ΑΠΟΦΑΣΗ
Benetatos και Mamaki κατά Ελλάδας της 22.01.2026 (προσφ. αριθ. 28883/24 και 28889.01. /24)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η υπόθεση αφορά την μη εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπέρ των προσφευγόντων, καθώς και την έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής στο εσωτερικό δίκαιο για την προστασία του δικαιώματός τους στην εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.
Οι προσφεύγοντες, Σπύρος-Αντώνιος Μπενετάτος και Σοφία Μαμάκη, είχαν επιτύχει έκδοση ευνοϊκής απόφασης από το Ελεγκτικό Συνέδριο (απόφαση αρ. 23/2024 της 16ης Φεβρουαρίου 2024). Παρά το αμετάκλητο της απόφασης, η οποία κατέστη εκτελεστή στις 13 Μαρτίου 2024, οι αρμόδιες αρχές δεν προέβησαν σε πλήρη και έγκαιρη εκτέλεσή της. Κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του ΕΔΔΑ, η περίοδος μη εκτέλεσης υπερέβαινε το ένα έτος και έναν μήνα.
Το ΕΔΔΑ, εκδικάζοντας την υπόθεση σε σύνθεση Επιτροπής τριών δικαστών, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ λόγω της μη εκτέλεσης της εγχώριας απόφασης και παραβίαση του άρθρου 13 λόγω έλλειψης αποτελεσματικής προσφυγής στο εσωτερικό δίκαιο.
Το Δικαστήριο επιδίκασε σε κάθε προσφεύγοντα ποσό 1.000 ευρώ για ηθική βλάβη και ποσό 250 ευρώ ανά προσφυγή για δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, υποχρέωσε το καθ’ ού Κράτος να διασφαλίσει, με τα κατάλληλα μέσα, εντός τριών μηνών, την εκτέλεση των εκκρεμών εγχώριων αποφάσεων.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέδωσε την απόφαση με αρ. 23/2024 στις 16 Φεβρουαρίου 2024 υπέρ των προσφευγόντων. Η απόφαση κατέστη αμετάκλητη και εκτελεστή στις 13 Μαρτίου 2024.
Παρά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές δεν προέβησαν στην εκτέλεση της ως άνω απόφασης. Κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του ΕΔΔΑ (22 Ιανουαρίου 2026), η περίοδος μη εκτέλεσης υπερέβαινε το ένα έτος, έναν μήνα και 17 μέρες, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η εκτέλεση.
Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για τη μη εκτέλεση της εγχώριας απόφασης που είχε εκδοθεί υπέρ τους και για την έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής στο εσωτερικό δίκαιο.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 6 § 1,
Άρθρο 13
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η εκτέλεση απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της «δίκης» κατά την έννοια του άρθρου 6 της Σύμβασης. Παρέπεμψε στην πάγια νομολογία του σχετικά με τη μη εκτέλεση ή την καθυστερημένη εκτέλεση τελεσίδικων εγχώριων δικαστικών αποφάσεων, ιδίως στην απόφαση Hornsby κατά Ελλάδας της 19.03.1997 (προσφ. αριθ. 18357/91).
Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι στις καθοδηγητικές (leading) υποθέσεις Kanellopoulos κατά Ελλάδας της 21.02.2008 (προσφ. αριθ. 11325/06) και Bousiou κατά Ελλάδας της 24.10.2013 (προσφ. αριθ. 21455/10) είχε ήδη διαπιστώσει παραβίαση σε σχέση με ζητήματα παρόμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης.
Αφού εξέτασε το σύνολο του υλικού που υποβλήθηκε ενώπιόν του, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε κανένα πραγματικό περιστατικό ή επιχείρημα ικανό να το πείσει να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα επί του παραδεκτού και της ουσίας των καταγγελιών αυτών. Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του επί του θέματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι στην παρούσα υπόθεση οι αρχές δεν κατέβαλαν κάθε αναγκαία προσπάθεια για την πλήρη και έγκαιρη εκτέλεση των αποφάσεων υπέρ των προσφευγόντων.
Το Δικαστήριο περαιτέρω σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν στη διάθεσή τους αποτελεσματική προσφυγή σε σχέση με τις εν λόγω καταγγελίες.
Ως εκ τούτου, οι καταγγελίες κρίθηκαν παραδεκτές και διαπιστώθηκε παραβίαση των άρθρων 6 § 1 και 13 της Σύμβασης.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 41 της Σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του και τη νομολογία του, το Δικαστήριο έκρινε εύλογο να επιδικάσει σε κάθε προσφεύγοντα ποσό 1.000 ευρώ για ηθική βλάβη και ποσό 250 ευρώ ανά προσφυγή για δικαστικά έξοδα.
Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι το καθ’ ού Κράτος έχει εκκρεμή υποχρέωση να εκτελέσει τις αποφάσεις που παραμένουν εκτελεστές και υποχρέωσε την Ελλάδα να διασφαλίσει, με τα κατάλληλα μέσα, εντός τριών μηνών, την εκτέλεση των εκκρεμών εγχώριων αποφάσεων.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η εκτέλεση απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της “δίκης” κατά την έννοια του άρθρου 6» (§ 8).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση Benetatos και Mamaki κατά Ελλάδας εντάσσεται στην εκτεταμένη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το χρόνιο πρόβλημα της μη εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων στην Ελλάδα. Η υπόθεση αυτή αποτελεί άλλη μία επιβεβαίωση της συστημικής δυσλειτουργίας που επισημάνθηκε για πρώτη φορά στην θεμελιώδη απόφαση Hornsby κατά Ελλάδας του 1997 και επαναλήφθηκε σε πλήθος μεταγενέστερων υποθέσεων.
Η σημασία της απόφασης Hornsby έγκειται στην καθιέρωση της αρχής ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο θα ήταν απατηλό εάν η έννομη τάξη ενός Συμβαλλόμενου Κράτους επέτρεπε μια αμετάκλητη και δεσμευτική δικαστική απόφαση να παραμένει ανενεργή σε βάρος ενός διαδίκου. Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα του κράτους δικαίου και της αρχής της νομιμότητας.
Στις υποθέσεις Kanellopoulos και Bousiou, το Δικαστήριο είχε ήδη αναγνωρίσει τον συστημικό χαρακτήρα του προβλήματος στην Ελλάδα, ιδίως σε σχέση με αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί συνταξιοδοτικών διαφορών. Η παρούσα απόφαση επιβεβαίωσε ότι το πρόβλημα παραμένει άλυτο, παρά τις συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στο πλαίσιο της εποπτείας εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η υπόθεση εκδικάστηκε σε σύνθεση Επιτροπής τριών δικαστών, γεγονός που υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο θεώρησε την υπόθεση ως «υπόθεση παγιωμένης νομολογίας» (well-established case-law) κατά την έννοια του άρθρου 28 § 1 στοιχ. β΄ της ΕΣΔΑ. Η επιλογή αυτή καταδεικνύει τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα του προβλήματος και την απουσία ουσιαστικής προόδου εκ μέρους της Ελλάδας.
Η διττή διαπίστωση παραβίασης τόσο του άρθρου 6 § 1 όσο και του άρθρου 13 υπογραμμίζει ότι το ελληνικό δίκαιο δεν παρέχει στους πολίτες αποτελεσματικά μέσα για να επιτύχουν την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου. Η έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής αναγκάζει τους πολίτες να προσφεύγουν απευθείας στο ΕΔΔΑ, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ήδη υπερφορτωμένο Δικαστήριο.
Η υποχρέωση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα να διασφαλίσει την εκτέλεση των εκκρεμών αποφάσεων εντός τριών μηνών αποτελεί σημαντικό μέτρο, ωστόσο η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από την πραγματική συμμόρφωση των αρχών.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων
Η αρχή της δεσμευτικότητας και εκτελεστότητας των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του κράτους δικαίου και αναγνωρίζεται διεθνώς. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει επίσης τονίσει, στο πλαίσιο του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ, ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη πρέπει να είναι πραγματική και αποτελεσματική και ότι η συστηματική ματαίωση της πρόσβασης στα αρμόδια δικαστήρια (de jure ή de facto) αντίκειται στην εγγύηση του άρθρου 14 § 1. Στο μέτρο που η μη εκτέλεση τελεσίδικων αποφάσεων καθιστά το δικαίωμα πρόσβασης κενό γράμμα, η προσέγγιση αυτή συμπλέει λειτουργικά με τη νομολογία Hornsby.
Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ιδίως στην υπόθεση Acevedo Buendía κ.α. κατά Περού της 01.07.2009, έχει αναπτύξει παρόμοια νομολογία, τονίζοντας ότι η μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων από το Κράτος συνιστά παραβίαση της δικαστικής προστασίας.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση Benetatos και Mamaki είναι νομικά ορθή και απολύτως συνεπής με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη διαπίστωση παραβιάσεων για το ίδιο συστημικό πρόβλημα εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού προστασίας της Σύμβασης.
Από δογματικής άποψης, η απόφαση επαναλαμβάνει τις παγιωμένες αρχές χωρίς να προσθέτει νέα ερμηνευτικά στοιχεία. Αυτό είναι αναμενόμενο δεδομένης της εκδίκασης από την Επιτροπή και του χαρακτήρα της υπόθεσης ως «υπόθεσης κλώνου» (clone case). Η τυποποιημένη διατύπωση του σκεπτικού, με απλή παραπομπή στις καθοδηγητικές (leading) αποφάσεις Kanellopoulos και Bousiou, καταδεικνύει τη ρουτίνα της διαδικασίας.
Από πρακτικής άποψης, η επιδίκαση 1.000 ευρώ για ηθική βλάβη ανά προσφεύγοντα είναι σχετικά χαμηλή, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της μη εκτέλεσης. Ωστόσο, τα ποσά αυτά ακολουθούν τη νομολογία του Δικαστηρίου σε παρόμοιες υποθέσεις και αντανακλούν τη σταθμισμένη προσέγγιση που υιοθετείται σε υποθέσεις μη εκτέλεσης χωρίς ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις.
Κριτική αξιολόγηση αξίζει η συνεχιζόμενη αδυναμία της Ελλάδας να αντιμετωπίσει το συστημικό πρόβλημα. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την απόφαση Hornsby, το Ελληνικό Κράτος συνεχίζει να μην εκτελεί δικαστικές αποφάσεις εντός εύλογου χρόνου και να μην παρέχει αποτελεσματικές εσωτερικές προσφυγές. Η κατάσταση αυτή υπονομεύει την αξιοπιστία του ελληνικού δικαστικού συστήματος και επιβαρύνει αδικαιολόγητα τους πολίτες που αναγκάζονται να προσφεύγουν στο Στρασβούργο για δικαιώματα που θα έπρεπε να προστατεύονται σε εθνικό επίπεδο.
Συμπερασματικά, η απόφαση αποτελεί μια ακόμη υπενθύμιση της ανάγκης για ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, τόσο σε επίπεδο μηχανισμών εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου όσο και σε επίπεδο θέσπισης αποτελεσματικών εσωτερικών προσφυγών.
