Πρόεδρος Η. Μάζος, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Μ.Φασιλάκη, Πάρεδρος
Βασική προϋπόθεση για την έκδοση δελτίου ταυτότητας τάσσεται κατά νόμο η ελληνική ιθαγένεια του ενδιαφερομένου. Σε περίπτωση επιγενόμενης ανάκλησης της διοικητικής πράξης, με την οποία διαπιστώθηκε η ελληνική ιθαγένεια ορισμένου προσώπου, το δελτίο ταυτότητάς του καθίσταται άκυρο, ακυρώνεται (ανακαλείται) δηλαδή με πράξη της αστυνομικής αρχής, εκδιδομένη υποχρεωτικώς, χωρίς να καταλείπεται στάδιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας των ενεργούντων οργάνων. Κρίση ότι η επίδικη ακύρωση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας στηρίζεται στην ανάκληση της διαπιστωτικής της ελληνικής ιθαγένειας της αιτούσας απόφασης, κατά της οποίας πράξης αίτηση ακυρώσεως είχε απορριφθεί αμετακλήτως, με συνέπεια η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης να καθίσταται υποχρεωτική για την αστυνομική αρχή. Απορρίπτεται ο λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης δεδομένου ότι η οικεία αστυνομική αρχή διέταξε την ακύρωση του δελτίου ταυτότητας της αιτούσας βάσει των διατάξεων της νομοθεσίας περί ταυτοτήτων, ενεργώντας κατά δεσμία αρμοδιότητα και όχι κατά διακριτική ευχέρεια, με συνέπεια η αρχή της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης να μην έχουν εν προκειμένω εφαρμογή. Ο ίδιος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος και κατά το μέρος που στρέφεται, προβάλλοντας παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά του όλου πλέγματος των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται, ως υποχρεωτική ενέργεια της αστυνομικής αρχής, η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας σε περίπτωση ανάκλησης της προηγηθείσας απόφασης περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας του ενδιαφερομένου. Και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, σε έλεγχο αναλογικότητας υπόκειται η εν λόγω ανακλητική απόφαση (και όχι η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας), τόσο μάλιστα από την άποψη του εθνικού δικαίου, κατά το οποίο ελέγχεται αν η συνεπεία της ανάκλησης της πράξης διαπίστωσης της ιθαγένειας προκαλούμενη ανατροπή των βιοτικών σχέσεων που έχει αναπτύξει εν τω μεταξύ ο ενδιαφερόμενος στην Ελλάδα, σταθμιζόμενη με τους λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι επέβαλαν την ανάκληση, μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρα επαχθής όσο και από την άποψη του διεθνούς δικαίου, και μάλιστα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο αποδοκιμάζει την «αυθαίρετη αφαίρεση» (ανάκληση, ακύρωση κ.λπ.) της ιθαγένειας ορισμένου προσώπου Περαιτέρω, στην περίπτωση πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια ενός μόνο κράτους μέλους και οι οποίοι, με την απώλεια της ιθαγένειας αυτής, έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία απονέμει το άρθρο 20 της ΣΛΕΕ, και των συνακόλουθων δικαιωμάτων, έλκεται σε εφαρμογή, λόγω της φύσης και των συνεπειών της απώλειας της Ευρωπαϊκής ιθαγένειας, και το ενωσιακό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στις εθνικές αρμόδιες αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να εξακριβώσουν αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, όταν συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Εξετάζεται συγκεκριμένα αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, οσάκις επιφέρει απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης έχει συνέπειες που επηρεάζουν δυσανάλογα, σε σχέση με το σκοπό που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης, τη φυσιολογική εξέλιξη της οικογενειακής και επαγγελματικής του ζωής, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Οι συνέπειες αυτές δεν είναι δυνατόν να είναι υποθετικές ή ενδεχόμενες. Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως της αναλογικότητας, εναπόκειται ειδικότερα στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, στα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι μια τέτοια απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και, ιδιαίτερα, προς το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, άρθρο που πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 24 παρ. 2 του Χάρτη.
