Αριθμός 2/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Παναγιωτόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου J. K. του X., κατοίκου … και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, για αναίρεση της απόφασης 1523/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28-2- 2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 268/23.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 28.2.2023 υπό κρίση αίτηση του κατηγορουμένου J. Κ. του X. και της F., κατοίκου …, και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1523/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό, Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις 1) της συμμορίας και 2) της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, από υπότροπο, σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών και τεσσάρων (4) μηνών, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του στο Διευθυντή του ως άνω Καταστήματος Κράτησης, συνταχθείσας προς τούτο της υπ’ αριθ. 34/2023 σχετικής εκθέσεως (άρθ. 474 παρ. 1 του ν. ΠΚ), και εμπρόθεσμα (άρθ. 473 παρ. 2 και 3 του ίδιου Κώδικα) αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 17.2.2023 (βλ. την αυθημερόν συνταχθείσα σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέα στο τέλος της προσβαλλομένης), περιέχει δε λόγους αναίρεσης, διατυπωμένους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Θ’ του νέου ΚΠΔ [εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης-έλλειψη νόμιμης βάσης, υπέρβαση εξουσίας]. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 εδ. α’ του νέου ΠΚ, στο οποίο τυποποιείται το έγκλημα της συμμορίας, “Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ίδιου κώδικα “Όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή”. Εξάλλου, κατά την καθιερούμενη με τη διάταξη του άρθρου 464 ΚΠΔ αρχή, ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων η αίτηση αναίρεσης (άρθρο 462 στοιχ.β ΚΠΔ), μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, σε κάθε, όμως, περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκησή τους στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ίδιο δε ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ένδικου μέσου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει να επιδιώκει ορισμένο όφελος από την παραδοχή του, να αναμένει δηλαδή βελτίωση της θέσης του από την ευδοκίμησή του, το δε συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό και να μην αφορά άλλους. Αν ελλείπει το έννομο συμφέρον, το ένδικο μέσο ή ο διαλαμβανόμενος σ’ αυτό λόγος, κατά περίπτωση, απορρίπτονται ως απαράδεκτα. Τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν ο δικαιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο δεν μπορεί να παραπονεθεί ότι υπέστη έννομη προσβολή από τη δικαστική απόφαση αλλά και όταν ο λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1115/2021, ΑΠ 666/2021, ΑΠ 1203/2019).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή, με εκ πλαγίου παραβίαση, της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ, με την αιτίαση ότι, ενώ με την προσβαλλομένη καταδικάστηκε (και) για το προβλεπόμενο από την εν λόγω διάταξη αδίκημα, παρά ταύτα, το δικάσαν Δικαστήριο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα αυτήν, διέλαβε στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασής του περιστατικά που στοιχειοθετούν τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ, στερώντας, έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού σ’ αυτήν έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις αναφορικά με τη συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Ο λόγος αυτός, με την αναφερόμενη αιτίαση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή του, αφού από την παράθεση περιστατικών αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 187 παρ. 1 ΠΚ δεν υφίσταται γι’ αυτόν οποιαδήποτε επιβλαβής συνέπεια, επιπλέον δε, και αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά, κατά το νόμο, στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε για την πλημμεληματική πράξη της συμμορίας [άρθρο 187 παρ. 3 ν.ΠΚ] κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας [ήδη από τον πρώτο βαθμό εκδίκασης της υπόθεσης] από την κακουργηματική πράξη της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης [άρθ. 187 παρ. 1 του ίδιου κώδικα], για την οποία είχε παραπεμφθεί, τυγχάνοντας έτσι, οπωσδήποτε ευμενέστερης ποινικής μεταχείρισης, ούτε αναμένεται βελτίωση της θέσης του από την ευδοκίμηση του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτήν προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, 1/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 83 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ [όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 15 του ν. 5090/23.2.2024, που κατέστησε δυσμενέστερη την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου], “Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη ως έξι έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία”. Εξάλλου, στον ισχύοντα από 20.3.2013 ν. 4139/2013 “Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α’ 74/20.03.2013) και στο άρθρο 20 αυτού (διακίνηση ναρκωτικών) ορίζεται, ότι “1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως …. η πώληση, η αγορά, …. η αποθήκευση, … η κατοχή, η μεταφορά, …. ναρκωτικών ουσιών …. “. Με το ανωτέρω άρθρο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, περιέχεται δε μεταξύ αυτών η αγορά, εισαγωγή, πώληση, αποθήκευση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Επίσης, με το άρθρο 22 του αυτού νόμου, τυποποιούνται διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών και με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι με την ποινή της παραγράφου 1 [δηλαδή, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ] τιμωρείται όποιος παράνομα …β) ενεργεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και .. στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, γ) είναι υπότροπος […]. Ακόμη, με το άρθρο 23 του ίδιου ως άνω νόμου (4139/2013), τυποποιούνται ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών και με την παράγραφο 2 περ. α’ του άρθρου αυτού, ορίζεται ότι τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22, όταν κατ’ επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ’ επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις περιπτώσεις αυτές υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, για την εφαρμογή δε της παραπάνω διάταξης του άρθρου 23 παρ. 2 περ. α’ του ν. 4139/2013 και την επιβολή της ως άνω ποινής, δεν αρκεί ο υπαίτιος να διακινεί ναρκωτικά κατ’ επάγγελμα, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε από τη διακίνηση να υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000 €). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ “Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών”, στο πεδίο εφαρμογής της οποίας εντάσσεται και ο ανωτέρω ν. 4139/2013 [ΑΠ 744/2020, ΑΠ 299/2020]. Ήδη, με το άρθρο 136 του ν. 5090/2024 το άρθρο 463 του ΠΚ καταργήθηκε από 1.5.2024. Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων [προτού καταργηθεί το άρθρο 463 ΠΚ] προκύπτει, ότι από την 01.07.2019, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019) και του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019), η διακεκριμένη περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κατ’ άρθρο 23 παρ. 2 περ.α’ του ν. 4139/2013 (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), τιμωρούνταν με διαζευκτική ποινή, ισόβιας κάθειρξης ή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών (και με χρηματική ποινή 50.000 έως 1.000.000 ευρώ).
Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 23 ν. 4139/2013 μετά την εφαρμογή του άρθρου 463 παρ. 4 του νέου ΠΚ είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ν.ΠΚ, καθώς απειλείται για την πράξη αυτήν διαζευκτικά, εκτός από τη στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Επιπλέον δε, εφόσον συντρέχει λόγος μείωσης της ποινής (όπως εν προκειμένω για τον αναιρεσείοντα, κατ’ άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε’ νέου ΠΚ) το μειωμένο πλαίσιο ποινής για την πράξη του άρθρου 23 ν. 4139/2013, ρυθμίζεται από το ως άνω άρθρο 83 του νέου ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται κάθειρξη [δηλαδή πέντε έως δεκαπέντε έτη κατ’ άρθρο 52 παρ. 2 ν.ΠΚ), και β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη. Έτσι, το διαμορφούμενο επιεικέστερο νομοθετικό πλαίσιο θα εξαρτηθεί από την επιλογή της στερητικής της ελευθερίας ποινής που θα επιβάλει κατά τους όρους του άρθρου 79 του νέου ΠΚ το Δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1523/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, μεταξύ άλλων, της αξιόποινης πράξης της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατοχή, μεταφορά, αποθήκευση, πώληση) από μη τοξικομανή, κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, από υπότροπο, και, αφού του αναγνωρίστηκε η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του νέου ΠΚ, ότι, δηλαδή, συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του, επιβλήθηκε σ’ αυτόν, για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών [και χρηματική ποινή ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ]. Ήδη, όμως, για την εν λόγω κακουργηματική πράξη, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 1872/2020 απόφασή του επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή κάθειρξης δεκαοκτώ (18) ετών [η οποία, να σημειωθεί, επιβλήθηκε παρά το νόμο, καθόσον με τον ισχύοντα από 1.7.2019 νέο ΠΚ η ποινή κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη, κατ’ άρθρο 52 παρ. 2 ν.ΠΚ], αποκλείοντας, έτσι, κατά την κυριαρχική κρίση του, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 79 ΠΚ, την επιβολή της ποινής της ισόβιας κάθειρξης, και τούτο διότι, όπως, προδήλως, προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, η ποινή κάθειρξης δεκαοκτώ ετών δεν επιβλήθηκε στο προβλεπόμενο μειωμένο πλαίσιο ποινής, αντί της ισόβιας κάθειρξης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 83 περ. α’ ΠΚ, καθόσον στον πρώτο βαθμό εκδίκασης της υπόθεσης, δεν συνέτρεξε λόγος μείωσης της ποινής ώστε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 83 περ. α’ ΠΚ, αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης να επιβληθεί πρόσκαιρη κάθειρξη, το πλαίσιο της οποίας είναι από πέντε (5) έως δεκαπέντε (15) έτη, σύμφωνα με την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 ν.ΠΚ. Ενόψει, λοιπόν, της επιλογής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τους όρους του άρθρου 79 ν.ΠΚ, όχι της ποινής ισόβιας κάθειρξης, αλλά της διαζευκτικώς προβλεπόμενης, υπό την ισχύ του άρθρου 463 ν.ΠΚ, πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ν.ΠΚ, όφειλε να καθορίσει την επιβλητέα ποινή στο πλαίσιο της, κατ’ άρθρο 83 περ. β’ν.ΠΚ, μειωμένης ποινής, δηλαδή της φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξης έως οκτώ (8) έτη, και όχι να επιβάλει ποινή κάθειρξης δεκατεσσάρων (14) ετών που εντάσσεται στο πλαίσιο της μειωμένης ποινής αντί εκείνης της ισόβιας κάθειρξης.
Συνεπώς, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με το να επιβάλει μεγαλύτερη, από την προβλεπόμενη στο νόμο, ποινή για την πράξη του άρθρου 23 παρ. 2 περ.α’ του νόμου περί ναρκωτικών (ν.4139/2013), υπερέβη την εξουσία του και εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου ποινική διάταξη του άρθρου 83 του νέου ΠΚ [όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 15 του ν. 5090/23.2.2024, που κατέστησε δυσμενέστερη την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου] και ως εκ τούτου τυγχάνουν βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ και Θ’ του νέου ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οπότε πρέπει: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση για τον αναιρεσείοντα ως προς την επιμέτρηση της στερητικής της ελευθερίας ποινής για την ως άνω πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνον το ποσό των 75.000 €, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, [και, αναγκαίως, για τον επανακαθορισμό συνολικής ποινής] για νέα, κατά τούτο συζήτηση της υπόθεσης, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 ν.ΚΠΔ, όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε από το άρθρο 159 ν. 4855/12.11.2021), και γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 1523/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για τον αναιρεσείοντα ως προς τη διάταξή της περί στερητικής της ελευθερίας ποινής για την πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνον το ποσό των 75.000 €, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, από υπότροπο και αναγκαίως ως προς τη διάταξή της περί συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά την επιμέτρηση της ανωτέρω ποινής και, αναγκαίως, για τον επανακαθορισμό συνολικής ποινής] για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 28.2.2022 αίτηση του κατηγορουμένου J. Κ. του X. και της F., κατοίκου …, κρατούμενου [κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης] στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1523/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2024. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
