ΑΠΟΦΑΣΗ
Georgopoulou κατά Ελλάδας της 22.01.2026 (προσφ. αριθ. 28818/24)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η υπόθεση αφορά τη μη εκτέλεση αμετάκλητης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου υπέρ της προσφεύγουσας για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 24 έτη, καθώς και την απουσία αποτελεσματικού ένδικου μέσου στην εσωτερική έννομη τάξη.
Η προσφεύγουσα, Georgia Georgopoulou, γεννηθείσα το 1941, είχε εκδώσει υπέρ της την απόφαση υπ’ αριθ. 656/2000 του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 7 Ιουνίου 2001. Παρά την πάροδο περισσότερων από είκοσι τεσσάρων ετών, η εν λόγω απόφαση παρέμενε ανεκτέλεστη κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του ΕΔΔΑ.
Η προσφεύγουσα προσέφυγε στο ΕΔΔΑ στις 1 Οκτωβρίου 2024, επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 6 § 1 και 13 της ΕΣΔΑ λόγω της μη εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και της απουσίας αποτελεσματικού ένδικου μέσου, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου λόγω της παρατεταμένης επέμβασης στην περιουσία της.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υπέβαλε μονομερή δήλωση με επιστολή της 24ς Ιουλίου 2025, ζητώντας τη διαγραφή μέρους της προσφυγής από τον κατάλογο υποθέσεων. Η προσφεύγουσα διαφώνησε με τους όρους της δήλωσης στις 10 Σεπτεμβρίου 2025, υποστηρίζοντας ότι η δικαστική απόφαση παρέμενε ανεκτέλεστη, δεν προβλέπονταν ατομικά επανορθωτικά μέτρα και η προσφερόμενη αποζημίωση ήταν ανεπαρκής.
Το ΕΔΔΑ απέρριψε τη μονομερή δήλωση της Κυβέρνησης, κρίνοντας ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβανομένου υπόψη ότι η Κυβέρνηση δεν ανέλαβε τη δέσμευση να διασφαλίσει την εκτέλεση της εκκρεμούς απόφασης, η μονομερής δήλωση δεν παρείχε επαρκή βάση για να συναχθεί ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν απαιτούσε τη συνέχιση της εξέτασης της προσφυγής.
Το ΕΔΔΑ ως προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, τις αιτιάσεις για “απώλεια εισοδήματος” τις απέρριψε ως εκπρόθεσμες, ενώ για την παρατεταμένη επέμβαση έκρινε ότι δεν χρειάζεται χωριστή εξέταση, λόγω του ευρήματος παραβίασης υπό το άρθρο 6 § 1.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 και του άρθρου 13 της Σύμβασης και επιδίκασε στην προσφεύγουσα 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 250 ευρώ για δικαστικά έξοδα, ενώ διέταξε το εναγόμενο Κράτος να διασφαλίσει, με κατάλληλα μέσα, εντός τριών μηνών, την εκτέλεση της εκκρεμούς εγχώριας απόφασης.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 6 § 1,
Άρθρο 13,
Άρθρο 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Επί της μονομερούς δήλωσης της Κυβέρνησης
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, ενδέχεται να είναι σκόπιμη η διαγραφή προσφυγής βάσει του άρθρου 37 § 1 (γ) της ΕΣΔΑ επί τη βάσει μονομερούς δήλωσης της καθ’ ης Κυβέρνησης, ακόμη και εάν ο προσφεύγων επιθυμεί τη συνέχιση της εξέτασης της υπόθεσης. Ωστόσο, εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις εάν η μονομερής δήλωση παρέχει επαρκή βάση για να διαπιστωθεί ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως ορίζονται στη Σύμβαση, δεν απαιτεί τη συνέχιση της εξέτασης της υπόθεσης από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο παρέπεμψε στις αποφάσεις Tahsin Acar κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] (προσφ. αριθ. 26307/95, § 75, ECHR 2003-VI) και Angelov κ.ά. κατά Βουλγαρίας της 04.11.2010 (προσφ. αριθ. 43586/04, § 12).
Αφού εξέτασε τους όρους της μονομερούς δήλωσης της Κυβέρνησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβανομένου υπόψη ότι η Κυβέρνηση δεν ανέλαβε τη δέσμευση να διασφαλίσει την εκτέλεση της ακόμη ανεκτέλεστης εγχώριας απόφασης, η μονομερής δήλωση δεν παρείχε επαρκή βάση για να συναχθεί ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν απαιτεί τη συνέχιση της εξέτασης των αιτιάσεων βάσει των άρθρων 6 § 1 και 13.
Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της Κυβέρνησης για διαγραφή της προσφυγής και προχώρησε στην εξέταση του παραδεκτού και της ουσίας της υπόθεσης.
Επί της εικαζόμενης παραβίασης των άρθρων 6 § 1 και 13
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η εκτέλεση απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της «δίκης» για τους σκοπούς του άρθρου 6. Παρέπεμψε στη νομολογία του σχετικά με τη μη εκτέλεση ή την καθυστερημένη εκτέλεση τελεσίδικων εγχώριων αποφάσεων, ιδίως στην απόφαση Hornsby κατά Ελλάδας (προσφ. αριθ. 18357/91, § 40).
Στις κύριες υποθέσεις Kanellopoulos κατά Ελλάδας της 21.02.2008 (προσφ. αριθ. 11325/06) και Bousiou κατά Ελλάδας της 24.10.2013 (προσφ. αριθ. 21455/10), το Δικαστήριο είχε ήδη διαπιστώσει παραβίαση σε σχέση με ζητήματα παρόμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης.
Αφού εξέτασε όλο το υλικό που του υποβλήθηκε, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε κανένα πραγματικό περιστατικό ή επιχείρημα ικανό να το πείσει να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα επί του παραδεκτού και της ουσίας των αιτιάσεων αυτών. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του επί του θέματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αρχές δεν κατέβαλαν κάθε αναγκαία προσπάθεια για την πλήρη και εμπρόθεσμη εκτέλεση της απόφασης υπ’ αριθ. 656/2000 του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών υπέρ της προσφεύγουσας.
Το Δικαστήριο περαιτέρω σημείωσε ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε αποτελεσματικό ένδικο μέσο σε σχέση με τις αιτιάσεις αυτές.
Οι αιτιάσεις αυτές κρίθηκαν συνεπώς παραδεκτές και διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 και του άρθρου 13 της Σύμβασης.
Επί της εικαζόμενης παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου
Η προσφεύγουσα παραπονέθηκε επίσης βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την απώλεια εισοδήματος χωρίς αποζημίωση και την παρατεταμένη επέμβαση στην περιουσία της.
Όσον αφορά τις αιτιάσεις σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης που κρίθηκαν με τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 2765/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας και 475/2023 του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα κατέθεσε την προσφυγή της στις 1 Οκτωβρίου 2024. Συνεπώς, οι αιτιάσεις αυτές έπρεπε να απορριφθούν ως εκπρόθεσμες σύμφωνα με το άρθρο 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.
Όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με την παρατεταμένη επέμβαση στην περιουσία, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η αιτίαση αυτή δεν ήταν προδήλως αβάσιμη ούτε απαράδεκτη για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ωστόσο, παρατήρησε ότι η αιτίαση αυτή είχε ήδη εξεταστεί βάσει του άρθρου 6 § 1. Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσής του βάσει της διάταξης αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει εάν υπήρξε επίσης χωριστή παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου.
Επί της εφαρμογής του άρθρου 41
Λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που είχε στη διάθεσή του και της νομολογίας του, το Δικαστήριο έκρινε εύλογο να επιδικάσει στην προσφεύγουσα 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 250 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Το Δικαστήριο περαιτέρω σημείωσε ότι το εναγόμενο Κράτος έχει εκκρεμή υποχρέωση να εκτελέσει την απόφαση υπ’ αριθ. 656/2000 του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών, η οποία παραμένει εκτελεστή.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Το Δικαστήριο θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αρχές δεν κατέβαλαν κάθε αναγκαία προσπάθεια για την πλήρη και εμπρόθεσμη εκτέλεση της απόφασης υπ’ αριθ. 656/2000 του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών υπέρ της προσφεύγουσας» (§ 14).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση Georgopoulou κατά Ελλάδας εντάσσεται σε μακρά σειρά υποθέσεων κατά της Ελλάδας σχετικά με τη μη εκτέλεση ή την καθυστερημένη εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, η οποία συνιστά ζήτημα διαρθρωτικού χαρακτήρα που έχει αναδειχθεί επανειλημμένως στην ελληνική έννομη τάξη.
Η νομολογιακή βάση της απόφασης εδράζεται στην θεμελιώδη απόφαση Hornsby κατά Ελλάδας της 19.03.1997 (προσφ. αριθ. 18357/91), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη θα ήταν «απατηλό» εάν η εσωτερική έννομη τάξη ενός Συμβαλλόμενου Κράτους επέτρεπε αμετάκλητη δικαστική απόφαση να παραμένει ανεκτέλεστη σε βάρος ενός διαδίκου. Η εκτέλεση απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της «δίκης» κατά την έννοια του άρθρου 6.
Οι κύριες υποθέσεις Kanellopoulos κατά Ελλάδας της 21.02.2008 (προσφ. αριθ. 11325/06) και Bousiou κατά Ελλάδας της 24.10.2013 (προσφ. αριθ. 21455/10), στις οποίες παρέπεμψε ρητά η παρούσα απόφαση, είχαν ήδη καθιερώσει πάγια νομολογία σχετικά με την παραβίαση των άρθρων 6 § 1 και 13 σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόρριψη της μονομερούς δήλωσης της Κυβέρνησης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη ανάληψη δέσμευσης για εκτέλεση της εκκρεμούς απόφασης καθιστά τη μονομερή δήλωση ανεπαρκή. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη νομολογία Tahsin Acar κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 06.05.2003 (προσφ. αριθ. 26307/95), όπου το Δικαστήριο καθόρισε τα κριτήρια αποδοχής μονομερών δηλώσεων.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το Δικαστήριο διέταξε το Κράτος να διασφαλίσει την εκτέλεση της εκκρεμούς απόφασης εντός τριών μηνών. Η διάταξη αυτή, η οποία υπερβαίνει την απλή επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, αντανακλά την παγίωση, ιδίως στις υποθέσεις μη εκτέλεσης αμετάκλητων αποφάσεων, της πρακτικής του ΕΔΔΑ να εξειδικεύει την ατομική υποχρέωση συμμόρφωσης με το διατακτικό προς διασφάλιση της αποτελεσματικής θεραπείας της διαπιστωθείσας παραβίασης.
Η απόφαση επιβεβαιώνει την υποχρέωση των Κρατών να διαθέτουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα για την επίσπευση της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Η απουσία τέτοιου ένδικου μέσου στην ελληνική έννομη τάξη συνιστά αυτοτελή παραβίαση του άρθρου 13.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η αρχή ότι η αποτελεσματική δικαστική προστασία δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια «θεωρητική» πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά προϋποθέτει πρακτική και ουσιαστική απόλαυση του δικαιώματος, αναγνωρίζεται και σε άλλα διεθνή όργανα. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) επί του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ, τονίζει την ανάγκη «αποτελεσματικής» πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Η ίδια η λογική της διάταξης οδηγεί στο ότι η δικαστική προστασία θα απονευρωνόταν εάν τα τελικά αποτελέσματα της δίκης έμεναν χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.
Παρομοίως, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αντιμετωπίσει ρητά τη μη εκτέλεση εθνικών δικαστικών αποφάσεων ως προσβολή της δικαστικής προστασίας. Ενδεικτικά, στην απόφαση “Five Pensioners” κατά Περού της 28.02.2003 έκρινε ότι η μη συμμόρφωση του κράτους με τελεσίδικες εθνικές αποφάσεις που διέτασσαν αποκατάσταση συνδέεται με παραβίαση των άρθρων 21 και 25 της Αμερικανικής Σύμβασης, ενώ στην απόφαση Acevedo Jaramillo κ.ά. κατά Περού της 07.02.2006 το ζήτημα της κρατικής ευθύνης θεμελιώθηκε ακριβώς στη μη αποτελεσματική δικαστική προστασία, λόγω μη εκτέλεσης και μη συμμόρφωσης προς τα εθνικά δικαιοδοτικά πορίσματα.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση Georgopoulou είναι δογματικά ορθή και αποτελεί αναμενόμενη εφαρμογή πάγιας νομολογίας. Η διαπίστωση παραβίασης σε υπόθεση με χρόνο μη εκτέλεσης που υπερβαίνει τα 24 έτη δεν εκπλήσσει.
Η απόρριψη της μονομερούς δήλωσης είναι ορθή. Μονομερής δήλωση που δεν περιλαμβάνει δέσμευση για εκτέλεση της ανεκτέλεστης απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει επαρκή επανόρθωση. Η προσέγγιση αυτή διασφαλίζει ότι οι Κυβερνήσεις δεν μπορούν να αποφύγουν τον έλεγχο του Δικαστηρίου προσφέροντας απλώς χρηματική αποζημίωση χωρίς να αντιμετωπίζουν την υποκείμενη παραβίαση.
Η διάταξη για εκτέλεση της απόφασης εντός τριών μηνών αποτελεί θετική εξέλιξη. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από τη συμμόρφωση του Κράτους, η οποία παρακολουθείται από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Θα ήταν σκόπιμο το Δικαστήριο να είχε εξετάσει διεξοδικότερα τους λόγους της παρατεταμένης μη εκτέλεσης. Η απόφαση δεν παρέχει πληροφορίες για το περιεχόμενο της εγχώριας απόφασης ή τα εμπόδια στην εκτέλεσή της, γεγονός που δυσχεραίνει την πλήρη κατανόηση της υπόθεσης.
Η υπόθεση καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη αδυναμία του ελληνικού κράτους να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το διαρθρωτικό πρόβλημα της μη εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, παρά τις πολυάριθμες καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ.
Συμπερασματικά, η απόφαση Georgopoulou αποτελεί ακόμη μία επιβεβαίωση της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ και υπογραμμίζει την ανάγκη λήψης γενικών μέτρων από την Ελλάδα για την αντιμετώπιση του διαρθρωτικού και συστημικού προβλήματος της μη εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων.
