Αριθμός 1490/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Θ. και της Έ., 2) Μ. Τ. του Θ. και της Έ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Γουλανδρή, που ανακάλεσε την από 31-1-2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της 56/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 7.3.2017 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου οι ενάγοντες, και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν, ότι τυγχάνουν συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός ακινήτου ευρισκόμενου εντός του παραλιακού οικισμού “Κάτω Αγιος Πέτρος” στη θέση και περιοχή “Άγιος Πέτρος” της δημοτικής ενότητας Υδρούσας του Δήμου Άνδρου εκτάσεως 7.727,78 τ.μ.. Ότι τη (συγ)κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, απέκτησαν, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. Ια και I βΝ. 3127/2003, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ασκώντας επί του επίδικου ακινήτου όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή εμφανείς υλικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, προσμετρώντας στο χρόνο της συννομής τους και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα (συγκυριότητά) τους, υποστηρίζοντας ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσια έκταση που ανήκει στην κυριότητα του ίδιου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί αυτού κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό για τον καθένα εξ αυτών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, με την 12/2019 οριστική απόφασή του, δέχθηκε ως κατ’ουσίαν βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε τους ενάγοντες ως (συγ)κυρίους του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό κυριότητας 50% για τον καθένα. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 56/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η από 23.9.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ ).
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του,, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. (ΑΠ 793/2021,ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 694/2018).
II. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 ν.3127/2003 (“τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις”) όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από την παρ. 11 του άρθου 154 του Ν. 4389/2016(ΦΕΚ Α/27-5-2016) αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί). Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: “1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ”, ήτοι μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. (ΑΠ 187/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) να νέμεται αδιατάρακτα τούτο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, για δέκα (10) έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ. α’ και β’ του ίδιου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του. Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση “νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών” και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσο και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ’ εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή. Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση (παρ.2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων “περί δικαιοστασίου” που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π”, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων” και η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις . Οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει. Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ’ αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε έμπρακτη θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του “νέμεται αδιαταράκτως” στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος, δε, νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η με οποιοδήποτε τρόπο λήψη υπόψη από ιδιώτη, της δήλωσης ιδιοκτησίας του ότι η επίδικη έκταση έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση. (ΑΠ 727/2022, ΑΠ 712/2020). Από το χρονικό δε σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση, με σχετική κοινοποίηση της Δημόσιας Αρχής, ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αυτό αδιαταράκτως (ΟλΑΠ11/2015, ΑΠ 727/2022, ΑΠ 443/2021, ΑΠ 585/2021, ΑΠ807/2019, ΑΠ826/2018, ΑΠ 1813/2017) . Δεν συνιστά πράξη διατάραξης η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα η οποία αντιμετωπίζεται με αναγνωριστική αγωγή, ούτε συνιστούν διαταρακτικές της νομής πράξεις η προβολή και μόνο δικαιώματος νομής από το Ελληνικό Δημόσιο σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η καταχώρηση του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, ή η έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 443/2021, ΑΠ 1023/2013).
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011). Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 56/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, προκύπτει ότι μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, έγιναν δεκτά με αυτήν ανελέγκτως τα εξής : ” … Το επίδικο (νυν οικόπεδο ) βρίσκεται στον οικισμό “Κάτω Άγιος Πέτρος” της Δημοτικής Ενότητας Υδρούσας του νυν Δήμου Άνδρου (που αποτελεί οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που προϋφίσταται του έτους 1923), έχει έκταση 7.727,78 τ.μ. και εμφαίνεται σήμερα στο από Μαρτίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Ζ….. Το εν λόγω ακίνητο δεν αποτελεί κοινόχρηστο χώρο ούτε άλσος ή πάρκο. Οι εφεσίβλητοι απέκτησαν την ψιλή κυριότητα του επιδίκου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει της υπ’αριθμόν …/…1987 δημόσιας διαθήκης της Έ. συζ. Θ. Τ., η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Π. Σ., ενώ η επικαρπία αυτού περιήλθε στον Θ. Τ. του Α.. Την διαθήκη αυτή αποδέχθηκαν οι κληρονόμοι, δυνάμει της υπ’αριθμόν …/…2002 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου … Α. Κ., η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Άνδρου…, μετά δε τις υπ’αριθμούς … και …/….2002 πράξεις παραίτησης από την επικαρπία του ως άνω επικαρπωτή ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, οι εφεσίβλητοι απέκτησαν το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Σύμφωνα με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη, η Έ. συζ. Θ. Τ., κατέλειπε, μεταξύ άλλων, στους ενάγοντες, την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην παραλία Αγίου Πέτρου (Γαυρίου) εκτάσεως επτά (7) στρεμμάτων. Η τελευταία το είχε αποκτήσει, δυνάμει του υπ’αριθμόν …/…1984 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου…, Μ. Κ., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Γαυρίου…, από τον πατέρα της, Γ. Σ. του Κ.. Ο τελευταίος μεταβίβασε στη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ένα ακίνητο έκτασης 9.761 τ.μ., κείμενο στην περιοχή Κάτω Άγιος Πέτρος. Εν συνεχεία, η Έ. συζ. Θ. Τ., δυνάμει των υπ’αριθμ. … και …/…1987 συμβολαίων αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου …, Μ. Κ., τα οποία έχουν μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου…, μεταβίβασε στον Ν. Μ., τμήματα της μείζονος έκτασης, εμβαδού 1.015 τ.μ. έκαστο. Ο Γ. Σ. του Κ. απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει του υπ’αριθμόν …1965 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου …, Μ. Κ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα…, από τον Λ. Β. του Κ., όπου αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται αγρός, κείμενος στη θέση “Άγιος Πέτρος”, έκτασης έξι (6) στρεμμάτων πλέον ή έλαττον. Ο τελευταίος απέκτησε την ανωτέρω έκταση, δυνάμει του υπ’αριθμόν …1926 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου …, Α. Λ., το οποίο έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Γαυρίου… όπου αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται αγρός, όσης έκτασης και αν είναι, από τον Δ. Π. του Ι.. Ο τελευταίος είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο από τον Ν. Π. του Κ., δυνάμει του υπ’αριθμόν …1926 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Γαυρίου, Α. Λ., το οποίο έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Γαυρίου…, όπου αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται ένα αμπελοπεριβόλιον, κείμενο στη θέση Άγιος Πέτρος της κοινότητας Γαυρίου, όσης έκτασης και αν είναι. Τέλος, ο Ν. Π. του Κ. κληρονόμησε το ανωτέρω ακίνητο από την Α. συζ.Ν. Π. του Κ., δυνάμει της υπ’αριθμόν …1904 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφο … Ι. Δ., η οποία δηλώθηκε νόμιμα… Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ευρίσκεται σε ευρύτερο κτήμα στον οικισμό του Κάτω Αγίου Πέτρου, είναι από αμνημονεύτων χρόνο περιφραγμένο και οριοθετημένο με ξερολιθικό μανδρότοιχο, ο οποίος συνιστά αδιάψευστο μάρτυρα της συνεχούς ανθρώπινης παρουσίας και εκμετάλλευσης αυτού, ήδη από τον 19° αιώνα, κάτι το οποίο προκύπτει τόσο από αεροφωτογραφίες όσο και από τον τρόπο κατασκευής του, δηλαδή με την τοποθέτηση κατά μήκους της μάνδρας, σε αποστάσεις περίπου επτά (7) μέτρων, κάθετων όρθιων λίθων, μεγάλων διαστάσεων, που (στην Άνδρο και σις λοιπές Κυκλάδες) χαρακτηρίζονται ως “Παναγιές” ή “Στήματα”, τεχνική που ανάγεται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επίσης από την αποσαρθρωμένη υφή των λίθων προκύπτει ο χρόνος κατασκευής το ξερολιθικού μανδρότοιχου. Από τη χρονική αλληλουχία των ανωτέρω τίτλων, συνάγεται σαφώς ότι οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) διαθέτουν νόμιμους τίτλους κυριότητας της επίδικης έκτασης, οι οποίοι χρονολογούνται μετά την 23.2.1945 και ειδικότερα ότι διαθέτουν, οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοι τους, νόμιμους τίτλους από επαχθή αιτία. Όπως προκύπτει από τους τίτλους ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων, το επίδικο εμπίπτει εξ ολοκλήρου στους τίτλους ιδιοκτησίας τους, στους οποίους παρατηρούνται μικρές διαφορές στην αναγραφόμενη έκταση του επιδίκου. Οι διαφοροποιήσεις αυτές, ως προς την καταγραφόμενη συνολική επιφάνεια του επιδίκου, δεν αλλοιώνουν την αδιάβλητη γεωμετρική ταυτότητά του, καθώς αυτή προκύπτει εναργώς και από τη θέση και ταυτοποίησή τους έναντι των αναφερόμενων σε όλους τους τίτλους κτήσης περιμετρικών ορίων, ενώ αμφισβήτηση δεν μπορεί να γεννηθεί ούτε ως προς τη χωροταξική του διάρθρωση και τη γειτνίασή του με τις όμορες ιδιοκτησίες, και δεν καταλείπονται αμφιβολίες ως προς την πλήρη ταυτότητά του. Ακόμη αυτό αναγνωρίζεται από τους όμορους ιδιοκτήτες, οι οποίοι με τις δηλώσεις των ιδιοκτησιών τους στο Κτηματολόγιο, πιστοποιούν τα όριά του και δεν προβάλλουν κανένα δικαίωμα επ’αυτού. Σημειωτέον ότι, το γεγονός πως στο υπ’αριθμόν …1965 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου …, Μ. Κ., η έκταση προσδιορίζεται ως έξι (6) στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον, δεν δημιουργεί ασάφεια για την ταυτότητα του ακινήτου, δεδομένου ότι κατά το χρόνο σύναψης του συμβολαίου, οι τοπογραφικές μετρήσεις δεν είχαν την ακρίβεια των σύγχρονων μεθόδων, τέτοιας δε μικρής έκτασης αποκλίσεις είναι συνήθεις σε συμβόλαια εκείνης της περιόδου. Οι εφεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοι τους κατείχαν το επίδικο από πολλών ετών, ασκώντας κατά τρόπο συστηματικό πράξεις νομής, όπως καλλιέργειες, αμπέλια, βοσκή ζώων, χωρίς ουδέποτε να το εγκαταλείψουν. Αυτό αποδεικνύεται από τις… ένορκες βεβαιώσεις … Πιο συγκεκριμένα, ο Κ. Σ. στην υπ’αριθμ. …2017 ένορκη βεβαίωσή του, ευρισκόμενος από μικρός στο εν λόγω ακίνητο, λόγω του ότι ανήκε στον πατέρα του, βεβαιώνει ότι το επίδικο ακίνητο είναι μια σχετικά επίπεδη έκταση εφαπτόμενη στην παλιά δημόσια οδό Γαυρίου- Άνδρου, η οποία από παλιά χρησιμοποιείτο για αμπελοκαλλιέργειες, γιαυτό και στα παλαιότερα συμβόλαια αναφερόταν ως αμπελοπεριβόλιον και περιγράφει λεπτομερώς τον τρόπο .με τον οποίο ασκούσαν στο επίδικο οι εφεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοι τους τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις νομής…. Ως εκ τούτου, οι εφεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 4&1 παρ. 1α του Ν. 3127/2003…. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν πράξεις νομής στο ακίνητο, έχοντας δε την πεποίθηση ότι ήταν κύριοι αυτού, είχαν την αξιούμενη από το νόμο καλή πίστη. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ’αριθμ.πρωτ. 1015526/10732/Α0010/ΠΕ/14.2.2002 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, η οποία έκανε δεκτή στο σύνολο της την υπ’αριθμ. 34/2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλαξίμων Περιουσιών, καταγράφηκε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων, ως δημόσια, έκταση εμβαδού 9.902,763 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στην περιοχή “Μεταλλεία Αγίου Πέτρου Γαυρίου νήσου Άνδρου”, εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη γνωμοδότηση, στην ανωτέρω περιοχή είχε παραχωρηθεί δυνάμει του από …1873 Β.Δ. δικαίωμα μεταλλειοκτησίας, το οποίο εν συνεχεία καταργήθηκε δυνάμει της υπ’αριθμόν …/…1938 Υ.Α. και δεδομένου, αφενός ότι το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας είναι αυτοτελές και αυθύπαρκτο δικαίωμα κυριότητας επί του μετάλλου και δεν συνεπάγεται παραχώρηση του δικαιώματος κυριότητας επί του εδάφους και αφετέρου ότι στην εν λόγω έκταση δεν προέκυψαν δικαιώματα κυριότητας ιδιωτών, πλην έκτασης εμβαδού δέκα (10) στρεμμάτων, τα οποία μετά από έλεγχο και εφαρμογή των προσκομισθέντων τίτλων, διαπιστώθηκε ότι ανήκουν κατά κυριότητα σε ιδιώτες. Ωστόσο, με την υπ’αριθμ. πρωτ. …/…/…2004 απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, ανακλήθηκε η καταγραφή της επίδικης έκτασης, ως δημοσίου κτήματος, καθ’ ο μέρος έχει ως βάση τη διαδοχή του ελληνικού δημοσίου στην κυριότητα του τουρκικού δημοσίου και ανεστάλη η καταγραφή της επίδικης έκτασης, ως αδέσποτου, ωσότου συνταχθεί νέα έκταση. Μέχρι σήμερα, δεν έχει λάβει χώρα νέα γνωμοδότηση, ούτε έχουν γίνει ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση .
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι οι εφεσίβλητοι νέμονταν το επίδικο, συνεχώς και αδιαλείπτως από επαχθή αιτία από το έτος 1987 επί δεκαπέντε (15) έτη και οι δικαιοπάροχοι τους από το έτος 1926, μέχρι το 1987, χωρίς να ενοχληθούν από το εκκαλούν καθ’οιονδήποτε τρόπο μέχρι την έκδοση της 1015526/10732/Α0010/ΠΕ/14.2.2002 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, η οποία έκανε δεκτή στο σύνολο της την υπ’αριθμ. 34/2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμων Περιουσιών, καταγράφηκε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων, ως δημόσια, έκταση εμβαδού 9.902,763 τ.μ. Μέχρι το χρόνο αυτό ουδεμία όχληση, διατάραξη ή αμφισβήτηση της νομής τους υπήρξε και οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) είχαν την ειλικρινή πεποίθηση ότι απέκτησαν ένα ακίνητο, το οποίο ουδείς διεκδικούσε. Δηλαδή, οι εφεσίβλητοι κατά την κτήση της νομής τους είχαν την πεποίθηση, η οποία δεν οφειλόταν σε βαριά αμέλειά τους, ότι απέκτησαν την αποκλειστική κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αφού δεν υφίστατο οιαδήποτε διεκδίκηση του Ελληνικού Δημοσίου προ του έτους 2002, όταν για πρώτη φορά το Ελληνικό Δημόσιο εντελώς αυθαίρετα και άνευ οιασδήποτε ουσιαστικής έρευνας προέβη στην καταγραφή της υπό αμφισβήτηση έκτασης στα Βιβλία Δημοσίων Κτημάτων. Η καλή πίστη των εφεσίβλητων αποδεικνύεται ιδίως από την αδιάκοπη σειρά τίτλων μέχρι το έτος 1926 (αλλά και την συμπερίληψη του επιδίκου ακινήτου στην υπ’αριθμ. … της …1904 δημόσιας διαθήκης της Α. συζύγου Ν. Π. του Κ. …), από τη χρήση αυτού προς καλλιέργεια και βοσκή, από το ορισμένο και σαφές των ορίων του επιδίκου ακινήτου (και την οριοθέτηση αυτού με παλιό ξηρολιθικό μανδρότοιχο), από το γεγονός ότι το επίδικο είναι εντός του παραλιακού και παραδοσιακού οικισμού του Κάτω Αγίου Πέτρου, που υφίσταται προ του 1923, και από το γεγονός ότι το εκκαλούν ουδέποτε όχλησε αυτούς ή τους δικαιοπαρόχους τους στην άσκηση της νομής στο επίδικο, ούτε άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό. Σημειώνεται δε ότι η απόκτηση της νομής του επίδικου από τους εφεσίβλητους έγινε το έτος 1988 (με την αποδοχή της κληρονομιάς της επικαρπίας αυτού δια της υπ’αριθμ. …/…2002 πράξης αποδοχής, ήτοι δέκα πέντε έτη πριν την καταγραφή της ευρύτερης έκτασης). Μάλιστα το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ούτε πρωτοδίκως ούτε στο δικόγραφο της έφεσής του επικαλείται ότι το επίδικο ακίνητο εντάσσεται σε οιαδήποτε από τις κατηγορίες ακινήτων (δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές), που μπορεί να θεωρηθούν ως ανεπίδεκτες εξουσίασης και περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχο του Οθωμανικού, Κράτους, δικαιώματι πολέμου.
Συνεπώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβητεί ότι το επίδικο ακίνητο δεν εμπίπτει στις ανωτέρω κατηγορίες, δηλαδή δεν πρόκειται για ανεπίδεκτο εξουσίασης ακίνητο, γιατί γνωρίζει ότι το επίδικο, ως ευρισκόμενο εντός οριοθετημένου οικισμού του Κάτω Αγίου Πέτρου, δεν δύναται να θεωρηθεί ως ανεπίδεκτο εξουσίασης. Μάλιστα ο εν λόγω οικισμός έχει χαρακτηρισθεί από το ίδιο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, ως παραλιακός και παραδοσιακός και προϋφίσταται του έτους 1923. Από κανένα μέσο δεν προέκυψε ότι το επίδικο, ή τα ακίνητα που απαρτίζουν την ευρύτερη έκταση, ήταν ή κατέστησαν καθ’οιονδήποτε τρόπο αδέσποτα, ώστε να περιέλθουν εν συνεχεία στο Ελληνικό Δημόσιο. Αντίθετα… αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκε πάντα σε ιδιώτες που το εκμεταλλεύονταν, όπως και όλα τα αγροτεμάχια της περιοχής, γιατί, ελλείψει επαρκούς γης στη νήσο Άνδρο, κάθε τετραγωνικό μέτρο αξιοποιούνταν. Η εμφάνιση από την άλλη πλευρά περιορισμένου αριθμού φρύγανων και θάμνων, καθώς και η έλλειψη εμφανών σημείων καλλιέργειας του αγροτεμαχίου συνάδει με τον τρόπο καλλιέργειας των συγκεκριμένων αγροτεμαχίων, ήτοι, με βρόμη, κριθάρι και άλλες καλλιέργειες που δεν απαιτούν μεγάλο βάθος, και συνοδεύονται από αγρανάπαυση δύο έως πέντε ετών. Τέταρτον, πράξεις νομής από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου επί του παραπάνω ακινήτου δεν προέκυψαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νομής των εναγόντων ή των δικαιοπαρόχων τους. Όπως όμως προκύπτει από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το παραπάνω ακίνητο ανήκει στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή των εφεσίβλητων και η αμφισβήτηση αυτού δεν είναι βάσιμη. Με τον πρώτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι η εκκαλουμένη κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων… απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους όλους εν γένει τους ισχυρισμούς, που προέβαλε πρωτοδίκως, ότι δηλαδή, η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητά του κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δυνάμει των με ημερομηνίες 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και την Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832, διαφορετικά ως αδέσποτη, δυνάμει των διατάξεων του προϊσχύσαντος β.ρ.δ., του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/3.7.1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, του α.ν. 1539/1938 και του άρθρου 972 ΑΚ, διαφορετικά με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η ιδιάζουσα χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, που αντιτάσσεται κατά του Δημοσίου προϋποθέτει ακριβώς την κυριότητα του Δημοσίου. Είναι δε αδιάφορο ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε αυτό την κυριότητα, αφού, αυτή, ανεξαρτήτως σε ποια νομικά περιστατικά στηρίζεται, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις- το ακίνητο να κείται εντός οικισμού κλπ., να έχει ορισμένο εμβαδό, μέχρι τις 19-3-2003- όχι μετά την ημερομηνία αυτή – (δεκαετής αδιατάρακτη νομή λπ.), καταλύεται. Εκτός αυτού, ακόμη και αν επί του εν λόγω ακινήτου είχε θεμελιωθεί κυριότητα του εκκαλούντος (εναγομένου) …, η κυριότητα αυτή έχει πλέον καταλυθεί, διότι, όπως προεκτίθεται, συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγόντων (εφεσίβλητων) όλες οι προϋποθέσεις της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 Ν 3127/2003. Καθόσον αφορά το σκέλος, με το οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι οι εφεσίβλητοι κατά το χρόνο που εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου ήταν κακόπιστοι, δεν απέδειξε την κακή πίστη τους, κατά το χρόνο εγκατάστασής τους στη νομή του επιδίκου, δηλαδή δεν απέδειξε ότι οι εφεσίβλητοι, όταν εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου, γνώριζαν ή από βαριά αμέλεια αγνοούσαν ότι δεν απέκτησαν κυριότητα και περαιτέρω προέκυψε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα ότι αυτό δεν ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποί εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλείφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος… Επίσης, ανεξάρτητα και πέραν των ανωτέρω, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα, επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο… και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκου δικαίου…, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν δεσποζόταν από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απώτατους) των εφεσίβλητων (εναγόντων)… Μετά την απελευθέρωση, ένα ακίνητο στις Κυκλάδες μπορούσε να καταστεί αδέσποτο μόνο εάν είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό κύριο, λόγω οριστικής αποχώρησης αυτού από την Ελλάδα, πράγμα το οποίο,… ήταν εξαιρετικά απίθανο, λόγω της διατήρησης των δικαιωμάτων των χριστιανών και μετά την κατάληψη των νησιών από τους Οθωμανούς…
Συνεπώς, μετά την απελευθέρωση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέστη κύριος των ακινήτων της υπό αμφισβήτηση έκτασης (άρα ούτε του επιδίκου), αφού δεν κατέστησαν αδέσποτα, αλλά παρέμειναν στην ιδιοκτησία των χριστιανών ιδιωτών. Ακολούθως, κατά το προϊσχύσαν του άρθρου 972 ΑΚ δίκαιο, δηλαδή το άρθρο 16 του νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων” της 10.7.1837, … όλα τα μη δεσποζόμενα παρ’ιδιωτών ή κοινοτήτων κτήματα ανήκουν στο Δημόσιο … Ο νόμος αυτός θέσπιζε έναν πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, με συνέπεια από τον χρόνο ισχύος του (1837) όλα τα κατά τα παραπάνω αδέσποτα ακίνητα να περιέλθουν στο Δημόσιο, ενώ η κυριότητα των λοιπών ακινήτων, δηλαδή είτε αυτών που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου, είτε αυτών που τότε ανήκαν στην κυριότητα ιδιωτών (Ελλήνων ή Οθωμανών), παρέμεινε ως είχε. Είναι λοιπόν σαφές και ξεκάθαρο ότι το επίδικο ακίνητο, με την προπεριγραφείσα φύση του, ευρισκόμενο στις Κυκλάδες, όπου… υπήρχαν μόνο ιδιοκτησίες ιδιωτών, δεν κατέστη αδέσποτο.
Συνεπώς, ούτε βάσει του επικαλούμενου άρθρου 16 του νόμου “περί διακρίσεως κτημάτων” της 10.7.1837 θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι το επίδικο ακίνητο κατέστη αδέσποτο. Ούτε όμως με βάση το ισχύον δίκαιο μπορεί να θεωρηθεί αδέσποτο το εν λόγω ακίνητο. Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη 972 ΑΚ ρυθμίζει το ζήτημα της κυριότητας και ορίζει ότι τα αδέσποτα ανήκουν στο Δημόσιο. Για να καταστεί όμως ένα ακίνητο αδέσποτο πρέπει ο κύριος του να παραιτηθεί από την κυριότητά του. Όμως από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε α) ότι πριν από την απελευθέρωση το ακίνητο αυτό δεν δεσποζόταν από ιδιώτη ή ανήκε σε άκληρο αποθανόντα, β) ότι μετά την απελευθέρωση το επίδικο ακίνητο κατέστη αδέσποτο με την εγκατάλειψή του από Οθωμανό ιδιοκτήτη του, λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητά του επ’αυτού, είτε με κατάληψη (μη αποδειχθείσα επίσης), είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 16 του Ν. 21-6/10-7-1837, γ) ότι υπό την ισχύ των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου εγκαταλείφθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου από τον ιδιοκτήτη αυτού με βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση αυτού περί παραιτήσεώς του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο, και δ) ότι μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα υπήρξε παραίτηση από την κυριότητα του επιδίκου, περιβληθείσα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφείσα. Περαιτέρω, από όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφής ο διαχωρισμός του δικαιώματος μεταλλειοκτησίας από το δικαίωμα κυριότητας των ιδιοκτητών των ακινήτων της επίδικης έκτασης… ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7,8,23 και 28 του ν. χη’/1861 “περί μεταλλείων” το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας είναι αυτοτελές και αυθύπαρκτο δικαίωμα κυριότητος επί του μεταλλείου, το οποίο διακρίνεται από το δικαίωμα κυριότητας επί του εδάφους, εντός του οποίου βρίσκεται το μεταλλείο. Με τη διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι με την πράξη παραχωρήσεως του δικαιώματος μεταλλειοκτησίας ορίζεται το ποσό του μερίσματος, που οφείλει να καταβάλλει ο μεταλλειοκτήτης προς τον ιδιοκτήτη γης (εδάφους), εντός του οποίου βρίσκεται το μεταλλείο. Επομένως, η παραχώρηση δικαιώματος μεταλλειοκτησίας δεν συνεπάγεται παραχώρηση και του δικαιώματος κυριότητας επί του εδάφους. Το δικαίωμα εξακολουθεί να ανήκει στον κατά την παραχώρηση ιδιοκτήτη του εδάφους…. Δεδομένου δε ότι δεν είναι δυνατή η απόκτηση της κυριότητας του μεταλλείου από το Δημόσιο με χρησικτησία στο μεταλλείο, δεν υφίσταται ζήτημα μεταβολής του προϋπάρχοντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος της καταγεγραμμένης ως δημόσιο κτήμα … ν. Άνδρου έκτασης, εντός της οποίας φέρεται να ευρίσκεται και το επίδικο ακίνητο. Ακόμη περαιτέρω, επισημαίνεται ότι κατά το έτος 1938, όταν και ελήφθη η απόφαση του τότε Υπουργού Οικονομίας για την έκπτωση από το δικαίωμα της μεταλλειοκτησίας του τελευταίου ιδιοκτήτη, Γ. Κ., είχαν ήδη γίνει συμβολαιογραφικώς δύο μεταβιβάσεις μεταξύ των απώτερων δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων (συμβόλαια υπ’αριθμ. …/1926 και …/1926)…Από τα διαγράμματα, τα οποία έπρεπε να υποβάλλονται ετησίως καθ’όλη τη διάρκεια της υπάρξεως του δικαιώματος της μεταλλειοκτησίας, ήτοι από το 1873 μέχρι και το 1938, θα φαίνονταν ξεκάθαρα σε ποιες περιοχές το μεταλλείο λειτούργησε και εκτέλεσε τις εργασίες του. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα αποδεικτικό στοιχείο, που θα έπρεπε να προσκομίσει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν έπραξε. Επίσης, ανεξάρτητα και πέρα από τα παραπάνω, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα της παραχώρησης του δικαιώματος της μεταλλειοκτησίας (1973-1938) έχει λάβει χώρα οιαδήποτε άλλη συμβολαιογραφική πράξη μεταβιβάσεως, η οποία να αφορά το επίδικο ακίνητο, ούτε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αποδεικνύει κάτι διαφορετικό. Από τη μορφολογία του εδάφους, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κάποιος ότι δεν υπάρχει περίπτωση το σημείο, που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, να είχε κάποια χρησιμότητα στο τότε μεταλλείο, τόσο λόγω της μεγάλης απόστασής του, όσο και λόγω του ότι δεν ευρίσκεται στην ευθεία του μεταλλείου προς τον κεντρικό δρόμο ή προς τη θάλασσα και το λιμάνι αλλά πολύ ανατολικότερα. Τα μεταλλεία δεν συνδέονταν με δρόμο με το επίδικο ακίνητο. Επομένως αποκλείεται το μεταλλείο να επέλεγε να χρησιμοποιήσει το επίδικο ακίνητο για οποιοδήποτε λόγο, αφού αυτό θα συνιστούσε μια τεράστια άσκοπη παράκαμψη, ενώ σε κάθε περίπτωση ουδέποτε έχει ακουστεί ότι το μεταλλείο προέβη σε κάποια πράξη ή συναλλαγή με τους τότε ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Έτσι το εκκαλούν δεν απέδειξε την κακή πίστη των εφεσίβλητων κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο που απέκτησαν το επίδικο και εγκαταστάθηκαν στη νομή του…” Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κρίνοντας ότι εφόσον αποδείχθηκε η υπερδεκαετής τουλάχιστον έως την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 αδιατάρακτη και καλόπιστη νομή του επιδίκου ακινήτου, με νόμιμους τίτλους από επαχθή αιτία υπέρ των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, που καταρτίσθηκαν και μεταγράφηκαν μετά την 23.2.1945,πληρούνται οι όροι που θέτει το άρθρο 4 παρ. 1 α του ως άνω νόμου για την απόκτηση από τους ίδιους της κυριότητας αυτού, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το ίδιο είχε την ιδιότητα του δημόσιου κτήματος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε : α) ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 7.727,78 τ.μ. που δεν αποτελεί κοινόχρηστο χώρο ή άλσος ή πάρκο, βρίσκεται εντός του οριοθετημένου οικισμού “Κάτω Άγιος Πέτρος” της Δημοτικής Ενότητας Υδρούσας του νυν Δήμου Άνδρου, προϋφισταμένου του έτους 1923 β) ότι μέχρι την έκδοση της 1015526/10732/Α0010/ΠΕ/14.2.2002 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία καταγράφηκε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων, ως δημόσια, έκταση εμβαδού 9.902,763 τ.μ., που περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο, αλλά και μετέπειτα έως 19.3.2003, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο ως άνω Ν. 3127/2003 οι αναιρεσίβλητοι νέμονταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1987 επί δεκαπέντε (15) έτη, ασκώντας σε αυτό τις προεκτιθέμενες προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής όπως και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοι τους, στους οποίους είχε περιέλθει με νόμιμους τίτλους από επαχθή αιτία, ήτοι με σειρά των ως άνω αναφερομένων νομίμως μεταγραμμένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων από το έτος 1926 μέχρι το 1987 με καλή πίστη, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι απέκτησαν ένα ακίνητο, το οποίο ουδείς διεκδικούσε, χωρίς να έχουν ουδέποτε ενοχληθεί από το αναιρεσείον με οποιονδήποτε τρόπο γ) ότι η ως άνω ενέργεια του Ελληνικού Δημοσίου της εντελώς αυθαίρετης και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική έρευνα καταγραφής το έτος 2002 στα Βιβλία Δημοσίων Κτημάτων της ευρύτερης έκτασης στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, δεν αποτελεί διατάραξη της νομής των αναιρεσιβλήτων επί αυτού, υπό την έννοια του ν. 3127/2003, ούτε συνιστά βάσιμη αμφισβήτησή της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1α του ν.3127/2003, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 984 και 989 Α.Κ., που αφορούν στη διατάραξη της νομής του νεμομένου δημόσιο κτήμα από το Ελληνικό Δημόσιο ως αληθή νομέα αυτού, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Εξάλλου το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν σχετικά με το επίδικο ακίνητο, το οποίο διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο, και ότι σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη αυτό αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, ανήκει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην (συγ)κυριότητα εκάστου των αναιρεσιβλήτων, λόγω της αθροιστικής συνδρομής στο πρόσωπο τους όλων των προϋποθέσεων της, καταλυτικής της κυριότητας του αναρεσείοντος επί δημοσίων κτημάτων, ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, μεταξύ των οποίων και εκείνης της προϋπόθεσης της “αδιατάρακτης” νομής του κειμένου εντός οικισμού που προϋπήρχε του έτους 2023 επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και τους ίδιους. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον με ασαφείς, ελλείπεις και αντιφατικές αιτιολογίες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι ίδιοι δεν παρενοχλήθηκαν στην άσκηση της νομής τους επί του επιδίκου ακινήτου, παρότι διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι το έτος 2002 έλαβε χώρα η με αριθμό πρωτοκόλλου 1015526/10732/Α0010/Πε/14-2-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία καταγράφηκε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων, ως δημόσια, έκταση εμβαδού 9.902,763 τ.μ. στην περιοχή “Μεταλλεία Αγίου Πέτρου Γαυρίου νήσου Άνδρου”, εντός της οποίας βρίσκεται το αυτό, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η ενέργειά του αυτή δεν αποτέλεσε πράξη διατάραξης της νομής, των αναιρεσιβλήτων, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Συνακόλουθα, με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 23.9.2021 ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 56/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.9.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 56/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου .
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
