ΑΠΟΦΑΣΗ
A.N. κ.α. κατά Ελλάδας της 22.01.2026 (προσφ. αριθ. και 2 άλλες)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η υπόθεση αφορά τις συνθήκες διαβίωσης ασυνόδευτων ανηλίκων αιτούντων διεθνή προστασία, Αφγανών υπηκόων, οι οποίοι διέμεναν στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) της Σάμου κατά διάφορες περιόδους μεταξύ Φεβρουαρίου 2019 και Μαΐου 2020.
Οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν για τις συνθήκες στέγασης τόσο εντός του επίσημου ΚΥΤ όσο και στον άτυπο καταυλισμό («Ζούγκλα») που είχε αναπτυχθεί στην παρακείμενη περιοχή. Επικαλέστηκαν ιδίως τον υπερπληθυσμό, την απουσία ηλεκτρικού ρεύματος και τρεχούμενου νερού στον άτυπο καταυλισμό, τις ανεπαρκείς υγειονομικές εγκαταστάσεις, την έλλειψη κατάλληλης στέγασης για την ηλικία τους, την ανεπαρκή ιατρική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη, την απουσία λειτουργικού συστήματος επιτροπείας και την έκθεσή τους σε βία και εκμετάλλευση.
Το Δικαστήριο είχε διατάξει ενδιάμεσα μέτρα δυνάμει του Κανόνα 39 του Κανονισμού του, απαιτώντας τη μεταφορά των προσφευγόντων σε κατάλληλη στέγαση για ασυνόδευτους ανηλίκους. Ωστόσο, η μεταφορά πραγματοποιήθηκε με σημαντική καθυστέρηση, αρκετές εβδομάδες μετά τη χορήγηση των ενδιάμεσων μέτρων.
Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το σύστημα υποδοχής είχε τεθεί υπό ακραία πίεση λόγω των μαζικών αφίξεων και επικαλέστηκε τα μέτρα που έλαβε για τη βελτίωση των συνθηκών, περιλαμβανομένης της ίδρυσης της Ειδικής Γραμματείας Ασυνόδευτων Ανηλίκων και της επέκτασης της δυναμικότητας φιλοξενίας.
Το ΕΔΔΑ απέρριψε την ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, κρίνοντας ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε την αποτελεσματικότητα και προσβασιμότητα των επικαλούμενων ενδίκων μέσων για ασυνόδευτους ανηλίκους χωρίς διορισμένο επίτροπο.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες παρέμειναν για παρατεταμένες περιόδους, κυμαινόμενες από τέσσερις έως έντεκα μήνες, σε συνθήκες που χαρακτηρίζονταν από υπερπληθυσμό, ανεπαρκή υγιεινή και απουσία στέγασης κατάλληλης για την ηλικία τους. Λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και την ιδιαίτερη ευαλωτότητά τους ως ασυνόδευτων ανηλίκων, έκρινε ότι οι συνθήκες υποδοχής συνιστούσαν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε σε κάθε προσφεύγοντα 1.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Οι προσφεύγοντες είναι Αφγανοί υπήκοοι γεννηθέντες μεταξύ 2003 και 2005. Αφίχθησαν στην Ελλάδα σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ Φεβρουαρίου 2019 και Σεπτεμβρίου 2019 και τοποθετήθηκαν στο ΚΥΤ Σάμου.
Κατά την επίμαχη περίοδο, η πληρότητα του ΚΥΤ Σάμου υπερέβαινε κατά πολύ την επίσημη δυναμικότητα των 648 ατόμων, φιλοξενώντας στην πράξη αρκετές χιλιάδες άτομα. Ως αποτέλεσμα, είχε αναπτυχθεί ένας εκτεταμένος άτυπος καταυλισμός, γνωστός ως «Ζούγκλα», στην παρακείμενη πλαγιά, αποτελούμενος από σκηνές, αυτοσχέδια παραπήγματα και πρόχειρα καταλύματα.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, κατά την άφιξή τους διέμεναν στον άτυπο καταυλισμό, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος εντός του επίσημου ΚΥΤ. Η περιοχή στερούνταν ηλεκτρικού ρεύματος, τρεχούμενου νερού, τουαλετών και συστήματος αποκομιδής απορριμμάτων. Ορισμένοι εξ αυτών μετακινήθηκαν με δική τους πρωτοβουλία στην «ασφαλή ζώνη» για ανηλίκους εντός του ΚΥΤ, αρκετούς μήνες μετά την άφιξή τους.
Η «ασφαλή ζώνη» αποτελούνταν από προκατασκευασμένους οικίσκους, ήταν περιφραγμένη και φυλασσόμενη, αλλά συχνά στερούνταν θέρμανσης, επαρκούς κλινοσκεπασμάτων και ιδιωτικότητας. Οι οικίσκοι ήταν υπερπλήρεις. Ένας από τους προσφεύγοντες (A.M.) τοποθετήθηκε σε οικίσκο επιφάνειας 22 τ.μ., χωρισμένο σε δύο τμήματα των τεσσάρων κλινών, όπου φιλοξενούνταν έντεκα άλλοι ασυνόδευτοι ανήλικοι.
Κατόπιν αιτημάτων του ΚΥΤ Σάμου, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών ενεργούσε ως προσωρινός επίτροπος των ανηλίκων. Ωστόσο, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, οι εισαγγελείς στερούνταν πρακτικής δυνατότητας να ασκήσουν τα καθήκοντα επιτροπείας, αφήνοντας τους ανηλίκους ουσιαστικά χωρίς εκπροσώπηση σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες.
Ένας προσφεύγων (A.N. στην προσφυγή αριθ. 13892/20) επιχείρησε αυτοκτονία τον Φεβρουάριο 2020. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Σάμου, όπου συστήθηκε ψυχιατρική νοσηλεία, και εν συνεχεία στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων της Λέσβου, προτού επιστρέψει στο ΚΥΤ Σάμου.
Στις 24 Δεκεμβρίου 2019, στην προσφυγή αριθ. 65267/19, και στις 16 Μαρτίου 2020, στην προσφυγή αριθ. 13892/20, το Δικαστήριο διέταξε ενδιάμεσα μέτρα δυνάμει του Κανόνα 39, ζητώντας τη μεταφορά των προσφευγόντων σε κατάλληλη στέγαση και τη διασφάλιση συνθηκών υποδοχής συμβατών με το άρθρο 3.
Όλοι οι προσφεύγοντες μεταφέρθηκαν τελικώς σε κατάλληλες δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα ή μετεγκαταστάθηκαν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του Κανονισμού Δουβλίνο III ή του προγράμματος μετεγκατάστασης ασυνόδευτων ανηλίκων.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 3
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Ως προς το παραδεκτό – Εξάντληση εσωτερικών ενδίκων μέσων
Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι προσφεύγοντες δεν εξάντλησαν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, επικαλούμενη τη δυνατότητα προσφυγής κατά διοικητικής παράλειψης δυνάμει του άρθρου 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), καθώς και τα μέτρα ασφαλιστικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 682-683 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) και του άρθρου 210 ΚΔΔ.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η Κυβέρνηση που προβάλλει την ένσταση μη εξάντλησης οφείλει να αποδείξει ότι το επικαλούμενο ένδικο μέσο ήταν αποτελεσματικό θεωρητικά και πρακτικά κατά τον κρίσιμο χρόνο, προσβάσιμο, ικανό να παράσχει επανόρθωση για την αιτίαση του προσφεύγοντος και με εύλογες προοπτικές επιτυχίας.
Ως προς την προσβασιμότητα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες ήταν ασυνόδευτοι ανήλικοι και, δυνάμει του εθνικού δικαίου (άρθρο 1603 Αστικού Κώδικα), μπορούσαν να εκπροσωπηθούν σε δικαστικές διαδικασίες μόνο από επίτροπο. Η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι είχε διοριστεί επίτροπος ουσιαστικά στις παρούσες υποθέσεις ή ότι οι εισαγγελείς που ενεργούσαν ex lege ως προσωρινοί επίτροποι είχαν στην πράξη ασκήσει εκπροσώπηση για την άσκηση των επικαλούμενων ενδίκων μέσων.
Ως προς τη φύση των επικαλούμενων ενδίκων μέσων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η προσφυγή δυνάμει του άρθρου 63 ΚΔΔ ήταν διαθέσιμη υπό τις περιστάσεις των παρουσών υποθέσεων, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από την απουσία εκτελεστής διοικητικής πράξης και από το γεγονός ότι οι αποφάσεις τοποθέτησης ασυνόδευτων ανηλίκων λαμβάνονταν από τον Εισαγγελέα, ενεργούντα υπό δικαστική ιδιότητα. Η τρίμηνη προθεσμία αναμονής δυνάμει του άρθρου 63 § 2 ΚΔΔ υπονόμευε περαιτέρω την επικαιρότητα του ενδίκου μέσου σε σχέση με αιτιάσεις υπό το άρθρο 3.
Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση μη εξάντλησης.
Ως προς το άρθρο 3 – Γενικές αρχές
Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης αιτούντων άσυλο, όπως διατυπώθηκαν στις αποφάσεις M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 21.01.2011 και Khlaifia και λοιποί κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 15.12.2016, καθώς και στην απόφαση Tarakhel κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 04.11.2014 αναφορικά με ασυνόδευτους ανηλίκους.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η κακομεταχείριση πρέπει να φθάνει ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3. Η αξιολόγηση του επιπέδου αυτού είναι σχετική και εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, κυρίως τη διάρκεια της μεταχείρισης, τις σωματικές ή ψυχικές επιπτώσεις της και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το φύλο, την ηλικία και την κατάσταση υγείας του θύματος.
Το Δικαστήριο τόνισε ότι η κατάσταση ευάλωτων προσώπων, και ιδίως ασυνόδευτων ανηλίκων, απαιτεί ειδική προστασία. Τα παιδιά έχουν ειδικές ανάγκες που απορρέουν από την ηλικία και την έλλειψη αυτονομίας τους, και η ακραία ευαλωτότητα του παιδιού είναι καθοριστική και υπερισχύει κάθε σκέψης σχετικής με το καθεστώς του υπό το μεταναστευτικό δίκαιο. Η υποδοχή και η φροντίδα τέτοιων προσώπων πρέπει να προσαρμόζονται στην ηλικία τους, και οποιαδήποτε αδυναμία κάλυψης των βασικών τους αναγκών—υλικών, σωματικών ή συναισθηματικών—μπορεί αυτή καθαυτή να συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα κράτη που αποτελούν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες λόγω της αυξημένης εισροής μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Δεν υποτιμά το βάρος και την πίεση που η κατάσταση αυτή θέτει στα ενδιαφερόμενα κράτη. Ωστόσο, δεδομένου του απόλυτου χαρακτήρα του άρθρου 3, αυτό δεν μπορεί να απαλλάξει ένα κράτος από τις υποχρεώσεις του δυνάμει της εν λόγω διάταξης.
Ως προς την εφαρμογή των αρχών στην παρούσα υπόθεση
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που γέννησαν τις αιτιάσεις των προσφευγόντων δεν αμφισβητούνταν. Η πραγματική διαφωνία μεταξύ των διαδίκων αφορούσε την επάρκεια και την επικαιρότητα των μέτρων που έλαβαν οι αρχές για την παροχή κατάλληλων συνθηκών υποδοχής.
Οι προσφεύγοντες έδωσαν συνεκτική, λεπτομερή και αλληλοσυμπληρούμενη περιγραφή της κατάστασής τους στη Σάμο, τεκμηριωμένη από σύγχρονα έγγραφα και από τα ίδια τα αρχεία των αρχών. Οι ισχυρισμοί τους επιβεβαιώνονταν περαιτέρω από πολυάριθμες ανεξάρτητες εκθέσεις διεθνών και εθνικών φορέων που περιέγραφαν παρόμοιες συνθήκες στο ΚΥΤ Σάμου κατά την κρίσιμη περίοδο.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες προσκόμισαν prima facie αποδείξεις παρατεταμένης έκθεσης σε συνθήκες ασυμβίβαστες με την ηλικία και την ευαλωτότητά τους ως ασυνόδευτων ανηλίκων. Η συνέπεια των καταθέσεών τους, υποστηριζόμενη από επίσημη αλληλογραφία μεταξύ του ΚΥΤ, της εισαγγελίας και του ΕΚΚΑ, καθώς και από ανεξάρτητες πηγές, επαρκούσε για τη μετάθεση του βάρους απόδειξης στην Κυβέρνηση.
Η Κυβέρνηση όφειλε να αποδείξει, με συγκεκριμένα και πειστικά στοιχεία, ότι τα μέτρα που υιοθετήθηκαν ήταν έγκαιρα και επαρκή για τη διασφάλιση συνθηκών διαβίωσης συμβατών με το άρθρο 3, ή να αμφισβητήσει την εκδοχή των γεγονότων που παρουσίασαν οι προσφεύγοντες. Ωστόσο, δεν προσκομίστηκε τέτοιο αποδεικτικό υλικό.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι έχει ήδη εξετάσει τις συνθήκες διαβίωσης στο ΚΥΤ Σάμου σε σειρά αποφάσεων, όπου διαπίστωσε ότι οι υλικές συνθήκες χαρακτηρίζονταν από επίμονο υπερπληθυσμό, ανεπαρκή υγιεινή και έκθεση σε κινδύνους υγείας και ασφάλειας. Δεν υπήρχε ένδειξη ότι η κατάσταση κατά την κρίσιμη περίοδο διέφερε ουσιωδώς από εκείνη που περιγράφηκε στις προηγούμενες αποφάσεις του.
Τα αποδεικτικά στοιχεία κατέδειξαν ότι οι προσφεύγοντες παρέμειναν για παρατεταμένες περιόδους σε συνθήκες που χαρακτηρίζονταν από υπερπληθυσμό, ανεπαρκή υγιεινή και απουσία στέγασης κατάλληλης για την ηλικία τους. Το υλικό που υποβλήθηκε από αμφότερους τους διαδίκους, σε συνδυασμό με ανεξάρτητες εκθέσεις διεθνών και εθνικών φορέων, επιβεβαίωσε ότι οι εγκαταστάσεις εντός και γύρω από το ΚΥΤ Σάμου κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν προδήλως ανεπαρκείς για την κάλυψη των βασικών αναγκών ασυνόδευτων ανηλίκων, περιλαμβανομένης της πρόσβασης σε υγιεινή, διατροφή, ιατρική και ψυχοκοινωνική φροντίδα, αποτελεσματική επιτροπεία και προστασία από βία ή εκμετάλλευση.
Αναγνωρίζοντας τις πρωτοβουλίες και τις συνεχιζόμενες προσπάθειες αποσυμφόρησης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτές είχαν σχεδιαστεί πρωτίστως για τη βελτίωση του συνολικού συστήματος, παρά για την αντιμετώπιση, με άμεσο αποτέλεσμα, της κατάστασης των ανηλίκων που βρίσκονταν ήδη στις υπερπλήρεις νησιωτικές εγκαταστάσεις. Παρά την υιοθέτηση τέτοιων μέτρων, οι υλικές συνθήκες στο ΚΥΤ Σάμου κατά την κρίσιμη περίοδο παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες και εξακολούθησαν να υπολείπονται των προτύπων που απαιτεί το άρθρο 3 της Σύμβασης.
Λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των προσφευγόντων ως ασυνόδευτων ανηλίκων, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι συνθήκες υποδοχής στις οποίες υποβλήθηκαν εντός και γύρω από το ΚΥΤ Σάμου συνιστούσαν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης.
Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος εξέτασης του παραδεκτού και της ουσίας των αιτιάσεων υπό το άρθρο 13 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8, καθώς και υπό το άρθρο 8.
Διέγραψε από τον κατάλογο το τμήμα της προσφυγής σχετικά με το άρθρο 8 (διάρκεια διαδικασίας ασύλου), κατόπιν απόσυρσης της αιτίασης από τους προσφεύγοντες S.N., A.A. και H.M.
Διέγραψε επίσης την προσφυγή αριθ. 65267/19 καθ’ ο μέρος αφορούσε τον προσφεύγοντα D.F., κατόπιν διαπίστωσης ότι η προσφυγή είχε υποβληθεί βάσει ψευδών πληροφοριών σχετικά με την ηλικία του, δεδομένου ότι μεταγενέστερη διαδικασία προσδιορισμού ηλικίας κατέδειξε ότι είχε ήδη ενηλικιωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Κήρυξε απαράδεκτες τις αιτιάσεις υπό το άρθρο 3 (συνθήκες κράτησης) και το άρθρο 5 § 1 (νομιμότητα κράτησης) στην προσφυγή αριθ. 13892/20.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Τα παιδιά έχουν ειδικές ανάγκες που απορρέουν από την ηλικία και την έλλειψη αυτονομίας τους, και η ακραία ευαλωτότητα του παιδιού είναι καθοριστική και υπερισχύει κάθε σκέψης σχετικής με το καθεστώς του παιδιού υπό το μεταναστευτικό δίκαιο. Η υποδοχή και η φροντίδα τέτοιων προσώπων πρέπει να προσαρμόζονται στην ηλικία τους, και οποιαδήποτε αδυναμία κάλυψης των βασικών τους αναγκών—υλικών, σωματικών ή συναισθηματικών—μπορεί αυτή καθαυτή να συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3» (§ 124).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση A.N. κ.α. κατά Ελλάδας αποτελεί επιβεβαίωση της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής ασυνόδευτων ανηλίκων αιτούντων άσυλο και επαναλαμβάνει τη θεμελιώδη αρχή ότι η ακραία ευαλωτότητα του παιδιού υπερισχύει οποιασδήποτε μεταναστευτικής σκοπιμότητας.
Η απόφαση εντάσσεται στη συνέχεια της νομολογίας που αναπτύχθηκε από την απόφαση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας της 21.01.2011, όπου το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει συστημικές ελλείψεις στο ελληνικό σύστημα ασύλου. Η παρούσα απόφαση επιβεβαιώνει ότι, δεκαπέντε έτη αργότερα, παρόμοια προβλήματα εξακολουθούν να υφίστανται, ιδίως στα νησιωτικά κέντρα υποδοχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιμετώπιση του ζητήματος της εξάντλησης εσωτερικών ενδίκων μέσων. Το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δομική αδυναμία ασυνόδευτων ανηλίκων να ασκήσουν ένδικα μέσα χωρίς διορισμένο επίτροπο, απορρίπτοντας την ένσταση της Κυβέρνησης ως θεωρητική. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδει το Δικαστήριο στην πρακτική αποτελεσματικότητα των ενδίκων μέσων για ευάλωτες ομάδες.
Η αναφορά στα ενδιάμεσα μέτρα δυνάμει του Κανόνα 39 και η διαπίστωση ότι αυτά δεν εφαρμόστηκαν εγκαίρως αποτελεί σημαντικό στοιχείο της απόφασης. Η καθυστέρηση στην εφαρμογή ενδιάμεσων μέτρων του ΕΔΔΑ θέτει ζητήματα συμμόρφωσης με το άρθρο 34 της Σύμβασης (δικαίωμα ατομικής προσφυγής).
Η επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης περί μεταναστευτικής κρίσης και πίεσης του συστήματος υποδοχής απορρίφθηκε με αιτιολογημένο τρόπο. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, δεδομένου του απόλυτου χαρακτήρα του άρθρου 3, η αυξημένη εισροή μεταναστών δεν μπορεί να απαλλάξει ένα κράτος από τις υποχρεώσεις του. Η προσέγγιση αυτή είναι δογματικά ορθή αλλά θέτει ερωτήματα σχετικά με τα πρακτικά όρια των κρατικών υποχρεώσεων υπό συνθήκες μαζικών μεταναστευτικών ροών.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση A.N. και λοιποί κατά Ελλάδας είναι δογματικά συνεπής με την προηγούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής ασυνόδευτων ανηλίκων. Η εφαρμογή των αρχών που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις M.S.S., Rahimi και Tarakhel είναι μεθοδική και τεκμηριωμένη.
Ωστόσο, η απόφαση θέτει ορισμένα ερωτηματικά. Πρώτον, το επιδικασθέν ποσό αποζημίωσης (1.000 ευρώ ανά προσφεύγοντα) φαίνεται ιδιαιτέρως χαμηλό σε σχέση με τη σοβαρότητα των διαπιστωθεισών παραβιάσεων και τη διάρκεια της έκθεσης των προσφευγόντων σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Η σύγκριση με αποφάσεις που αφορούν κράτηση ενηλίκων, όπου επιδικάζονται συχνά υψηλότερα ποσά, αναδεικνύει αυτή τη δυσαναλογία.
Δεύτερον, η απόφαση δεν εξετάζει επαρκώς το ζήτημα της αποτελεσματικότητας του συστήματος επιτροπείας. Ενώ διαπιστώνει ότι οι εισαγγελείς στερούνταν πρακτικής δυνατότητας να ασκήσουν τα καθήκοντα επιτροπείας, δεν αξιοποιεί τη διαπίστωση αυτή για τη θεμελίωση αυτοτελούς παραβίασης ή για την ενίσχυση της αξιολόγησης υπό το άρθρο 3.
Τρίτον, η απόφαση δεν αντιμετωπίζει επαρκώς το συστημικό χαρακτήρα του προβλήματος. Ενώ αναγνωρίζει ότι οι συνθήκες στο ΚΥΤ Σάμου δεν διέφεραν από εκείνες που περιγράφηκαν σε προηγούμενες αποφάσεις, δεν διατάσσει γενικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 46 ούτε υιοθετεί διαδικασία πιλοτικής απόφασης, παρά τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των παραβιάσεων.
Συμπερασματικά, η απόφαση A.N. κ.α. κατά Ελλάδας αποτελεί χρήσιμη επιβεβαίωση των ενισχυμένων υποχρεώσεων του κράτους έναντι ασυνόδευτων ανηλίκων αιτούντων άσυλο. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και για την αντιμετώπιση συστημικών παραβιάσεων στον τομέα του μεταναστευτικού δικαίου.
