Αριθμός 1017/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Πετσάλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ερασμία Λιούλη-Εισηγήτρια, Ζωή Καραχάλιου, Βαΐα Ζαρχανή και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Κ. του Τ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Περιμανθούλα Πασσαδέλη-Γκιβίση, για αναίρεση της 85/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 12-4-2024 με αριθμό 9/2024 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 12.4.2024 και με αρ. 9/2024 αίτηση του Α. Κ. του Τ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 85/2022 καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του εκδόντος την απόφαση Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που έλαβε χώρα στις 26.3.2024, αφού η ανωτέρω αίτηση κατατέθηκε στις 12.4.2024 (άρθρα 464, 473 παρ.2,3, 474, 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’, Δ’ και Θ’, ήτοι την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του Ν. 1599/1986, κατά την οποία “Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 δραχμών” και ήδη σε απλό χαρτί (άρθρο 2 παρ. 2 της Π.Ν.Π. της 21.12.2001), και 22 παρ. 6 εδ. α’ του ίδιου νόμου, η οποία ορίζει ότι “Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών”, συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του προβλεπόμενου από την τελευταία διάταξη εγκλήματος απαιτείται: 1) Δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο (όχι μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος) και 2) η ψευδής έγγραφη υπεύθυνη δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση – επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση τέλεσης της πράξης, η οποία φέρει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτού, ως Αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ’ ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο, κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς τούτου νόμους (ΑΠ 719/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 παρ.1 Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία συρροή όμως το δικαστήριο αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, επιβάλλει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.
Συνεπώς, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και τον χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης (Ολ. Α.Π. 5/2002, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 2223/2018).
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας, που εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει και, όταν το δικαστήριο, καίτοι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση και όφειλε να παύσει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιόποινου της πράξης, προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως και καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδαφ. β’, 368 στοιχ. β’ και 511 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας ότι το δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον κατηγορούμενο για πράξη που είχε υποπέσει σε παραγραφή και είχε εξαλειφθεί το αξιόποινό της, αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για υπέρβαση εξουσίας και παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για την πράξη που είχε υποπέσει σε παραγραφή (ΑΠ 396/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 85/2022 καταδικαστική σε βάρος του απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, που δίκασε κατ’ έφεση στις 27.1.2022, κηρύχθηκε ένοχος για το πλημμέλημα της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης (άρθρο 22 παρ. 6 εδ. α’ του ν. 1599/1986) κατ’ εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, για πράξεις που είχε διαπράξει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στις 4.8.2014, στις 3.9.2015, στις 13.7.2016, στις 27.8.2017, στις 29.8.2018 και 8.10.2018. Το αξιόποινο, ωστόσο, της πρώτης ως άνω μερικότερης πράξεως, που φέρεται να τέλεσε αυτός στις 4.8.2014, είχε εξαλειφθεί κατά το χρόνο εκδόσεως (17.2.2020) της εκκληθείσας με αρ. 210/17.2.2020 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου), λόγω παραγραφής, καθόσον από της τελέσεώς της μέχρι και την επίδοση στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος που, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του από 6-9-2019 αποδεικτικού επιδόσεως του Αστυφύλακα του ΑΤ Αμαρουσίου Ν. Λ., έλαβε χώρα στις 6-9-2019, είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών, που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων και επομένως, αφού δεν επήλθε αναστολή της παραγραφής, θα έπρεπε, αυτεπαγγέλτως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, ασκώντας την δικαιοδοσία του και εφαρμόζοντας το νόμο, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί για την ως άνω μερικότερη πλημμεληματική πράξη, η οποία, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω λεχθέντα, διατηρεί την αυτοτέλειά της κατά τούτο. Έτσι, όμως, αφού το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δεν έπαυσε την ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την προαναφερόμενη πλημμεληματική πράξη, αλλά προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνησή της και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος και για την πράξη αυτή, υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επικαλούμενος ότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο ως προς όλες τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε και του επεβλήθη ποινή πέντε (5) ετών, είναι βάσιμος εν μέρει και μόνον για την υπό στοιχείο (α) μερικότερη πράξη του άνω πλημμελήματος, για το οποίο αυτός καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα, κατά μερική παραδοχή του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα και για την πράξη αυτή και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για την εν λόγω επιμέρους πράξη. Όσον αφορά στις λοιπές πράξεις από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (27.1.2022) δεν παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των οκτώ ετών και επομένως ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος.
ΙV. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στο εδώ ερευνώμενο έγκλημα της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 Ν.1599/1986, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 918/2022, ΑΠ 564/2019).
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 719/2019, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 315/2013). Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός νομικής πλάνης, κατά το άρθρο 31 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986). Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, μόνον όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του, ενώ δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστός ο αυτοτελής ισχυρισμός στη νομική ορολογία ή τη νομική επιστήμη, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του (Ολομ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1095 / 2022 ΑΠ 355/2019, ΑΠ 635/2019).
V. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 30 §1 του ΠΚ ορίζει ότι “δεν πράττει με δόλο όποιος κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν. Αν όμως η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα αμέλειας “. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 31 του ΠΚ με τον τίτλο “νομική πλάνη”, “η πράξη όμως δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τελεί αν αυτός δεν είχε συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της λόγω πλάνης που δεν μπορούσε να αποφύγει, μολονότι κατέβαλε την οφειλόμενη από τις περιστάσεις και δυνατή γι’ αυτόν επιμέλεια (συγγνωστή νομική πλάνη)”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ’ αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 85/2022 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: “Κατόπιν της με αριθ. 7519/3/3413-γ από 4-12-2010 υποβλητικής αναφοράς της Δ.Η.Ε. (Διεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος) προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ιωαννίνων, ασκήθηκε την 4-12-2010 ποινική δίωξη σε βάρος του ήδη κατηγορουμένου για παράβαση του άρθρου 348 Α παρ. 2, 3 και 4α του πΠΚ. Μετά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων στις 6-12-2010, ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους (καταβολή εγγυοδοσίας, εμφάνισης στο Α.Τ. και απαγόρευσης εξόδου), δυνάμει της με αριθ. 204/2010 διάταξης του ανωτέρω Ανακριτή. Στη συνέχεια στις 9-9-2016 και λόγω υποβολής στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ιωαννίνων νέου προανακριτικού υλικού σε βάρος του κατηγορουμένου από τη Δ.Η.Ε. της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε συμπληρωματική ποινική δίωξη σε βάρος του και διατάχθηκε η διενέργεια συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης για την πράξη της διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας διά συστήματος Η/Υ και με τη χρήση διαδικτύου από δράστη που ενεργεί κατά συνήθεια και με τη χρησιμοποίηση ανηλίκων που δεν έχουν συμπληρώσει τα δεκαπέντε (15) έτη, τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση και επιπλέον και με τη μορφή της προσφοράς και διάθεσης με όποιο τρόπο του ανωτέρω υλικού, η οποία περαιώθηκε νομότυπα κατ’ άρθρο 270 παρ. 1 πΚΠΔ, έγινε δε γνωστοποίηση του πέρατος της ανάκρισης στον κατηγορούμενο κατ’ άρθρο 308 παρ. 4 πΚΠΔ. Ωστόσο ο κατηγορούμενος, μολονότι είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη κατά τα προεκτεθέντα, στο Βόλο Μαγνησίας και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση, εν γνώσει του δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφες υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, καθώς επίσης και με αιτήσεις – δηλώσεις προτίμησης που επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης, που συνέταξε και υπέβαλε ο ίδιος στην αρμόδια για την υποβολή και την πρόσληψη δημόσια αρχή – υπηρεσία του δημόσιου τομέα που απευθύνονταν (Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας – που αποτελεί δημόσια υπηρεσία εποπτευόμενη από το Υπουργείο Παιδείας), προκειμένου για την πρόσληψή του, ως αναπληρωτή ή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, ενώ είχε κινηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για το αδίκημα που περιγράφεται στη διάταξη του άρθρου 348Α §§2, 3, 4 περ. α’ και β’ πΠΚ και ενώ απολογήθηκε για την ως άνω πράξη την 06.12.2010 και του επιβλήθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθμ. 204/2010 σχετικής Διατάξεως του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων οι σ’ αυτό αναφερόμενοι περιοριστικοί όροι, δηλαδή ενώ είχε πλήρη γνώση, δήλωσε κατ’ εξακολούθηση ψευδώς, με τέτοιες δηλώσεις του άρθρου 8 Ν. 1599/1986 καθώς επίσης και με αιτήσεις- δηλώσεις προτίμησης που επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης, που συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, και ειδικότερα με: α) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2014 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2014 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, β) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2015 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2015 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2016 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2016 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δ) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …- 2017 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2017 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ε) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2018 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στ) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2018 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ζ) την από 8-10-2018 υπεύθυνη δήλωση κατά την ανάληψη υπηρεσίας στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας, ότι δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη και δεν έχει καταδικασθεί για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προσληφθεί ως αναπληρωτής ή ωρομίσθιος εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Οι ως άνω δηλώσεις όπως προκύπτει από τα επ’ αυτών στοιχεία κατατέθηκαν ενώπιον της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας, καθόσον για τη συμμετοχή στη διαδικασία πλήρωσης θέσεων αναπληρωτών και ωρομισθίων εκπαιδευτικών του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων απαραίτητη προϋπόθεση για τον διορισμό του ήταν να μην συντρέχουν τα κωλύματα του άρθρου 1 παρ. 8 του ν. 2942/2001 και του άρθρου 8 του Ν 3528/2007 ζητείται υποχρεωτικά πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών του τόπου κατοικίας και του τόπου όπου υπηρέτησε ο εκπαιδευτικός τα προηγούμενα έτη, περί άσκησης ή μη εις βάρος του ποινικής δίωξης για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, καθώς και ποινικό μητρώο περί του αν υπάρχει καταδίκη για τέτοιο έγκλημα. Η άσκηση σε βάρος του ήδη κατηγορουμένου, ποινικής δίωξης προκύπτει από τη με αριθ. πρωτ. Α10-6524/16-4-2019 βεβαίωση πορείας μήνυσης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ιωαννίνων. Τέλος δυνάμει του με αριθ. 198/19-12-2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την προαναφερόμενη κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη, έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής του αξιόποινου κατόπιν μεταβολής της κατηγορίας σε πράξη πλημμεληματικού χαρακτήρα και επίσης με το ίδιο βούλευμα έπαυσε η ισχύς της ανωτέρω διάταξης με τη οποία του είχαν επιβληθεί περιοριστικοί όροι. Σημειώνεται επίσης ότι η προσκομισθείσα από τον κατηγορούμενο από 2013 με ημερομηνία 25-6-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Δ. Π. Δικαστικού Πραγματογνώμονα Εξεταστή Ψηφιακών Πειστηρίων διενεργήθηκε με την επιμέλεια του ήδη κατηγορουμένου στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης και δεν αφορά την ένδικη υπόθεση, ούτε επίσης τα συμπεράσματα αυτής μπορούν να θεμελιώσουν λόγο άρσης του αξιοποίνου στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, οι επίδικες υπεύθυνες δηλώσεις υποβλήθηκαν στην ανωτέρω δημόσια αρχή πριν την έκδοση του ανωτέρω βουλεύματος και ενώ είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη σε βάρος του για την προαναφερόμενη πράξη, καθώς και συμπληρωματική ποινική δίωξη, κατά τα προεκτεθέντα και επομένως ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο υποβολής των επίδικων υπεύθυνων δηλώσεων, τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους και συγκεκριμένα ότι είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωή, ωστόσο υπέγραψε τις επίδικες υπεύθυνες δηλώσεις που περιείχαν προδιατυπωμένη τη φράση, μεταξύ άλλων, “Δεν διώκομαι ποινικά για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής” και στην τελευταία εξ αυτών “δεν έχει ασκηθεί εις βάρος μου ποινική δίωξη και δεν έχω καταδικαστεί για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής….”, δηλώντας ψευδώς εν γνώσει του ότι δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τα ανωτέρω εγκλήματα. Η γνώση του κατηγορουμένου περί της αναλήθειας των δηλώσεών του, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι απολογήθηκε στις 6-10-2010, ενώπιον του Ανακριτή, του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι τους οποίους γνώριζε και τηρούσε μέχρι την έκδοση του ανωτέρω βουλεύματος και επίσης του γνωστοποιήθηκε το πέρας της Ανάκρισης. Επομένως, σαφώς γνώριζε ότι είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για το ανωτέρω έγκλημα που αποτελούσε κώλυμα για το διορισμό του. Όλα τα ως άνω πλήρως αποδείχθηκαν από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των εγγράφων που αναγνώστηκαν και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986 κατ’ εξακολούθηση, καθόσον, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, συντρέχουν όλα τα στοιχεία αυτού. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε την εννοιολογική διαφορά μεταξύ της ποινικής δίωξης και της ποινικής καταδίκης, θεωρώντας ότι θα έπρεπε να υπάρχει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για να υφίσταται κώλυμα και μη δύναται να υποβάλει τις σχετικές δηλώσεις για το διορισμό του, τελώντας έτσι κατά τους ισχυρισμούς του σε συγγνωστή πραγματική και νομική πλάνη κατά τη σύνταξη και υποβολή των επίδικων υπεύθυνων δηλώσεων, γεγονός που ενισχύεται, κατά τους ισχυρισμούς του, και από την από 2-12-2014 επισημείωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών (του τόπου κατοικίας του) επί της με αριθ. πρωτ. …-2014 αιτήσεως της Δ/νσης Δ/θμιας Εκπ/σης Μαγνησίας, σύμφωνα με την οποία (επισημείωση) δεν προκύπτει άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του στον Η/Υ της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και από τις διαβεβαιώσεις του νομικού του παραστάτη, προσκομίζει επίσης και το με αρ. πρωτ. Φ16.1/15004 από 22-10-2014 έγγραφο τη Δ/νσης Β/θμιας Εκπ/σης Μαγνησίας σύμφωνα με το οποίο ορίζεται προθεσμία μέχρι 15-12-2014 για να προσκομιστεί στη ΔΔΕ Μαγνησίας από τους απασχολούμενους αναπληρωτές στις σχολικές μονάδες Μαγνησίας, πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του τόπου κατοικίας τους περί άσκησης ή μη ποινικής δίωξης σε βάρος τους για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής συγγνωστής πραγματικής και νομικής πλάνης, πέραν της αοριστίας τους, καθόσον δεν γίνεται επίκληση ότι, ο κατηγορούμενος στερείται των στοιχειωδών γνώσεων της Ελληνικής γλώσσας ώστε να μην μπορεί να διακρίνει ότι το να “έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη” για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, είναι διαφορετικό από το “έχει καταδικαστεί”, το δε δεν αναφέρει το όνομα του συνηγόρου του, ποιό το ακριβές περιεχόμενο των όσων του δήλωσε και την ακριβή ημερομηνία που επικοινώνησε προς τούτο μ’ αυτόν. Αντίθετα, ενόψει της ηλικίας, των επαγγελματικών και πνευματικών του ικανοτήτων, του υψηλού μορφωτικού επιπέδου του κατηγορουμένου (πτυχιούχος από το 2006 του τμήματος βιολογικών εφαρμογών και τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διδάκτορας Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, εργαζόμενος ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός), σε συνδυασμό και με τους περιοριστικούς όρους που του είχαν επιβληθεί μετά την απολογία του στον ανωτέρω Ανακριτή, μπορούσε ευχερώς να διαγνώσει το άδικο της πράξης του, καθώς και τη σαφή διάκριση μεταξύ των εννοιών της “άσκησης ποινικής δίωξης” και της “καταδίκης” για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (διάκριση που άλλωστε διαλαμβάνεται ρητά και στην τελευταία από τις επίδικες δηλώσεις) και σε κάθε περίπτωση μπορούσε ευχερώς να ενημερωθεί σχετικά από το νομικό του παραστάτη, καταβάλλοντας στοιχειώδη επιμέλεια, την οποία δεν επέδειξε. Τέλος, η ανωτέρω επισημείωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, που αφορά τη μη άσκηση ποινικής δίωξης στον δηλωθέντα τόπο κατοικίας του κατηγορουμένου (Αθήνα), δεν θεμελιώνει συνδρομή πεπλανημένης πίστης αυτού για το δικαίωμά του να δηλώσει ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του σχετικό κώλυμα, καθόσον σαφώς γνώριζε ότι η ποινική δίωξη είχε ασκηθεί στην Εισαγγελία Ιωαννίνων που είχε επιληφθεί και της κύριας Ανάκρισης, δεδομένου επίσης ότι ο νόμος (ν. 2942/2001) αξιώνει σχετική πιστοποίηση και από τους τόπους που προηγουμένως είχε υπηρετήσει ο υποψήφιος και σε κάθε περίπτωση ο ίδιος γνώριζε ότι είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για συγκεκριμένο αδίκημα καθώς και συμπληρωματική ποινική δίωξη και ήταν σε ισχύ οι σε βάρος του περιοριστικοί όροι, ωστόσο δεν προέβη σε σχετική δήλωση των αληθών γεγονότων στις επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, αλλά δήλωσε αναληθώς ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του. Επιπροσθέτως σημειώνεται ότι ως τόπος κατοικίας του στις επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις αναφέρεται η Σκιάθος. Το έγγραφο δε που προσκόμισε αναφορικά με την υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικού περί μη άσκησης ποινικής δίωξης από τον τόπο κατοικίας των υπηρετούντων ως αναπληρωτών, δεν αρκεί για να θεμελιώσει νομική πλάνη του κατηγορουμένου καθόσον το έγγραφο αυτό δεν αφορά τους υποψήφιους να διοριστούν και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του κατηγορουμένου, ο τελευταίος γνώριζε την άσκηση σε βάρος του της προαναφερόμενης ποινικής δίωξης και όφειλε να διαλάβει το γεγονός αυτό στις επίμαχες δηλώσεις, ή ακόμη και σε περίπτωση αμφιβολίας του να λάβει σχετική βεβαίωση για την πορεία της υπόθεσης από την αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών. Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εσφαλμένης πληροφόρησης από το νομικό του παραστάτη από την οποία σχημάτισε ευλόγως την πεποίθηση ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του, πέραν της αοριστίας του δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον δεν αναφέρει ούτε αποδεικνύεται το όνομα του συνηγόρου του, ποιο το ακριβές περιεχόμενο των όσων του δήλωσε και την ακριβή ημερομηνία που επικοινώνησε προς τούτο μ’ αυτόν και ενόψει των στοιχείων και περιστατικών που προεκτέθηκαν καθώς και των νομικών διατάξεων που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται προσχηματικός, τα όσα δε κατέθεσε σχετικά ο μάρτυρας υπεράσπισης δεν αναιρούν τα παραπάνω, καθόσον ο τελευταίος δεν έχει άμεση αντίληψη, αλλά οι γνώσεις του προέρχονται από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του συγγνωστής πραγματικής και νομικής πλάνης, ως αβάσιμοι και να κηρυχτεί ένοχος ο κατηγορούμενος, για την αποδιδόμενη σε αυτόν και αναφερόμενη στο διατακτικό αξιόποινη πράξη, η οποία στοιχειοθετείται πλήρως τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση……”. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κήρυξε τον εκκαλούντα – κατηγορούμενo ένοχο και καταδίκασε αυτόν σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α’ του νΠ.Κ. για το ότι: “Στο Βόλο Μαγνησίας και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση, εν γνώσει του δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφες υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, τις οποίες υπέβαλε σε κάποια αρχή. Συγκεκριμένα ενώ είχε κινηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για το αδίκημα που περιγράφεται στη διάταξη του άρθρου 348Α §§2, 3, 4 περ. α’ και β’ πΠΚ, ενώ απολογήθηκε για την ως άνω πράξη την 06.12.2010 και ενώ του επιβλήθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθμ. 204/2010 σχετικής Διατάξεως του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων οι σ’ αυτό αναφερόμενοι περιοριστικοί όροι, δηλαδή ενώ είχε πλήρη γνώση, δήλωσε κατ’ εξακολούθηση ψευδώς, με τέτοιες δηλώσεις καθώς επίσης και με αιτήσεις- δηλώσεις προτίμησης που επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης, που συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, και ειδικότερα με: α) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2014 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2014 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, β) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2015 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2015 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2016 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2016 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δ) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2017 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2017 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ε) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2018 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στ) την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2018 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ζ) την από 8-10-2018 υπεύθυνη δήλωση κατά την ανάληψη υπηρεσίας στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας ότι δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη και δεν έχει καταδικασθεί για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Στη δε πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσληφθεί ως αναπληρωτής ή ωρομίσθιος εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση”. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο κρίση της, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις προηγηθείσες υπό στοιχεία ΙΙ, ΙV και V νομικές σκέψεις, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης κατ’ εξακολούθηση, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος και καταδικάστηκε στην προαναφερθείσα ποινή, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α’, 27 του ΠΚ, και 22 παρ. 6 εδ. α’ του Ν. 1599/1986, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να απαιτείται η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του αποδοθέντος αδικήματος, δηλαδή προσδιορίζονται, τόσο ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης των συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων, όσο και τα πραγματικά περιστατικά, που καταδεικνύουν τη δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, ενώ υπήρξε η προσήκουσα νομική προσέγγιση και υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την προσήκουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ήτοι ότι: 1) ο κατηγορούμενος, στις 3-9-2015, 13-7-2016, 27-8-2017, 29-8-2018 και 8-10-2018 υπέγραψε τις επίδικες υπεύθυνες δηλώσεις, στις οποίες δήλωσε ότι δεν διώκεται ποινικά για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, 2) οι δηλώσεις αυτές ήταν ψευδείς, αφού σε προηγούμενο χρόνο και συγκεκριμένα, στις 4-12-2010 είχε ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 348Α παρ.2, 3 και 4α ΠΚ, γεγονός που αυτός γνώριζε, καθώς για το σχετικό έγκλημα είχε απολογηθεί ενώπιον του Ανακριτή Πλημ/κών Ιωαννίνων στις 6-12-2010, οπότε και είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ενώ η σχετική ανακριτική διαδικασία μετά και την άσκηση σε βάρος του αναιρεσείοντος συμπληρωματικής ποινικής δίωξης, για την πράξη της διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω διαδικτύου, περαιώθηκε με τη γνωστοποίηση του πέρατός της σε αυτόν. Για την υπόθεση εκείνη τελικά εκδόθηκε μετά τους κρίσιμους χρόνους υπογραφής των ψευδών υπεύθυνων δηλώσεων το υπ’ αρ. 198/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ιωαννίνων, με το οποίο έπαυσε οριστικά ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για τις άνω πράξεις που μετατράπηκαν σε πλημμελήματα και 3) τις ως άνω ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις υπέβαλε ο αναιρεσείων στην αρμόδια για την υποβολή και την πρόσληψη δημόσια αρχή – υπηρεσία του δημόσιου τομέα που απευθύνονταν, ήτοι στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας (που αποτελεί δημόσια υπηρεσία εποπτευόμενη από το Υπουργείο Παιδείας), προκειμένου να προσληφθεί ως αναπληρωτής ή ωρομίσθιος εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Από το σύνολο δε των παραδοχών του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, ο οποίος θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψη του ίδιου και σε δική του πράξη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, αφού προέρχεται από άμεση αντίληψη, με την έννοια της βεβαιότητας περί αναλήθειας των γεγονότων που βεβαίωσε υπευθύνως. Αναφορικά δε, με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι τελούσε σε πλάνη ως προς τη νομική έννοια της ποινικής διώξεως, ταυτίζοντάς την με την ποινική καταδίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με πληρότητα και σαφήνεια τη μη συνδρομή τέτοιας πλάνης, λαμβάνοντας υπόψη, την ηλικία του, τις επαγγελματικές και πνευματικές του ικανότητες, το υψηλό μορφωτικό επίπεδό του (πτυχιούχος από το 2006 του τμήματος βιολογικών εφαρμογών και τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διδάκτορας Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, εργαζόμενος ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός) σε συνδυασμό και με τους περιοριστικούς όρους που του είχαν, σε προηγούμενο χρόνο, επιβληθεί μετά την απολογία του στον Ανακριτή. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί πλάνης ως προς τη νομική έννοια της ποινικής διώξεως και την κήρυξή του ενόχου για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, είναι αβάσιμοι και συνεπώς, απορριπτέοι. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αναγκαίως και ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την επιβληθείσα ποινή σε βάρος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, ακολούθως δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 [όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 159 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο)] του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα επιβολή ποινής, για τις λοιπές επιμέρους κατ’ εξακολούθηση πράξεις, για τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 85/27.1.2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, κατά το μέρος που αφορά στην ενοχή του κατηγορουμένου για την υπό στοιχείο (α) πράξη της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, που φέρεται τελεσθείσα στις 4-8-2014 και ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την επιβληθείσα ποινή σε βάρος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για το ότι: “Στο Βόλο Μαγνησίας με πρόθεση, εν γνώσει του δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφες υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, τις οποίες υπέβαλε σε κάποια αρχή. Συγκεκριμένα ενώ είχε κινηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για το αδίκημα που περιγράφεται στη διάταξη του άρθρου 348Α §§2, 3, 4 περ. α’ και β’ Π.Κ., ενώ απολογήθηκε για την ως άνω πράξη την 06.12.2010 και ενώ του επιβλήθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθμ. 204/2010 σχετικής Διατάξεως του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων οι σ’ αυτό αναφερόμενοι περιοριστικοί όροι, δηλαδή ενώ είχε πλήρη γνώση, δήλωσε ψευδώς, με τέτοιες δηλώσεις καθώς επίσης και με αιτήσεις-δηλώσεις προτίμησης που επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης, που συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, και ειδικότερα με την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2014 αίτηση δήλωση προτιμήσεων υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την υπ’ αριθμ. πρωτ: …-2014 αίτηση δήλωσης προτιμήσεων υποψηφίων ωρομισθίων εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μαγνησίας ότι δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη και δεν έχει καταδικασθεί για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Στη δε πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσληφθεί ως αναπληρωτής ή ωρομίσθιος εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση”.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για την επιβολή ποινής για τις λοιπές επιμέρους κατ’ εξακολούθηση πράξεις, για τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12.4.2024 και με αρ. 9/2024 αίτηση του Α. Κ. του Τ., κατοίκου …, για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
