ΑΠΟΦΑΣΗ
Σακκελάρης κ.α. κατά Ελλάδας της 23.10.2025 (προσφ. αριθ. 43594/16)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι προσφεύγοντες, Έλληνες υπήκοοι, προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ διαμαρτυρόμενοι για τη μη εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 4917/2012 απόφασης του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου (Συμβούλιο της Επικρατείας) που εκδόθηκε στις 18/12/2012 υπέρ τους, καθώς και για την έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής στο εθνικό δίκαιο. Παρά την παρέλευση περισσότερων από 12 ετών και 6 μηνών από την έκδοση της απόφασης, οι ελληνικές αρχές δεν έχουν προβεί στην εκτέλεσή της.
Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της «δίκαιης δίκης» κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο παρέπεμψε σε πάγια νομολογία του σχετικά με τη μη εκτέλεση ή την καθυστερημένη εκτέλεση τελεσίδικων εθνικών αποφάσεων.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές δεν κατέβαλαν όλες τις απαραίτητες προσπάθειες για την πλήρη και έγκαιρη εκτέλεση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Επιπλέον, διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν στη διάθεσή τους αποτελεσματική προσφυγή για τα παράπονά τους, καθώς η προσφυγή που προβλέπεται από το νόμο 3068/2002 δεν αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο μέσο, αφού δεν μπορεί να επιταχύνει την εκτέλεση της εθνικής απόφασης σε περίπτωση άρνησης των αρχών να συμμορφωθούν με αυτήν.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 και του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε 6.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα για ηθική βλάβη και 250 ευρώ συνολικά για δικαστικά έξοδα.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Οι προσφεύγοντες Κωνσταντίνος Σακελλάρης (γεννηθείς το 1962), Δημήτριος Δίσκος (γεννηθείς το 1967), Στέφανος Λαζαρίδης (γεννηθείς το 1977) και Βασίλειος Τζουβάρας (γεννηθείς το 1974) είναι Έλληνες υπήκοοι. Στις 20 Ιουλίου 2016, κατέθεσαν προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Οι προσφεύγοντες είχαν λάβει ευνοϊκή απόφαση από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Ελλάδας (απόφαση υπ’ αριθμ. 4917/2012) στις 18 Δεκεμβρίου 2012. Παρά το αμετάκλητο της απόφασης, οι ελληνικές αρχές δεν προχώρησαν στην εκτέλεσή της. Η περίοδος μη εκτέλεσης της απόφασης συνεχίζεται μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του ΕΔΔΑ, υπερβαίνοντας τα 12 έτη, 6 μήνες και 23 ημέρες.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν εξαντλήσει τα διαθέσιμα εθνικά ένδικα μέσα, ιδίως την προσφυγή που προβλέπεται από το Νόμο 3068/2002 ενώπιον του Συμβουλίου Συμμόρφωσης. Το Δικαστήριο, ωστόσο, απέρριψε τον ισχυρισμό, επισημαίνοντας ότι η διαδικασία εκτέλεσης εξακολουθεί να εκκρεμεί.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 6 § 1,
Άρθρο 13
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η εκτέλεση μιας απόφασης που εκδίδεται από οποιοδήποτε δικαστήριο πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της «δίκης» για τους σκοπούς του άρθρου 6. Παρέπεμψε επίσης στη νομολογία του σχετικά με τη μη εκτέλεση ή την καθυστερημένη εκτέλεση τελεσίδικων εθνικών αποφάσεων (βλ. Hornsby κατά Ελλάδας, αριθ. προσφυγής 18357/91, § 40).
Στις κύριες υποθέσεις Kanellopoulos κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 11325/06, § 21, 21 Φεβρουαρίου 2008) και Bousiou κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 21455/10, 24 Οκτωβρίου 2013), το Δικαστήριο είχε ήδη διαπιστώσει παραβίαση σε σχέση με ζητήματα παρόμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης.
Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε όλο το υλικό που του υποβλήθηκε, δεν βρήκε κανένα γεγονός ή επιχείρημα ικανό να το πείσει να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα σχετικά με το παραδεκτό και την ουσία αυτών των καταγγελιών. Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του επί του θέματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αρχές δεν ανέπτυξαν όλες τις απαραίτητες προσπάθειες για την πλήρη και έγκαιρη εκτέλεση της απόφασης αριθ. 4917/2012 του ΣτΕ που εκδόθηκε υπέρ των προσφευγόντων.
Το Δικαστήριο σημείωσε περαιτέρω ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν στη διάθεσή τους αποτελεσματική προσφυγή για τα παράπονά τους. Η προσφυγή που προβλέπεται από το νόμο 3068/2002 δεν αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο μέσο, καθώς δεν είναι σε θέση να επιταχύνει την εκτέλεση της εθνικής απόφασης σε περίπτωση άρνησης των αρχών να συμμορφωθούν με αυτήν.
Ως εκ τούτου, οι καταγγελίες αυτές κρίθηκαν παραδεκτές και το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 6 § 1 και 13 της Σύμβασης.
Το Δικαστήριο επιδίκασε για ηθική βλάβη για κάθε προσφεύγοντα 6.000 ευρώ και για έξοδα 250 ευρώ για κάθε προσφυγή.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αυτή εντάσσεται στην εξελισσόμενη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά την ισορροπία μεταξύ διαδικαστικών απαιτήσεων και πρακτικής αποτελεσματικότητας των εθνικών ένδικων μέσων.
Η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1 και του άρθρου 13 ενισχύει το αυξημένο πρότυπο επιμέλειας που απαιτείται από τα κράτη για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Η απόφαση τονίζει ότι η μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων για μακρά χρονικά διαστήματα υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας και το κράτος δικαίου.
Η ανάλυση του Δικαστηρίου επιδεικνύει ιδιαίτερη ευαισθησία στη σημασία της έγκαιρης εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων ως αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Η απόφαση αυτή περιλαμβάνεται σε σειρά αποφάσεων του ΕΔΔΑ και σε πάγια νομολογία του που καταδεικνύουν τα σοβαρά συστημικά προβλήματα στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων στην Ελλάδα, ιδιαίτερα όταν αυτές στρέφονται κατά του Δημοσίου.
Βασίλης Χειρδάρης
