Όσα έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Με απόφαση που ενισχύει τη νομολογία για την απόδειξη της φορολογικής κατοικίας στο εξωτερικο, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι βεβαιώσεις προξενικών αρχών και πιστοποιητικά υπηρεσίας δεν αρκούν αυτοτελώς για τη θεμελίωσή της.
Η υπόθεση αφορούσε φορολογικό έλεγχο για τις χρήσεις 2001-2013, ο οποίος κατέληξε σε καταλογιστική πράξη της Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, επιβεβαιωμένη σε δεύτερο βαθμό από το Διοικητικό Εφετείο.
Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι πιστώσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς των ελεγχόμενων συνιστούσαν πρωτογενείς καταθέσεις άγνωστης προέλευσης, οι οποίες προσαύξαναν την περιουσία τους, χωρίς να συνοδεύονται από επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι προέρχονταν από μεταφορές μεταξύ λογαριασμών ή από γνωστά και φορολογημένα εισοδήματα.
Οι φορολογούμενοι υποστήριξαν ότι ήταν φορολογικοί κάτοικοι Σαουδική Αραβία και προσκόμισαν βεβαιώσεις του γενικού προξενείου στην Τζέντα, πιστοποιητικά υπηρεσίας της προξενικής αρχής και έγγραφα εταιρείας.
Το Εφετείο έκρινε ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν επαρκούσαν για να αποδείξουν τη φορολογική κατοικία, καθώς δεν τεκμηριωνόταν η μόνιμη εγκατάσταση ούτε η μεταφορά του κέντρου των οικονομικών και βιοτικών σχέσεων στο εξωτερικό. Αντίθετα, διαπιστώθηκε ότι η φορολογική αρχή είχε ανταποκριθεί στο βάρος απόδειξης, ενώ οι φορολογούμενοι δεν προσκόμισαν συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία για κάθε επίμαχο ποσό.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο χαρακτήρισε τα επίδικα ποσά ως μη δικαιολογούμενες πρωτογενείς καταθέσεις. Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, επιβεβαιώνοντας την ορθότητα της κρίσης του Εφετείου και παγιώνοντας τη θέση ότι η φορολογική κατοικία απαιτεί πλήρη και συγκεκριμένη απόδειξη.
