την παραγραφή της εκτέλεσης της ποινής) και συνακόλουθα εσφαλμένα απέρριψε την υπ’ αριθ. 2/5-2-2024 αίτηση – αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατά της εκτέλεσης της ως άνω ποινής φυλάκισης, με την παραδοχή ότι από το χρόνο που η παραπάνω καταδικαστική αλλοδαπή απόφαση κατέστη αμετάκλητη, ήτοι την 5-8-2018, έως το χρόνο έκδοσης της υπ’ αριθ.4/2023 διάταξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, που αναγνώρισε την εκτελεστότητα αυτής και διέταξε την έκτισή της, ήτοι την 25-4-2023, δεν παρήλθε πενταετία και συνεπώς δεν επήλθε η παραγραφή της ως άνω επιβληθείσας ποινής, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η εκτέλεση της ως άνω ποινής ξεκίνησε από το χρόνο έκδοσης της παραπάνω διάταξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, καθόσον, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, από την ημέρα που ο αναιρεσείων συνελήφθη στη Ρόδο, ήτοι την 22-1-2024, άρχισε η εκτέλεση της ως άνω ποινής του, οπότε κατά την ως άνω ημερομηνία (22-1-2024) η ποινή του είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή, και σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 68 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα η ποινή αυτή δεν ηδύνατο να εκτελεστεί αφού στις 5-8-2023 συμπληρώθηκε πενταετία από τότε που η ως άνω καταδικαστική σε βάρος του απόφαση κατέστη αμετάκλητη, ήτοι την 5-8-2018.Επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 Ε’ ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών πρόσθετων λόγων της κρινόμενης αναίρεσης, που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω δεκτού γενόμενου ως βάσιμου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, πρέπει, κατ’ άρθρο 518 ΚΠΔ, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αλλά να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό και να γίνει δεκτή η κρινόμενη υπ’ αριθ. 2/5-2-2024 αίτηση – αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος και να παύσει η έκτιση της ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 23-2018-424/49/19.3.2018 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας, επικυρωθείσα από την υπ’ αριθ. 20-2018-403/59/8.5.2018 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου Αλβανίας, της οποίας η εκτελεστότητα αναγνωρίστηκε στην Ελληνική Επικράτεια δυνάμει της υπ’ αριθ. 4/25-4-2023, διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ.224/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Δέχεται την υπ’ αριθ.2/5-2-2024 αίτηση – αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος κατά της εκτέλεσης της παρακάτω ποινής φυλάκισης.
Παύει την έκτιση της ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 23-2018-424/49/19.3.2018 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Περιφέρειας των Αγίων Σαράντα Αλβανίας, επικυρωθείσα από την υπ’ αριθ. 20-2018-403/59/8.5.2018 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου Αλβανίας, της οποίας η εκτελεστότητα αναγνωρίστηκε στην Ελληνική Επικράτεια δυνάμει της υπ’ αριθ. 4/25-4-2023, διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
Προηγούμενο άρθροΣτΕ: Παραγραφή φόρου 5 ετών χωρίς εμπρόθεσμο αίτημα σε αλλοδαπή αρχή
