Συμφωνία των μερών για υπαγωγή της διαφοράς ενώπιον Διαιτητικού Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς ρητή συμφωνία για τον απαιτούμενο βαθμό της δικανικής πεποίθησης ως προς την αλήθεια του αποδεικτέου, ήτοι αν θα απαιτείται πλήρης απόδειξη ή πιθανολόγηση, και αν η ακολουθητέα αποδεικτική διαδικασία θα είναι αυστηρή, ελεύθερη ή εν μέρει ελεύθερη – Σχετικά με τον βαθμό σχηματισμού δικανικής πεποίθησης, ο νόμος αξιώνει, κατά κανόνα, πλήρη απόδειξη, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικού ισχυρισμού – Αν με τη συμφωνία της διαιτησίας δεν προβλέπεται άλλος βαθμός δικανικής πεποίθησης, κατ’ εξαίρεση αυτού που ορίζεται από τον νόμο, οι διαιτητές πρέπει να αποφασίσουν με πλήρη απόδειξη. Κατά την διαμόρφωση της κρίσης του, το Διαιτητικό Δικαστήριο αρκέστηκε σε πιθανολόγηση κατ’ άρθρο 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, παρά την έλλειψη σαφούς συμφωνίας των μερών ως προς τούτο. Επιπλέον, το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν όρισε ότι θα αρκεστεί σε πιθανολόγηση, ούτε και τα μέρη το αποδέχθηκαν αυτό.
ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
Αριθμός Απόφασης 139/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Νικόλαο Βόκα, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνο Μαρτίνο, Εφέτη, Δημήτριο Τίτσια, Εφέτη-Εισηγητή και από τη Γραμματέα Ευγενία Αθανασίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26.09.2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Καλούσας – Ενάγουσας : … … του … και της …, Δικηγόρου, κατοίκου …, οδός …, ΑΦΜ …, η οποία παραστάθηκε στο δικαστήριο αυτοπροσώπως.
Των καθ’ ων η κλήση – εναγομένων: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… ΟΕ» και το διακριτικό τίτλο «… ΟΕ», που εδρεύει στη …, οδός …, ΑΦΜ …, και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) … … του … και της …, κατοίκου …, οδός …, ΑΦΜ …, ομόρρυθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας και 3) … … του … και της …, κατοίκου …, οδός …, ΑΦΜ …, ομόρρυθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου … ….
Η ενάγουσα άσκησε την από 18.5.2023 αγωγή της, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου με Αριθμό Κατάθεσης …/31.5.2023 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 27.9.2024 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο με τη με αριθμό 375/2024 απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου Λάρισας με τη νόμιμη τριμελή σύνθεση. Με την από 6.11.2024 με αριθμ. …/7.11.2024 κλήση της ενάγουσας, η υπόθεση ήχθη προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε και συζητήθηκε,
Η ενάγουσα αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε, κατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτά και νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 6.11.2024 και αριθμ. …/7.11.2024 κλήση της καλούσας – ενάγουσας η από 18.5.2023 με αριθμ. καταθ. …/2023 αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, μετά την έκδοση της με αριθμό 375/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι καθ’ ων η κλήση – εναγόμενοι άσκησαν την από 7.12.2022 με αριθμ. καταθ. 1/2022 αίτηση διαιτησίας κατά της καλούσας – ενάγουσας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου …, στη δίκη δε αυτή συμμετείχαν και οι μη διάδικοι … …, … …, … …, … … και … …, οι οποίοι άσκησαν προφορικές πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των αιτούντων. Επί υποθέσεων αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 1/2023 διαιτητική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε τις πρόσθετες παρεμβάσεις, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και 1) καταδίκασε την καθ’ ης να προβεί σε δήλωση βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου, που θα ορίσει η πρώτη αιτούσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους λοιπούς αιτούντες, σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης, με την οποία θα της μεταβιβάζει (η καθ’ ης η αίτηση στην πρώτη αιτούσα) κατά κυριότητα ποσοστό εννιακοσίων χιλιοστών (900 %ο) από τα επτακόσια εξήντα οκτώ χιλιοστά (768 %ο) αδιαίρετης συμμετοχής της στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της, στο οποίο ανεγέρθηκε πολυώροφη οικοδομή, σύμφωνα με το …/15-6-2019 προσύμφωνο μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και εργολαβικού δόμησης πολυώροφης οικοδομής του Συμβολαιογράφου … … …, με τις αναλογούσες στο ποσοστό αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, που θα επιλέξει κατά την ελεύθερη κρίση της η πρώτη αιτούσα, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται στο εν λόγω προσύμφωνο – εργολαβικό δόμησης και την …/28-1-2020 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ του ιδίου Συμβολαιογράφου …, 2) καταδίκασε την καθ’ ης η αίτηση να προβεί σε δήλωση βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου, που θα ορίσει η πρώτη αιτούσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους λοιπούς αιτούντες, σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης, με την οποία θα της μεταβιβάζει (η καθ’ ης η αίτηση στην πρώτη αιτούσα) κατά κυριότητα ποσοστό εκατό χιλιοστών (100 %ο) απ’ τα επτακόσια εξήντα οκτώ χιλιοστά (768 %ο) αδιαίρετης συμμετοχής της στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της, στο οποίο ανεγέρθηκε πολυώροφη οικοδομή σύμφωνα με το …/15-6-2019 προσύμφωνο μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και εργολαβικού δόμησης πολυώροφης οικοδομής του Συμβολαιογράφου … … …, με τις αναλογούσες στο ποσοστό αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, που θα επιλέξει κατά την ελεύθερη κρίση της η πρώτη αιτούσα, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται στο εν λόγω προσύμφωνο – εργολαβικό δόμησης και την …/28-1-2020 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ του ιδίου Συμβολαιογράφου …, υπό τον όρο ότι προηγουμένως θα έχουν αποπερατωθεί απ’ την πρώτη αιτούσα οι οροφοκτησίες της καθ’ ης η αίτηση, οι κοινόχρηστοι χώροι και η ηλεκτροδότηση της οικοδομής, 3) αναγνώρισε ότι η καθ’ ης η αίτηση υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη αιτούσα το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων (75.600) ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα και τότε καθ’ ης η αίτηση άσκησε την από 18.5.2023 με αριθμ. καταθ. …/2023 αγωγή ακύρωσης της ανωτέρω απόφασης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 898 του Κ.Πολ.Δ, αρμόδιο δικαστήριο να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση για τους αναφερόμενους στο άρθρο 897 του ίδιου Κώδικα λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, με τον πρώτο λόγο της αγωγής ακύρωσης για κακή συγκρότηση του δικαστηρίου, με το δεύτερο λόγο της αγωγής ακύρωσης, για υπέρβαση εξουσίας, με τον τρίτο λόγο της αγωγής ακύρωσης για το ότι η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς διάταξη δημόσιας τάξης και δη του άρθρου 409 Α.Κ. περί επιβολής υπέρμετρης ποινής και του άρθρου 25 Σ αρχή αναλογικότητας και με τον τέταρτο λόγο της αγωγής ακύρωσης, για το ότι η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς διάταξη δημόσιας τάξης και δη άρθρου 6 ΕΣΔΑ και άρθρων 338, 339, 340 και 347 Κ.Πολ.Δ. περί του μέτρου απόδειξης. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι παραδεκτή και λόγοι της πρέπει να εξεταστούν ως προς τη νομική και ουσιαστική τους βασιμότητα (αρθ. 897.3, 4 και 6 Κ.Πολ.Δ).
II. 1. Σύμφωνα με το άρθρο 871 Α Κ.Πολ.Δ. «1. Ο ορισμός δικαστικών λειτουργών ως διαιτητών ή επιδιαιτητών διέπεται από τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων. 2. Δικαστικός λειτουργός μπορεί να είναι μόνο μοναδικός διαιτητής (μονομελής διαιτησία) ή επιδιαιτητής. Δεν μπορεί να ασκήσει διαιτητικά έργα ο δικαστικός λειτουργός που δεν έχει συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον συνολική δικαστική υπηρεσία. 3. Αν η διαιτησία, κατά τη συμφωνία των μερών, προβλέπεται ότι θα διεξαχθεί από δικαστικό λειτουργό ορισμένου δικαστηρίου, αυτός είναι ο εκάστοτε εκ περιτροπής καλούμενος κατά τη σειρά αρχαιότητας μεταξύ των υπηρετούντων στο δικαστήριο αυτό προέδρων και δικαστών την ημέρα κατάθεσης της αίτησης. Το όνομα του δικαστικού αυτού λειτουργού γνωστοποιείται στον αιτούντα από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή από τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο. 4. Ορισμός συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού ως διαιτητή ή επιδιαιτητή, είτε ονομαστικά είτε έμμεσα, με κριτήριο τη θέση ή ιδιότητα που έχει ή θα έχει στο μέλλον, είναι άκυρος. Η ακυρότητα αυτή δεν επιδρά στη συμφωνία για τη διαιτησία. Στην περίπτωση αυτή διαιτητής ή επιδιαιτητής είναι ο κατά την προηγούμενη παράγραφο καλούμενος από το δικαστήριο, στο οποίο ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός υπηρετούσε κατά την κατάρτιση της διαιτητικής συμφωνίας. 5. Αν η διαιτησία, κατά τη συμφωνία των μερών, προβλέπεται ότι θα διεξαχθεί από δικαστικό λειτουργό, χωρίς όμως να καθορίζεται με την ίδια ή με μεταγενέστερη συμφωνία το δικαστήριο από το οποίο θα προέλθει, θεωρείται ότι τα μέρη απέβλεπαν στο δικαστήριο του τόπου όπου καταρτίστηκε η συμφωνία για τη διαιτησία. Αν στον τόπο κατάρτισης της συμφωνίας λειτουργούν δικαστήρια διάφορων δικαιοδοσιών ή βαθμών και δεν προκύπτει από τη συμφωνία εκείνο στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη, θεωρείται ότι απέβλεψαν στο πολιτικό πρωτοδικείο και, αν πρόκειται για διοικητική διαφορά, στο διοικητικό πρωτοδικείο. 6. Σε κάθε δικαστήριο τηρείται από τη γραμματεία ιδιαίτερο βιβλίο, στο οποίο καταχωρίζονται για καθεμία από τις διαιτησίες και σε χωριστή στήλη, τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, καθώς και του μοναδικού διαιτητή ή επιδιαιτητή, οι χρονολογίες έκδοσης της απόφασης και της κατάθεσής της, καθώς και ο αριθμός της. 7. Ο κατά τις προηγούμενες διατάξεις καλούμενος δικαστικός λειτουργός υποχρεούται να διεξαγάγει τη διαιτησία η οποία αποτελεί μέρος των δικαστικών του καθηκόντων. Σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή λόγου εξαίρεσης καλείται ο κατά σειράν επόμενος. Μεταγενέστερη μεταβολή στην υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστικού λειτουργού δεν επιδρά, στην ιδιότητά του ως μοναδικού διαιτητή ή επιδιαιτητή. 8. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται ανάλογα και όταν με τη συμφωνία των μερών προβλέπεται ότι ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής θα είναι εισαγγελικός λειτουργός”.
II.2. Με τον πρώτο λόγο της αγωγής ακύρωσης, η ενάγουσα προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, για κακή συγκρότηση του δικαστηρίου. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της, ισχυρίζεται ότι, η Πρόεδρος Πρωτοδικών … έπρεπε να διορίσει, όπως ο νόμος προβλέπει με το εκ περιτροπής σύστημα διορισμού κατ’ αρθρ. 871 Α § 3 ΚΠολΔ, διαιτητή που θα έκρινε την υπόθεση ένα εκ των υπηρετούντων λοιπών δικαστών στο αυτό δικαστήριο με τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία βάσει του τηρουμένου στη γραμματεία του εν λόγω δικαστηρίου ιδιαίτερου βιβλίου, ενώ αυτή διόρισε ως διαιτητή τον εαυτό της, μόνη υπηρετούσα ως Πρόεδρο Πρωτοδικών και με τον τρόπο αυτό προέβη σε έμμεσο εκ των προτέρων καθορισμό του διαιτητή, χωρίς να αναφέρει τη τήρηση σειράς που προκύπτει εκ του προβλεπόμενου στο νόμο βιβλίου, πλέον ότι λόγοι αμεροληψίας, αντικειμενικότητας και ευπρέπειας επέβαλλαν στην ως άνω δικαστική λειτουργό να απέχει από την πράξη αυτοδιορισμού της. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω σκέψη, αβάσιμος. Συγκεκριμένα, κατά τα εκτιθέμενα ήδη στην αγωγή αλλά και μη αμφισβητηθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τον χρόνο κατάθεσης και προσδιορισμού της από 7.12.2022 αίτησης διαιτησίας, μόνη υπηρετούσα στο Πρωτοδικείο … Πρόεδρος Πρωτοδικών και πρώτη στη σειρά αρχαιότητας ήταν η ορισθείσα ως διαιτητής Πρόεδρος Πρωτοδικών ούτε δε η ίδια ούτε άλλος δικαστικός λειτουργός του πρωτοδικείου είχε ποτέ, σύμφωνα και με το κατ’ άρθρο 871Α § 6 τηρούμενο βιβλίο, διοριστεί διαιτητής σε άλλη υπόθεση. Συνεπώς κατά μεν την παρ. 3 άρθρου 871Α ΚΠολΔ η μοναδική Πρόεδρος Πρωτοδικών ήταν η πρώτη που έπρεπε να κληθεί ως διαιτητής κατά δε την παρ. 7 του ίδιου άρθρου υποχρεούνταν να διεξαγάγει τη διαιτησία, η οποία αποτελούσε μέρος των δικαστικών της καθηκόντων και όχι μη νόμιμο αυτοδιορισμό (εξάλλου η γνωστοποίηση του ονόματός της ως της δικαστού που κατά τη σειρά της αρχαιότητος των υπηρετούντων στο συγκεκριμένο δικαστήριο δικαστικών λειτουργών σε συνδυασμό με τα στοιχεία του τηρούμενου κατ’ άρθρο 871Α § 6 βιβλίο θα αναλάμβανε τη διαιτησία είχε βεβαιωτική και όχι καθοριστική – δημιουργική λειτουργία). Επιπλέον στη αγωγή δεν διαλαμβάνεται νόμιμος λόγος αυτοεξαίρεσης της Προέδρου Πρωτοδικών κατ’ άρθρο 883 και 52 ΚΠολΔ ενώ και η ενάγουσα (έχουσα και την ιδιότητα της δικηγόρου) δεν υπέβαλλε αίτηση εξαίρεσης αυτής κατά την εκδίκαση της αίτησης στις 25.1.2023.
ΙΙΙ.1. Κατά το άρθρο 897 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση: «….4) αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος….». Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει κυρίως όταν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, οπότε η απόφασή τους είναι ανύπαρκτη, καθώς και όταν αντλούν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία και υπερβαίνουν τα όρια αυτής, οπότε η απόφασή τους είναι ακυρώσιμη (ΑΠ 272/2016, ΕφΑθ 3869/2022, ΤΝΠ Νόμος). Η διαιτητική συμφωνία, είτε αφορά υφιστάμενες, είτε μέλλουσες διαφορές, είναι έγκυρη, μόνο αν είναι έγγραφη, ο δε τύπος του εγγράφου είναι συστατικός (αρθ. 869 § 1 εδ. α´ ΚΠολΔ). Εξάλλου, με δεδομένη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έναντι της συμβάσεως ή γενικότερα της έννομης σχέσης, στις διαφορές της οποίας αναφέρεται, η διαιτητική συμφωνία δεν απαιτείται να περιλαμβάνεται στο ίδιο έγγραφο με τη σύμβαση, στην οποία αναφέρεται, έστω βέβαια και αν στην πράξη το αντίθετο είναι το συνήθως συμβαίνον. Έτσι, λοιπόν, έγκυρα συνομολογείται η υπαγωγή διαφορών σε διαιτησία από μία σύμβαση, που καταρτίσθηκε με έγγραφο, αν ρήτρα της συμβάσεως αυτής παραπέμπει σε διαιτητική συμφωνία, που περιλαμβάνεται σε άλλη σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως και οι διαφορές της οποίας υπάγονται σε διαιτησία, προϋποτιθεμένου όμως, ότι η άλλη συμφωνία, προς την οποία γίνεται η παραπομπή και η οποία περιλαμβάνει τη συμφωνία περί διαιτησίας, καταρτίζεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, όπως και η παραπέμπουσα συμφωνία, οι διαφορές της οποίας υπάγονται με την παραπομπή σε διαιτησία. Η παραπομπή σε ρήτρα διαιτησίας, που περιλαμβάνεται σε άλλη συμφωνία, πρέπει να είναι ειδική και ευκρινής, για τον λόγο ότι με τη διαιτητική συμφωνία, χωρίς να είναι επαχθής, επέρχεται η οπωσδήποτε σοβαρή συνέπεια του αποκλεισμού της κρατικής δικαιοδοσίας. Με δεδομένη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας και κυρίως τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής, αποτέλεσμα του οποίου είναι η συσταλτική της ερμηνεία και ο περιορισμός της μόνο στα είδη ή τις κατηγορίες των διαφορών, οι οποίες υπάγονται ρητά με τη συμφωνία των μερών σε διαιτητική επίλυση, είναι αναγκαίο η βούληση των μερών για παραπομπή σε προγενέστερη διαιτητική συμφωνία, που περιέχεται σε άλλη μεταξύ τους συμφωνία, να εκδηλώνεται με τρόπο αναμφισβήτητο, πράγμα που συμβαίνει, όταν η σχετική παραπομπή είναι ειδική και ευκρινής, για να πληρούται έτσι και η απαίτηση του νόμου για τον έγγραφο τύπο της διαιτητικής συμφωνίας. Όταν, όμως, κατά την θέληση των συμβαλλομένων μερών, η μεταγενέστερη αυτή σύμβαση είναι συμπληρωματική και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχικής συμβάσεως, με την έννοια ότι με αυτήν εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, τότε η περιεχόμενη στην αρχική έγγραφη σύμβαση διαιτητική ρήτρα αρκεί για να καθιδρύσει την δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου και επί των διαφορών που ανακύπτουν από τη μεταγενέστερη αυτή συμπληρωματική σύμβαση, χωρίς να απαιτείται η επανάληψη της διαιτητικής ρήτρας και στην τελευταία ή με παραπομπή στην περιέχουσα την διαιτητική ρήτρα αρχική έγγραφη συμφωνία, αφού ουσιαστικά δεν πρόκειται για χωριστές συμβάσεις με αντικείμενο συναφές, αλλά για μία ενιαία σύμβαση (ΑΠ 355/2018, ΤΝΠ Νόμος).
III.2. Με το δεύτερο λόγο της αγωγής ακύρωσης, η ενάγουσα προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της, διατείνεται ότι το διαιτητικό δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να κρίνει επί του ΣΤ’ αιτήματος των αιτούντων νυν εναγομένων [«να υποχρεωθεί-καταδικασθεί η καθ’ ης με την ιδιότητα της ως αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του οικοπέδου εμβαδού… όπως προσέλθει ενώπιον του αρμόδιου συμβολαιογράφου που θα οριστεί .. και προβεί σε δήλωση βουλήσεως με τον απαιτούμενο συμβολαιογραφικό τύπο για τη μεταβίβαση προς την πρώτη ή σε πρόσωπο που εμείς θα υποδείξουμε των ακόλουθων οροφοκτησιών που αποτελούν το εργολαβικό μας αντάλλαγμα …»], διότι το άρθρο 20 του υπ’ αριθμ. …/15.6.2019 εργολαβικού προσυμφώνου συμφωνίας διαιτησίας του συμβολαιογράφου …, … …, δεν προέβλεπε αδιακρίτως την υπαγωγή στην εξουσία του διαιτητικού δικαστηρίου κάθε διαφοράς που τυχόν προκύψει από οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων αλλά ειδικώς και ρητώς μόνο των διαφορών εκείνων που τυχόν προκύψουν συγκεκριμένα σε σχέση με την εκτέλεση του έργου (τρόπο/χρόνο) από το άνω προσύμφωνο μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου και εργολαβικό δόμησης πολυώροφης οικοδομής, ενώ δεν περιλήφθηκε ρήτρα διαιτησίας στην μεταγενέστερη διακριτή με αριθμό 4.…/28.1.2020 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, διανομής οροφοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας του ανωτέρω συμβολαιογράφου. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω σκέψη, τυγχάνει αβάσιμος. Συγκεκριμένα το άρθρο 20 του υπ’ αριθμ. …/15.6.2019 προσυμφώνου μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και εργολαβικό δόμησης πολυώροφης οικοδομής του συμβολαιογράφου … … … ορίζει: «Κάθε διένεξη ή διαφωνία που τυχόν υπάρξει μεταξύ των συμβαλλομένων μερών γύρω από την ερμηνεία της σύμβασης αυτής και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε μέρους είτε σχετικά με την εκτέλεση του έργου είτε για το χρόνο ή τον τρόπο παράδοσης αυτού θα λύνεται υποχρεωτικά με διαιτησία. Ως διαιτητής ορίζεται το Μονομελές Πρωτοδικείο … το οποίο θα δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφαση που θα εκδώσει θα είναι τελεσίδικη». Επίσης η με αριθμό …/28.1.2020 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, διανομής οροφοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας του ανωτέρω συμβολαιογράφου, ορίζει « .. και αυτή ανέλαβε την κατασκευή σύμφωνα με όλους τους γνωστούς όρους και ειδικότερες συμφωνίες που με κάθε γνωστή λεπτομέρεια διαλαμβάνονται στο πιο πάνω αναφερόμενο εργολαβικό…». Από τους ανωτέρω όρους συνάγεται σαφώς ότι κάθε διένεξη ή διαφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων και μόνο (και όχι τριών τους οποίους θα δέσμευε η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) που θα προέκυπτε από το ανωτέρω προσύμφωνο μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και εργολαβικό δόμησης πολυώροφης οικοδομής του συμβολαιογράφου … … … αλλά και την πράξη σύσταση οριζόντιας-ιδιοκτησίας-διανομής (διά της παραπομπής μάλιστα της τελευταίας στο ανωτέρω εργολαβικό) θα επιλύονταν από το διαιτητικό δικαστήριο. Έτσι το Μονομελές Διαιτητικό Δικαστήριο … αποφάνθηκε επί θέματος για το οποίο είχε συμφωνηθεί από τα διάδικα μέρη η προσφυγή στη διαιτησία και όχι πέραν αυτού και δεν υπερέβη την εξουσία, που του παρείχε η ως άνω συμφωνία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακύρωσης τυγχάνει απορριπτέος.
IV.1. Κατά το άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση: «.. 6) αν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης ή τα χρηστά ήθη». Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 Α.Κ. Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξάλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, και όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα δημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης. Τη θέση αυτή υιοθέτησε η Ολομέλεια του Αρείου με την 14/2015 απόφασή της (βλ. επίσης Α.Π 359/2018, Καλαβρός, Ακύρωση και ανυπαρξία διαιτητικών αποφάσεων, 2017, § 2, αρ. 420), ανατρέποντας τη μέχρι τότε ισχύσασα νομολογία, την οποία ασπαζόταν και σημαντικό μέρος της θεωρίας, κατά την οποία η έννοια της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ αναφέρεται στους κανόνες αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 3 ΑΚ και όχι μόνο σε εκείνους του άρθρου 33 ΑΚ, δικαιολογώντας την άποψη αυτή, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι στη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 γίνεται αναφορά σε «διατάξεις δημόσιας τάξης» και όχι στη «δημόσια τάξη» per se, όπως συμβαίνει σε άλλες σχετικές ρυθμίσεις, όπως αυτές των άρθρων 323.5, 780.2 και 903.6 ΚΠολΔ. Η μεταστροφή αυτή της Ολομέλειας δικαιολογήθηκε με το επιχείρημα ότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση, οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής αποφάσεως. Επεκτείνοντας το Ακυρωτικό Δικαστήριο την ανωτέρω νεοπαγή θέση του, που σημειωτέον απέκλειε τον έλεγχο από τα δικαστήρια της παραβίασης από το διαιτητικό δικαστήριο της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου ΑΚ 388 για το λόγο ότι με αυτή (διάταξη) διευθετούνται ιδιωτικά συμφέροντα, έκρινε για τον ίδιο λόγο ότι δε συνιστούν διατάξεις δημόσιας τάξης, κατά την έννοια των άρθρων 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ και 33, ούτε και οι διατάξεις των άρθρων 174,178, 179, 281 ΑΚ (ΑΠ 356/2018· ΑΠ 357/2018, · ΑΠ 361/2018 · ΑΠ 953/2024 · βλ. κριτική αξιολόγηση της ανωτέρω νομολογίας σε Γιαννόπουλο, Η αντίθεση στην ουσιαστική δημόσια τάξη ως κώλυμα αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων στην Ελλάδα, 2025, σ.213-215 και 135-141). Ευθυγραμμιζόμενο αναγκαίως το παρόν Δικαστήριο με την ανωτέρω παγιωθείσα νομολογιακή στροφή, θα πρέπει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να γίνει δεκτό ότι ούτε και η διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ, η οποία προβλέπει τη δικαστική μείωση στο “προσήκον μέτρο” της δυσανάλογα μεγάλης (υπέρμετρης) ιδιωτικής ποινής που είχε συμφωνηθεί από τα μέρη – μολονότι έχει επανειλημμένως κριθεί ότι είναι εντόνως δημοσίας τάξεως (Ολ. ΑΠ 17/1999, ΑΠ 1312/2022 ΤΝΠ ΑΠ· Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό, 2018 § 23 αρ. 37, 47α) – έχει θεσπισθεί προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος, αλλά, κυρίως, χάριν διευθέτησης ιδιωτικών συμφερόντων και ως εκ τούτου, ούτε αυτή, συνιστά διάταξη δημόσιας τάξης, κατά την έννοια των άρθρων 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ και 33 ΑΚ (πρβλ. Γιαννόπουλο, ο.π. σ. 287).
ΙV.2. Με τον τρίτο λόγο της αγωγής ακύρωσης, η ενάγουσα προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, για το ότι είναι αντίθετη προς διάταξη δημόσιας τάξης και δη του άρθρου 409 ΑΚ περί επιβολής υπέρμετρης ποινής. Συγκεκριμένα η ενάγουσα εκθέτει ότι στο άρθρο 9 του με αριθμ. …/2019 προσυμφώνου μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και εργολαβικό δόμησης πολυώροφης οικοδομής του συμβολαιογράφου …, … …, μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε ότι: «Η οικοπεδούχος έχει υποχρέωση κάθε φορά που την καλεί η εργολάβος-εταιρεία με έγγραφο, πριν από πέντε (5) ημέρες, να προσέρχεται σε συμβολαιογράφο της εκλογής της εργολάβου- εταιρείας, είτε αυτοπροσώπως, είτε πληρεξούσιός της με ειδική συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα, για να υπογράψει το συμβόλαιο μεταβιβάσεως ή το προσύμφωνο για τη μεταβίβαση ποσοστών του οικοπέδου που αντιστοιχούν σε αυτοτελή ιδιοκτησία μεταβιβασθησόμενη στην εργολάβο – εταιρεία ή σε τρίτους, με την προϋπόθεση ότι η εργολάβος- εταιρεία θα έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σχετικά με την πρόοδο των εργασιών της οικοδομής, που αναφέρονται παρακάτω, στο άρθρο 21….. β) μπορεί η εργολάβος -εταιρία να απαιτήσει από την οικοπεδούχο που αρνείται να εμφανιστεί ή να υπογράψει, συμφωνημένη από σήμερα ποινική ρήτρα και αποζημίωση τουλάχιστον 300 ευρώ για κάθε αδικαιολόγητη άρνηση ή μη εμφάνιση της καθώς και κάθε θετική ή αποθετική ζημία από τη ματαίωση τυχόν της πωλήσεως οροφοκτησίας σε υποψήφιο αγοραστή…» Ακολούθως η ενάγουσα εκθέτει ότι με την από 17.3.2022 εξώδικη δήλωση με διαμαρτυρία και πρόσκληση που επιδόθηκε στην αιτούσα με την με αριθμ. …/21.3.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο …, γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα μεταξύ άλλων ότι : «8) β) Κάθε εργάσιμη ημέρα από 31.3.2022 και εντεύθεν..…Για κάθε ημέρα που εσείς δεν θα παρουσιάζεσθε από 31.3.2022 και εντεύθεν κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο με τα έγγραφα που προαναφέρονται σε βάρος σας θα καταπίπτει βάσει του άρθρου 9 περ.β της με αριθμ. …/15.6.2019 συμβολαιογραφικής πράξης … ποινική ρήτρα και αποζημίωση τουλάχιστον 300 ευρώ με την ρητή περαιτέρω επιφύλαξη…». Συνεπώς κατά την ενάγουσα το διαιτητικό δικαστήριο με το να αναγνωρίσει υποχρέωσή της να καταβάλλει στην εναγομένη το ποσό των 75.600 ευρώ (300 ευρώ Χ 252 ημέρες) ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε από 31.3.2022 μέχρι 7.12.2022 (ημέρα κατάθεσης της αίτησης στο διαιτητικό δικαστήριο) επεδίκασε σε βάρος της ποινική ρήτρα υπέρμετρη, καθώς δεν έπρεπε να επιδικάσει ποινική ρήτρα μεγαλύτερη των 1200 ευρώ. Ωστόσο ακόμη και αν δεν είχαν καταπέσει τόσες ποινικές ρήτρες των 300 ευρώ όσες και οι ημέρες από την επόμενη της επίδοσης του εξωδίκου μέχρι και το χρόνο κατάθεση της αίτησης, ο δε τρόπος κατάπτωσης ποινικών ρητρών που διελήφθη στο εξώδικο και κατόπιν στην αίτηση ήταν κατά παράβαση του όρου 9 της σύμβασης (έπρεπε να προηγείται κλήση προ πέντε ημερών και ακολούθως πράξη μη εμφάνισης στο συμβολαιογράφο), μη νομίμως διώκεται με την κρινόμενη αγωγή η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για παραβίαση διάταξης (ΑΚ 409), η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα, δεν έχει το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ.
V.1. Εξάλλου, κατά το άρθρο 886 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, οι διάδικοι, μπορούν με τη συμφωνία για διαιτησία να προσδιορίσουν, εκτός των άλλων, και τη διαιτητική διαδικασία. Έκφανση αυτού του δικαιώματος αποτελεί και η δυνατότητα να καθορίσουν και τη διαδικασία εν γένει της απόδειξης των κρίσιμων για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία θα μορφώσει τη γνώμη του ο διαιτητής και συγκεκριμένα τον τρόπο, τα μέσα και τη μορφή της, τον απαιτούμενο βαθμό της δικανικής πεποίθησης ως προς την αλήθεια του αποδεικτέου, ήτοι αν θα απαιτείται πλήρης απόδειξη ή πιθανολόγηση και αν η ακολουθητέα αποδεικτική διαδικασία θα είναι αυστηρή, ελεύθερη ή εν μέρει ελεύθερη. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δικονομική συμφωνία των διαδίκων ως προς τον τρόπο απόδειξης, δεσμεύει τον διαιτητή. Αν δεν ορίζεται τέτοια επιλογή στη συμφωνία της διαιτησίας, οι διαιτητές, έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν, κατά την ελεύθερη κρίση τους, τη διαδικασία της διαιτησίας, ειδικότερα δε και τον τρόπο απόκτησης του αποδεικτικού υλικού και να μη δεσμεύονται από τους αποδεικτικούς κανόνες της πολιτικής δικονομίας. Σχετικά με το βαθμό σχηματισμού δικανικής πεποίθησης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 336 παρ. 3, 338, 340 και 347 ΚΠολΔ, ο νόμος αξιώνει, κατά κανόνα, πλήρη απόδειξη, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικού ισχυρισμού. Έτσι, αν με τη συμφωνία της διαιτησίας δεν προβλέπεται άλλος βαθμός δικανικής πεποίθησης, κατ’ εξαίρεση αυτού που ορίζεται από το νόμο, οι διαιτητές πρέπει να αποφασίσουν με πλήρη απόδειξη. Ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις που αρκεί άλλος βαθμός δικανικής πεποίθησης (άρθρο 347 ΚΠολΔ) ή πότε θα υπάρχει εξαίρεση από την υιοθετούμενη αυστηρή απόδειξη που διεξάγεται με συγκεκριμένη διαδικασία, συγκεκριμένους τύπους και αποδεικτικά μέσα και θα εφαρμόζεται η ελεύθερη ή εν μέρει ελεύθερη απόδειξη. Από καμία, όμως, διάταξη δεν παρέχεται στους διαιτητές η εξουσία να ορίσουν και να αποφασίσουν με μειωμένο βαθμό γνώσης, όπως με πιθανολόγηση, για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων. Αν παρά ταύτα αποφασίσουν με πιθανολόγηση, Χωρίς να τους παρέχεται τέτοια εξουσία από τη συμφωνία της διαιτησίας ή το νόμο, η απόφασή τους υπόκειται σε ακύρωση, καθόσον υπερέβησαν την εξουσία που τους παρέχει ο νόμος και η συμφωνία της διαιτησίας (ΑΠ 1061/2020 ΤΝΠ ΑΠ). Αλλά και σε μια γενικότερη θεώρηση, όταν μία υπόθεση δικάζεται, για λόγους ταχύτητας, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να πρόκειται για λήψη ασφαλιστικών μέτρων αλλά για οριστική τομή μιας διαφοράς, είναι ανεφάρμοστες οι διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικά στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (βλ ΟλΑΠ 754/1986 ΝοΒ 1987. 380, ΑΠ 317/2016, ΕΠολΔ, 2017. 272 με σχόλιο Δεληκωστόπολου). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν οι διάδικοι συμφωνούν ότι, για λόγους ταχύτητας και διαδικαστικής απλότητας, το Μονομελές Πρωτοδικείο ως διαιτητικό δικαστήριο θα δικάσει με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συμφωνούν αυτοθρόως να εφαρμοστούν διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικά στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως η πιθανολόγηση ως βαθμός σχηματισμού δικανικής πεποίθησης (άρθρο 690 § 1 ΚΠολΔ). Προς τούτο απαιτείται ρητή συμφωνία, η οποία υφίσταται και στην περίπτωση που ο Διαιτητής, μετά τη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ορίσει τούτο και οι διάδικοι το αποδεχθούν.
V.2. Με τον τέταρτο λόγο της αγωγής ακύρωσης, η ενάγουσα προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, για το ότι είναι αντίθετη προς διάταξη δημόσιας τάξης και δη άρθρου 6 ΕΣΔΑ και άρθρων 338, 339, 340 και 347 ΚΠολΔ περί του μέτρου απόδειξης. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της, ισχυρίζεται ότι, το διαιτητικό δικαστήριο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς πλήρη απόδειξη, αλλά, παρά το νόμο, έκρινε κατά πιθανολόγηση, κάτι το οποίο συνάδει με την προσωρινή προστασία που παρέχεται στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας προσωρινής διευθέτησης της διαφοράς, όχι όμως και με διαιτητική δίκη εκ της οποίας εκπορεύεται διαιτητική απόφαση που τέμνει οριστικά της διαφορά και παράγεται οριστικό δεκασμένο. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, νομικά βάσιμος και πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύεται ότι στο άρθρο 20 του υπ’ αριθμ. …/15.6.2019 προσυμφώνου μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και εργολαβικό δόμησης πολυώροφης οικοδομής του συμβολαιογράφου … … … ορίστηκε : «Ως διαιτητής ορίζεται Το Μονομελές Πρωτοδικείο … το οποίο θα δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφαση που θα εκδώσει θα είναι τελεσίδικη». Ο όρος αυτός της σύμβασης, ερμηνευόμενος κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 ΑΚ και 200 ΑΚ, ήτοι χωρίς προσήλωση στις λέξεις των συμβαλλομένων και σύμφωνα με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει σαφή συμφωνία των μερών ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο εξετάζοντας την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση των διαδίκων στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, θα πρέπει να διαμορφώσει την κρίση του, αρκούμενο σε πιθανολόγηση κατ’ άρθρο 690 § 1 ΚΠολΔ, και όχι σε πλήρη απόδειξη. Το γεγονός ότι τα διάδικα μέρη επέλεξαν την ταχύτερη και πλέον ευέλικτη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αποφύγουν τις δικονομικές αγκυλώσεις της τακτικής διαδικασίας, δεν άγει, κατά την καλή πίστη και την αληθινή τους βούληση, στο συμπέρασμα ότι απέβλεπαν και σε μια επισφαλή δικαιοδοτική κρίση, αλλά αντίθετα ότι κατέφυγαν στην παραπάνω διαδικασία, για να εξασφαλίσουν στο συντομότερο χρόνο τις μεγαλύτερες δυνατές εγγυήσεις δικανικής ωριμότητας. Ούτε επιπλέον το Διαιτητικό Δικαστήριο όρισε ότι θα αρκεστεί σε πιθανολόγηση και τα μέρη το αποδέχθηκαν. Συνεπώς, παρά την επιλογή από τα μέρη ως συμφωνηθείσα διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, το διαιτητικό δικαστήριο έπρεπε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση. Έτσι, με το να αρκεστεί σε πιθανολόγηση υπερέβη την εξουσία, που του παρείχε η ως άνω συμφωνία και ο νόμος και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, η απόφασή του κρίνεται ακυρωτέα κατ’ άρθρο 897 αρ. 4 ΚΠολΔ.
VI. Κατόπιν όλων των παραπάνω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η με αριθμό 1/2023 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ….
Τέλος οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει ο,τι στο σκεπτικό κρίθηκε ως απορριπτέο.
Ακυρώνει τη με αριθμό 1/2023 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ….
Καταδικάζει την εναγομένους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το οποίο ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Λάρισα, στις 05 Δεκεμβρίου 2025 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στον ίδιο τόπο, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 8 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
