ΑΠΟΦΑΣΗ
Z κατά Ισλανδίας της 13.01.2026 (προσφ. αριθ. 3538/21)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα είναι Ισλανδή υπήκοος γεννηθείσα το 2002. Κατήγγειλε ότι οι ισλανδικές αρχές απέτυχαν να παράσχουν αποτελεσματική προστασία της σεξουαλικής της αυτονομίας και ότι υπέστη έμφυλη διάκριση στη διαχείριση της υπόθεσής της.
Στις 15 Ιουνίου 2019, η προσφεύγουσα, τότε 16 ετών, παρευρισκόταν σε φεστιβάλ. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, στις πρώτες πρωινές ώρες αποσύρθηκε σε σκηνή. Περί τις 06:20 έστειλε βίντεο σε φίλη της δείχνοντας ότι δεν αισθανόταν καλά. Το βίντεο κατέγραψε επίσης το πίσω μέρος του κεφαλιού του O., 23 ετών, τον οποίο δεν είχε συναντήσει πριν. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι κατά τη στιγμή της εγγραφής, ο O. την άγγιζε χωρίς τη συναίνεσή της, αν και αυτό δεν ήταν ορατό στο βίντεο.
Η προσφεύγουσα κατέθεσε ότι στη συνέχεια λιποθύμησε λόγω μέθης. Κατά την ανάκτηση των αισθήσεών της, θυμήθηκε ότι o O. βρισκόταν δίπλα της χωρίς το πουλόβερ του και με τη ζώνη του λυμένη. Σύμφωνα με αυτήν, ο O. την άγγιζε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, τόσο πάνω όσο και κάτω από τα ρούχα της. Μετά την πλήρες ξύπνημά της, προσπάθησε να τον απωθήσει τρεις φορές περίπου και του είπε να σταματήσει, αλλά εκείνος δεν το έκανε μέχρι που κατάφερε να φύγει από τη σκηνή.
Στις 19 Ιουνίου 2019 η προσφεύγουσα κατέθεσε μήνυση στην αστυνομία. Ο O. ανακρίθηκε στις 15 Ιουλίου 2019. Αρνήθηκε οποιαδήποτε ενοχή αλλά αναγνώρισε ότι αυτό που έκανε ήταν «λίγο λάθος», καθώς ενήργησε πριν «τη ρωτήσει». Παραδέχθηκε ότι τοποθέτησε το χέρι του κάτω από το πουλόβερ της και άγγιξε το στήθος της, αλλά ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε αμέσως όταν αντιλήφθηκε ότι αυτή δυσφορούσε και «έτρεμε». Διευκρίνισε ότι η επαφή διήρκεσε μόνο περίπου πέντε δευτερόλεπτα. Δήλωσε ότι η προσφεύγουσα δεν τον άγγιξε ούτε τον φίλησε και επιβεβαίωσε ότι δεν μίλησαν μέσα στη σκηνή.
Η υπόθεση διερευνήθηκε κυρίως υπό το άρθρο 199 του Γενικού Ποινικού Κώδικα (ΓΠΚ) περί σεξουαλικής παρενόχλησης. Μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 2019, συλλέχθηκαν δέκα καταθέσεις μαρτύρων. Πολλοί μάρτυρες επιβεβαίωσαν την περιγραφή της προσφεύγουσας και την κατάσταση σοκ που είχε περιέλθει.
Στις 30 Μαρτίου 2020 ο Περιφερειακός Εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, κρίνοντας ότι η εξασφάλιση καταδίκης ήταν απίθανη. Αναφορικά με την παραδοχή του O. ότι άγγιξε το στήθος της, ο Εισαγγελέας έκρινε ότι εφαρμοζόταν η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπέρ του O., ο οποίος δήλωσε ότι σταμάτησε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν συναινούσε. Η προσφυγή της προσφεύγουσας στον Γενικό Εισαγγελέα (7 Μαΐου 2020) απορρίφθηκε στις 7 Αυγούστου 2020, με το σκεπτικό ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς την πρόθεση του O. κατά την έννοια του άρθρου 199 του ΓΠΚ.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την υπόθεση αποκλειστικά υπό το άρθρο 8. Διαπίστωσε ότι το ισλανδικό δίκαιο ποινικοποιεί το πλήρες φάσμα των μη συναινετικών σεξουαλικών πράξεων και ότι οι τροποποιήσεις του 2007 και 2018 αντανακλούσαν τη νομοθετική στροφή προς την αναγνώριση της σεξουαλικής αυτονομίας και της συναίνεσης ως κεντρικών στοιχείων. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομοθετική αυτή διάκριση οδήγησε σε υπερβολικά στενή εισαγγελική προσέγγιση στην παρούσα υπόθεση.
Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι ο O. παραδέχθηκε ότι εισήλθε στη σκηνή όπου η προσφεύγουσα, 16 ετών, ήταν μισοκοιμισμένη, ξάπλωσε δίπλα της, «αγκαλιάστηκαν» και τοποθέτησε το χέρι του κάτω από το πουλόβερ της στο στήθος της, χωρίς καμία προηγούμενη επικοινωνία που να υποδεικνύει συναίνεση. Παρά τις παραδοχές αυτές, οι εθνικές αρχές δέχθηκαν τον ισχυρισμό του ότι η επαφή δεν είχε σεξουαλική φύση και ότι σταμάτησε μόλις αντιλήφθηκε δυσφορία.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η σεξουαλική επαφή που πραγματοποιείται υπό τέτοιες συνθήκες θα έπρεπε να υπόκειται στον πλέον αυστηρό έλεγχο από τις αρχές. Το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν αν ο O. σταμάτησε όταν αντιλήφθηκε δυσφορία, αλλά ότι είχε ξεκινήσει σεξουαλική επαφή χωρίς καμία προηγούμενη ένδειξη συναίνεσης από την προσφεύγουσα, η οποία, αν και είχε φτάσει το ελάχιστο όριο ηλικίας για σεξουαλική συναίνεση, εξακολουθούσε να είναι ανήλικη.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικονομικού σκέλους του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, λόγω της αποτυχίας των εισαγγελικών αρχών να εφαρμόσουν πρότυπο επικεντρωμένο στη συναίνεση επί της παραδεχθείσας επαφής.
Ως προς το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε επαρκή εκ πρώτης όψεως στοιχεία συστημικής μεροληψίας ή δυσανάλογης επίδρασης ικανά να μεταθέσουν το βάρος απόδειξης στο Κράτος. Η διαδικαστική πλημμέλεια αντανακλούσε υπερβολικά στενή ερμηνεία της νομοθετικής απαίτησης περί προθέσεως και όχι έμφυλα στερεότυπα.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8.
Το Δικαστήριο επιδίκασε 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 8,
Άρθρο 14
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8 – Δικονομικό σκέλος
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η έννοια της ιδιωτικής ζωής υπό το άρθρο 8 περιλαμβάνει τόσο τη σωματική όσο και την ψυχολογική ακεραιότητα. Οι κρατικές αρχές φέρουν θετική υποχρέωση παροχής προστασίας έναντι επεμβάσεων στην ακεραιότητα του προσώπου από ιδιώτες.
Η υποχρέωση παροχής προστασίας συνεπάγεται θετικές υποχρεώσεις για τα Κράτη, πρώτον να ποινικοποιούν όλες τις μη συναινετικές σεξουαλικές πράξεις και, δεύτερον, να επιβάλλουν τις νομοθετικές αυτές διατάξεις μέσω άμεσης και διεξοδικής έρευνας και δίωξης. Οποιαδήποτε νομική ή εισαγγελική προσέγγιση που απαιτεί απόδειξη σωματικής αντίστασης κινδυνεύει να αποτύχει στην προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας και να καταστήσει δυνατή την ατιμωρησία.
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το ισλανδικό δίκαιο ποινικοποιεί το πλήρες φάσμα των μη συναινετικών σεξουαλικών δραστηριοτήτων, από τον βιασμό υπό το άρθρο 194 έως τη σεξουαλική παρενόχληση υπό το άρθρο 199 του ΓΠΚ. Οι τροποποιήσεις του 2007 και 2018 αντανακλούν τη νομοθετική στροφή προς την αναγνώριση της σεξουαλικής αυτονομίας και της συναίνεσης ως κεντρικών στοιχείων. Οι αιτιολογικές εκθέσεις τόνιζαν ότι η συναίνεση πρέπει να εκφράζεται με λόγια ή άλλα αδιαμφισβήτητα μέσα και ότι η πλήρης αδράνεια δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προθυμία συμμετοχής.
Ωστόσο, η δομή των διατάξεων περί σεξουαλικών εγκλημάτων παρέμεινε διαφορετική. Το άρθρο 194 διακρίνει μεταξύ βιασμού λόγω έλλειψης συναίνεσης μέσω βίας, απειλών ή εξαναγκασμού στην πρώτη παράγραφο, και βιασμού μέσω εξαπάτησης ή εκμετάλλευσης στη δεύτερη. Αντίθετα, το άρθρο 199, αν και επικεντρωμένο στη συναίνεση, δεν αναφέρει ρητά την απαίτηση συναίνεσης ούτε προσδιορίζει καταστάσεις όπου το θύμα θεωρείται ανίκανο να συναινέσει.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην προκειμένη υπόθεση η νομοθετική αυτή διάκριση οδήγησε σε υπερβολικά στενή εισαγγελική προσέγγιση. Ενώ ο χαρακτηρισμός των ισχυρισμών της προσφεύγουσας υπό το άρθρο 199 φαίνεται κατάλληλος υπό τις περιστάσεις, οι αρχές κατέληξαν ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία ως προς το αν ο O. κατείχε την απαιτούμενη πρόθεση παρενόχλησης. Κάνοντας αυτό, παρέλειψαν να αξιολογήσουν προσεκτικά, σύμφωνα με την εγχώρια έμφαση στη συναίνεση και τη νομολογία του Δικαστηρίου περί σεξουαλικής αυτονομίας, κατά πόσον ο O. μπορούσε υπό τις περιστάσεις να υποθέσει ότι είχε δοθεί συναίνεση.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο O., ενήλικας, παραδέχθηκε ότι εισήλθε στη σκηνή όπου η 16 ετών προσφεύγουσα, βρισκόταν ξαπλωμένη και μισοκοιμόταν, ξάπλωσε δίπλα της, προέβησαν σε «αγκαλιές» και τοποθέτησε το χέρι του κάτω από το πουλόβερ της στο στήθος της, χωρίς καμία προηγούμενη επικοινωνία που να υποδεικνύει συναίνεση. Επιβεβαίωσε ότι η προσφεύγουσα δεν τον είχε αγγίξει και ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί συνομιλία. Παρά τις παραδοχές αυτές, οι εθνικές αρχές δέχθηκαν τον ισχυρισμό του ότι η επαφή δεν είχε σεξουαλική φύση και ότι σταμάτησε μόλις αντιλήφθηκε δυσφορία, και επί της βάσεως αυτής κατέληξαν ότι το υποκειμενικό στοιχείο της προθέσεως υπό το άρθρο 199 δεν αποδείχθηκε επαρκώς για να θεμελιώσει δίωξη.
Το Δικαστήριο τόνισε ότι το κύριο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση ήταν αν οι εθνικές αρχές εκπλήρωσαν τη θετική τους υποχρέωση να εφαρμόσουν το νομικό πλαίσιο κατά τρόπο ικανό να διαπιστώσει τα γεγονότα και, όπου ενδείκνυται, να ασκήσει δίωξη κατά του δράστη. Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να επικεντρώνεται στη συναίνεση. Στην προκειμένη υπόθεση, οι αρχές επικέντρωσαν την ανάλυσή τους στο αν ο O. είχε σχηματίσει την απαιτούμενη ψυχική κατάσταση, χωρίς να αποδώσουν τη δέουσα σημασία στο ερώτημα αν, ενόψει της αλληλουχίας των γεγονότων που παραδέχθηκε, είχε οποιοδήποτε λόγο να υποθέσει ότι η προσφεύγουσα συναινούσε στο να αγγίξει το στήθος της.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η σεξουαλική επαφή που πραγματοποιείται υπό συνθήκες όπως αυτές που περιέγραψε ο O. θα έπρεπε να υπόκειται στον πλέον αυστηρό έλεγχο από τις αρχές, σύμφωνα με την έμφαση στη σεξουαλική αυτονομία και την απαίτηση να εκφράζεται η συναίνεση αδιαμφισβήτητα. Το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν αν ο O. σταμάτησε όταν αντιλήφθηκε δυσφορία, αλλά ότι είχε εκκινήσει σεξουαλική επαφή χωρίς καμία προηγούμενη ένδειξη συναίνεσης από την προσφεύγουσα, η οποία, αν και είχε φτάσει το ελάχιστο όριο ηλικίας για σεξουαλική συναίνεση, εξακολουθούσε να είναι ανήλικη.
Η αποτυχία αξιολόγησης της παραδεχθείσας επαφής βάσει του προτύπου που βασίζεται στη συναίνεση, όπως αυτό διατυπώνεται τόσο στο εγχώριο όσο και στο διεθνές νομικό πλαίσιο, σήμαινε ότι η έρευνα δεν είχε ως στόχο τη διαπίστωση αν υπήρξε μη συναινετική σεξουαλική επαφή και ως εκ τούτου δεν εξασφάλισε στην πράξη την προστασία της σωματικής και ψυχολογικής ακεραιότητας της προσφεύγουσας.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικονομικού σκέλους του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8
Καθώς η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε ατομική διακριτή μεταχείριση, το Δικαστήριο εξέτασε αν προσκόμισε εκ πρώτης όψεως στοιχεία συστημικής μεροληψίας ή δυσανάλογης επίδρασης ικανά να μεταθέσουν το βάρος απόδειξης στην Κυβέρνηση.
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το γεγονός ότι η σεξουαλική βία στην Ισλανδία πλήττει κυρίως γυναίκες δεν θεμελιώνει, αυτό καθαυτό, διακριτές πολιτικές ή συμπεριφορές των αρχών. Η Ισλανδία κατατάσσεται υψηλά στις διεθνείς αξιολογήσεις ισότητας των φύλων και έχει υλοποιήσει πολυάριθμες μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής βίας, συμπεριλαμβανομένων νομοθετικών τροποποιήσεων που εισήγαγαν πλαίσιο βασισμένο στη συναίνεση.
Ως προς τις επικρατούσες αντιλήψεις εντός της αστυνομίας και των εισαγγελικών αρχών, το προσκομισθέν υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπέδειξε ότι αστυνομικοί ή εισαγγελείς προσπάθησαν να αποτρέψουν την προσφεύγουσα από τη συνέχιση της καταγγελίας της, ότι υπαινίχθηκαν ότι έφερε ευθύνη ή επέδειξαν προκατειλημμένη στάση έναντι γυναικών θυμάτων. Αν και το Δικαστήριο διαπίστωσε δικονομική παραβίαση λόγω της αποτυχίας των αρχών να εφαρμόσουν πρότυπο επικεντρωμένο στη συναίνεση, η πλημμέλεια αυτή αντανακλούσε υπερβολικά στενή ερμηνεία της νομοθετικής απαίτησης περί προθέσεως υπό το άρθρο 199 του ΓΠΚ και όχι έμφυλα στερεότυπα.
Αντίθετα με υποθέσεις όπου στατιστικές αποκλίσεις αποτελούσαν μέρος ευρύτερου μοτίβου που καταδείκνυε συστημικές αστοχίες ή συλλογισμό στερεοτύπου εκ μέρους των αρχών, το υλικό στην παρούσα υπόθεση δεν αποκάλυψε θεσμικές αντιλήψεις ή μοτίβο διακριτικής λήψης αποφάσεων και δεν αρκούσε να εγείρει τεκμήριο διάκρισης.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η εφαρμογή του ίδιου προτύπου απόδειξης σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας όπως και σε άλλα βίαια εγκλήματα δεν συνιστά από μόνη της διάκριση, ότι δεν υπάρχει ένδειξη ότι αποδεικτικά στοιχεία ειδικά για υποθέσεις σεξουαλικής βίας αγνοήθηκαν συστηματικά, και ότι η διαδικαστική πλημμέλεια που εντοπίστηκε δεν υποδηλώνει έμφυλη μεροληψία ή δυσανάλογη επίδραση αλλά αντανακλούσε σφάλμα στη νομική ανάλυση της παραδεχθείσας συμπεριφοράς.
Λαμβάνοντας επίσης υπόψη τα διάφορα νομοθετικά και τα πολιτικά μέτρα που υιοθέτησαν οι αρχές για την καταπολέμηση της σεξουαλικής βίας, την πρόληψη της ατιμωρησίας και την προστασία των θυμάτων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν θεμελίωσε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση συστημικής μεροληψίας ή δυσανάλογης επίδρασης ικανή να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στο Κράτος.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η σεξουαλική επαφή που πραγματοποιείται υπό συνθήκες όπως αυτές που περιέγραψε ο O. θα έπρεπε να υπόκειται στον πλέον αυστηρό έλεγχο από τις αρχές, σύμφωνα με την έμφαση στη σεξουαλική αυτονομία και στην απαίτηση η συναίνεση να εκφράζεται αδιαμφισβήτητα» (παρ. 47).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση Z v. Iceland (αρ. προσφ. 3538/21, 13.01.2026) εντάσσεται στη σταθερή γραμμή της νομολογίας του ΕΔΔΑ για τις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών προς προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας και της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας στο πλαίσιο του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, με ιδιαίτερη έμφαση όταν το θύμα είναι ανήλικο. Κομβικό είναι ότι η υπόθεση δεν αναλύεται ως «κλασική» αποτυχία συλλογής αποδεικτικού υλικού, αλλά ως αποτυχία της έννομης τάξης (στην εφαρμογή της) να προσεγγίσει ορθά τον πυρήνα της προστασίας: την (μη) συναίνεση, ιδίως σε καταστάσεις ευαλωτότητας.
Η απόφαση επιβεβαίωσε την ουσιαστική υποχρέωση των Κρατών να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν αποτελεσματικό ποινικό πλαίσιο που να διασφαλίζει ότι όλες οι μη συναινετικές σεξουαλικές πράξεις ποινικοποιούνται και διώκονται αποτελεσματικά, ακόμη και όταν το θύμα δεν αντιστάθηκε σωματικά. Πρόκειται για ευθεία συνέχιση της απόφασης M.C. κατά Βουλγαρίας της 04.12.2003 (αρ. προσφ. 39272/98), ενώ η απόφαση παραπέμπει ρητά και σε πιο πρόσφατη νομολογία (π.χ. E.G. v. the Republic of Moldova της 13.04.21, αρ. προσφ. 37882/13, Z v. Czech Republic της 20.06.24, αρ. προσφ. 37782/21) που αφορά τη συναίνεση ως κεντρικό κριτήριο.
Η προκειμένη απόφαση διακρίνεται από υποθέσεις όπως η J.L. κατά Ιταλίας της 27.05.2021 (αρ. προσφ. 5671/16) ή η X κατά Κύπρου της 27.02.2025 (αρ. προσφ. 40733/22), όπου το Δικαστήριο αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση ζητήματα στερεοτύπων, ηθικολογικών αξιολογήσεων και δευτερογενούς θυματοποίησης στη δικαστική διαδικασία. Εδώ το Δικαστήριο αποδίδει το διαπιστωμένο έλλειμμα πρωτίστως σε υπερβολικά στενή νομική ερμηνεία (unduly narrow interpretation) της απαιτούμενης μορφής υπαιτιότητας στην εγχώρια εφαρμογή του άρθρου 199 ΓΠΚ Ισλανδίας, με αποτέλεσμα η διαδικασία να μην προσανατολίζεται επαρκώς στη διερεύνηση της (μη) συναίνεσης. Η επισήμανση αυτή έχει πρακτική αξία. Ο «κίνδυνος στερεοτύπων» δεν είναι η μόνη οδός παραβίασης. Εξίσου κρίσιμη μπορεί να είναι μια δογματικά στρεβλή ή δυσλειτουργική ερμηνεία του ποινικού κανόνα που αποκόπτει την ουσία του προστατευόμενου αγαθού.
Αξιοσημείωτη είναι η αξιοποίηση διεθνών κειμένων ως ερμηνευτικών στηριγμάτων. Το Δικαστήριο αντλεί επιχειρήματα τόσο από την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης όσο και από την Σύμβαση Lanzarote, εδραιώνοντας την αντίληψη ότι η «συναίνεση» αποτελεί το κανονιστικό κέντρο βάρους της προστασίας. Ιδίως, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (άρθρο 36) λειτουργεί ως σαφές πλαίσιο για την ποινική αντιμετώπιση μη συναινετικών πράξεων, ενώ το άρθρο 40 (σεξουαλική παρενόχληση) προσφέρει κρίσιμο ερμηνευτικό «φακό» για περιπτώσεις μη επιθυμητής σωματικής πράξης σεξουαλικής φύσης. Παράλληλα, η αναφορά στη Lanzarote ενισχύει την ειδική προστασία των παιδιών· ενδεικτικά, το Δικαστήριο παραπέμπει στην X κ.α. κατά Βουλγαρίας [GC) της 02.02.2021(αρ. προσφ. 22457/16), τονίζοντας ότι σε υποθέσεις παιδιών-θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, οι θετικές υποχρεώσεις απαιτούν την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαιώματος των παιδιών να αντιμετωπίζεται το συμφέρον τους ως πρωταρχικής σημασίας.
Ως προς την καταγγελία περί διάκρισης, η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι αυστηρά «δομημένη». Επαναλαμβάνει το σχήμα prima facie απόδειξης και τη δυνατότητα μετατόπισης του βάρους απόδειξης σε περιπτώσεις συστημικής μεροληψίας ή δυσανάλογης επίδρασης, όπως έχει αναλυθεί και στην M.A. v. Iceland (αρ. προσφ. 59813/19, 26.08.2025) – πρόσφατη απόφαση του ιδίου Τμήματος επί παρεμφερούς ζητήματος. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι το αποδεικτικό υλικό αρκεί για να τεκμηριώσει ότι η επίδικη νομική αξιολόγηση εντάσσεται σε έμφυλο στερεοτυπικό ή θεσμικά μεροληπτικό μοτίβο. Αντιθέτως, αποδίδει την αστοχία κυρίως στην στενή ερμηνεία της απαιτούμενης υπαιτιότητας· αυτή η αιτιολογία εξηγεί γιατί το Δικαστήριο, παρότι διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 8, κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8.
Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ παρουσιάζει θεματικές συγγένειες με τη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (IACtHR) ως προς τη δέουσα επιμέλεια (due diligence) σε υποθέσεις έμφυλης βίας. Στην εμβληματική υπόθεση González et al. (“Cotton Field”) v. Mexico (16.11.2009) αναδεικνύεται η ιδέα ότι η κρατική αποτυχία για πρόληψη, έρευνα και τιμωρία μπορεί να συνδέεται με δομικές συνθήκες διάκρισης. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το «Cotton Field» αφορά πρωτίστως εξαφανίσεις και ανθρωποκτονίες στο πλαίσιο femicide. Η σύγκριση με σεξουαλική βία λειτουργεί ως «οικογένεια περιπτώσεων» (gender-based violence), όχι ως πλήρως ομοειδής πραγματολογική αντιστοίχιση.
Αντίστοιχα, η CEDAW έχει αναπτύξει ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια έναντι των κρατών για την αποφυγή στερεοτύπων και προκαταλήψεων στη δικαστική κρίση. Στην υπόθεση Karen Tayag Vertido v. Philippines της 16.07.2010 (Αναφ. 18/2008) η Επιτροπή υπογράμμισε ότι η αξιολόγηση υποθέσεων σεξουαλικής βίας δεν μπορεί να στηρίζεται σε παραδοχές σρτερεοτύπων για «αναμενόμενη» συμπεριφορά του θύματος. Η υπόθεση V.K. v. Bulgaria (Αναφ. 20/2008, 25.07.2011), αν και κινείται κυρίως στο πεδίο της ενδοοικογενειακής βίας, ενισχύει γενικότερα τη λογική της due diligence και της απαίτησης αποτελεσματικών μέτρων προστασίας.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με την προηγούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ. Επαναβεβαιώνει ότι η προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας προϋποθέτει ενεργές κρατικές υποχρεώσεις και ότι η αποτελεσματική ποινική αντιμετώπιση δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξη σωματικής αντίστασης ή από «εξωτερικά» σημάδια βίας. Η ρητή επαναφορά της consent-centred λογικής έχει ιδιαίτερη αξία για πρακτική εφαρμογή, επιβάλλοντας στις εθνικές αρχές να δομούν την έρευνα και τη νομική αξιολόγηση γύρω από τη συναίνεση, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της πράξης και την ευαλωτότητα του θύματος.
Ταυτόχρονα, η απόφαση είναι σημαντική γιατί διευκρινίζει ότι η παραβίαση μπορεί να αφορά πρωτίστως το δικονομικό σκέλος (procedural limb) του άρθρου 8. Ακόμη και όταν η έρευνα εμφανίζεται «κατά τα άλλα» διεξοδική, μπορεί να είναι ανεπαρκής αν δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε ουσιαστική διερεύνηση του κρίσιμου ερωτήματος (συναίνεση) ή αν εγκλωβίζεται σε υπερβολικά στενές δογματικές προϋποθέσεις που εκτρέπουν το προστατευτικό νόημα της διάταξης. Για λόγους δικονομικής ορθότητας, σημειώνεται ότι το Δικαστήριο εστιάζει στη συμβατότητα της διαδικασίας με την ΕΣΔΑ «χωρίς να εκφέρει άποψη περί ενοχής» του O. (παρ. 48).
Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να αποδίδεται στο στοιχείο της ανηλικότητας. Ακόμη και όταν ένα πρόσωπο βρίσκεται κοντά στο κατώτατο όριο ηλικίας συναίνεσης που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, παραμένει ανήλικο και η κρατική υποχρέωση για αυστηρότατο έλεγχο (rigorous scrutiny) ενισχύεται.
Ωστόσο, η απόφαση είναι σχετικά συντηρητική ως προς την καταγγελία περί διάκρισης. Παρότι αναγνωρίζει τη θεωρητική δυνατότητα τεκμηρίωσης συστημικού προβλήματος και τη μετατόπιση του βάρους απόδειξης, απαιτεί υψηλό αποδεικτικό κατώφλι για να δεχθεί ότι η επίμαχη αποτυχία απορρέει από θεσμική μεροληψία ή από δυσανάλογη επίδραση σε βάρος των γυναικών θυμάτων έμφυλης βίας. Η στάση αυτή αποκλίνει – τουλάχιστον ως προς την «ευκολία» αναγνώρισης του συστημικού στοιχείου – από ορισμένα διεθνή fora (CEDAW, IACtHR), χωρίς όμως να αναιρεί την κεντρική συνεισφορά της απόφασης.
Η Z v. Iceland συνιστά κομβική απόφαση για την έννομη τάξη. Η σημασία της έγκειται στο ότι επεκτείνει τη δικονομική υποχρέωση πέραν της τυπικής διεξοδικότητας. Δεν αρκεί η έρευνα να φαίνεται πλήρης, πρέπει να είναι ουσιαστικά προσανατολισμένη στο κεντρικό ερώτημα της συναίνεσης. Η υπερβολικά στενή ερμηνεία του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος – έστω και χωρίς έμφυλα στερεότυπα – μπορεί να θεμελιώσει παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.
Για τα Κράτη-Μέλη, η απόφαση λειτουργεί ως προειδοποίηση. Τα ποινικά πλαίσια που ποινικοποιούν μεν τη σεξουαλική παρενόχληση αλλά επιτρέπουν εξαιρετικά στενές ερμηνείες της «πρόθεσης» κινδυνεύουν να καταστούν ανενεργά στην πράξη, στερώντας από τα θύματα την αποτελεσματική προστασία που εγγυάται η Σύμβαση. Η συναίνεση – και όχι η σωματική αντίσταση ή η πρόθεση του δράστη ερμηνευμένη υπό το πρίσμα της δικής του αντίληψης – πρέπει να αποτελεί τον αδιαπραγμάτευτο πυρήνα κάθε διερεύνησης.
Τέλος, η απόφαση υπενθυμίζει ότι η ανηλικότητα του θύματος δεν αποτελεί απλώς επιβαρυντική περίσταση, αλλά ενισχυτικό στοιχείο της κρατικής υποχρέωσης: όταν το θύμα είναι παιδί, οι αρχές οφείλουν να εφαρμόζουν τον αυστηρότατο δυνατό έλεγχο, διασφαλίζοντας ότι κάθε ένδειξη μη συναινετικής επαφής διερευνάται με την προσοχή και τη σοβαρότητα που απαιτεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού.
