Η υπόθεση της Ερμούπολης που φέρνει τον ν. 4495/2017 ενώπιον της Ολομέλειας του ΣτΕ
Μπορεί ένας νόμος να «ακυρώνει» στην πράξη μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση; Το ερώτημα αυτό, με σαφείς θεσμικές, πολεοδομικές και συνταγματικές προεκτάσεις, αναδεικνύεται με ιδιαίτερη ένταση στην απόφαση 2233/2025 του Ε΄ Τμήματος του Συμβούλιο της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο δεν έδωσε οριστική απάντηση, αλλά παρέπεμψε στην Ολομέλεια το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α΄ και β΄ του ν. 4495/2017, ανοίγοντας έναν κύκλο συζήτησης που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας μεμονωμένης πολεοδομικής διαφοράς.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η δυνατότητα «τακτοποίησης» αυθαιρέτων κτισμάτων τα οποία ανεγέρθηκαν με οικοδομική άδεια που ακυρώθηκε τελεσίδικα από τα δικαστήρια, αλλά τα οποία, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση μέσω της ισχύουσας νομοθεσίας για τα αυθαίρετα. Το ερώτημα δεν είναι απλώς πολεοδομικό. Είναι βαθιά θεσμικό: ποια είναι τα όρια της νομοθετικής παρέμβασης όταν έχει ήδη μιλήσει η Δικαιοσύνη;
Η μακρά δικαστική διαδρομή μιας οικοδομής στη Σύρο
Η υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση του Ε΄ Τμήματος αφορά τριώροφη οικοδομή στην Ερμούπολη της Σύρου, σε περιοχή ιστορικού τόπου και παραδοσιακού οικισμού, με αυξημένο καθεστώς προστασίας. Η ιστορία της οικοδομής εκτείνεται σε βάθος σχεδόν τριών δεκαετιών και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελληνικής πολεοδομικής παθογένειας.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 εκδόθηκαν οικοδομικές άδειες που επέτρεπαν την ανέγερση του κτιρίου. Οι άδειες αυτές, ωστόσο, ακυρώθηκαν κατ’ επανάληψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με το Δικαστήριο να κρίνει ότι είχαν εκδοθεί με εσφαλμένη εφαρμογή του ισχύοντος πολεοδομικού καθεστώτος. Το αποτέλεσμα ήταν σαφές: το κτίριο κατέστη αυθαίρετο. Ακολούθησαν πράξεις κατεδάφισης, ενώ το Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ΣτΕ διαπίστωσε επανειλημμένα τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης και επέβαλε ακόμη και χρηματικές κυρώσεις στον οικείο Δήμο.
Και όμως, παρά το βαρύ αυτό δικαστικό παρελθόν, το 2018 και το 2019 η ίδια οικοδομή εντάχθηκε στις διατάξεις του ν. 4495/2017, έλαβε βεβαίωση οριστικής υπαγωγής και εγκρίθηκαν εργασίες αποπεράτωσης. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε νέα δικαστική προσφυγή από γειτονική ιδιοκτήτρια, η οποία υποστήριξε ότι η νομιμοποίηση αυτή παραβιάζει ευθέως το δεδικασμένο των ακυρωτικών αποφάσεων.
Το «παράθυρο» του άρθρου 110 και η έννοια της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Η επίμαχη ρύθμιση βρίσκεται στο άρθρο 110 παρ. 3 του ν. 4495/2017. Ο νομοθέτης εισήγαγε μια εξαιρετική δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις περί αυθαιρέτων κτισμάτων που είχαν ανεγερθεί με οικοδομική άδεια, η οποία ακυρώθηκε τελεσίδικα, εφόσον η ακύρωση δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη.
Η ρύθμιση καλύπτει, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις όπου η άδεια βασίστηκε σε κανονιστικές διατάξεις που κρίθηκαν εκ των υστέρων αντισυνταγματικές ή σε κανόνες που εφαρμόζονταν συστηματικά από τη Διοίκηση αλλά τελικά δεν ίσχυαν.
Η λογική της διάταξης είναι σαφής και πολιτικά ελκυστική: ο πολίτης δεν πρέπει να υφίσταται τις ακραίες συνέπειες ενός λάθους της Διοίκησης ή του νομοθέτη. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η αποφυγή εξοντωτικών συνεπειών για ανυπαίτιους ιδιοκτήτες προβάλλονται ως βασικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Όταν η νομιμοποίηση συναντά το δεδικασμένο
Το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ωστόσο, αντιμετώπισε τη ρύθμιση αυτή με έντονο σκεπτικισμό. Κατά την πλειοψηφία των δικαστών, το άρθρο 110 παρ. 3 περ. α΄ και β’ εγείρει σοβαρό ζήτημα αντισυνταγματικότητας, καθώς προσκρούει σε θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η αυτόματη υπαγωγή ενός κτιρίου, του οποίου η άδεια έχει ακυρωθεί τελεσίδικα, στις διατάξεις περί αυθαιρέτων ισοδυναμεί, στην πράξη, με έμμεση αναβίωση της ακυρωθείσας άδειας. Με τον τρόπο αυτό, αποδυναμώνεται το δεδικασμένο των δικαστικών αποφάσεων, παραβιάζεται η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς αυτές και καθίσταται κενό περιεχομένου το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του πολίτη που προσέφυγε και δικαιώθηκε.
Το Δικαστήριο δεν αρνείται κατ’ αρχήν τη δυνατότητα ειδικών ρυθμίσεων για την τύχη τέτοιων κτισμάτων. Τονίζει, όμως, ότι μια συνταγματικά ανεκτή λύση θα απαιτούσε νέα, ουσιαστική και εξατομικευμένη πολεοδομική κρίση, με στάθμιση των περιβαλλοντικών και οικιστικών επιπτώσεων και όχι μια αυτοματοποιημένη διαδικασία που αγνοεί τη δικαστική κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.
Η μειοψηφία και το επιχείρημα της ισότητας
Δύο μέλη του Τμήματος διατύπωσαν μειοψηφική άποψη, υποστηρίζοντας ότι η επίμαχη διάταξη δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη τους, εφόσον η Ολομέλεια του ΣτΕ έχει ήδη κρίνει συνταγματική τη μαζική νομιμοποίηση αυθαιρέτων που ανεγέρθηκαν έως τον Ιούλιο του 2011, δεν είναι συνεπές να αντιμετωπίζονται δυσμενέστερα κτίρια που ανεγέρθηκαν με οικοδομική άδεια, χωρίς υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη. Η ρύθμιση, κατά τη μειοψηφία, αποκαθιστά την ισότητα και προστατεύει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, χωρίς να αναιρεί το δεδικασμένο, αλλά ρυθμίζοντας μια νέα έννομη κατάσταση με γενικό και αφηρημένο κανόνα δικαίου.
Γιατί η απόφαση της Ολομέλειας θα είναι καθοριστική
Αντιλαμβανόμενο τη βαρύτητα του ζητήματος, το Ε΄ Τμήμα επέλεξε να μην αποφανθεί οριστικά και παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η απόφαση που θα εκδοθεί θα καθορίσει όχι μόνο την τύχη του συγκεκριμένου άρθρου του ν. 4495/2017, αλλά και το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο νομοθέτης μπορεί να παρεμβαίνει σε ζητήματα που έχουν ήδη κριθεί από τη Δικαιοσύνη.
Σε μια χώρα όπου η αυθαίρετη δόμηση αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα και οι νομοθετικές παρεμβάσεις συχνά επιχειρούν να θεραπεύσουν παθογένειες δεκαετιών, η Ολομέλεια καλείται να χαράξει μια σαφή συνταγματική γραμμή. Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο τα αυθαίρετα. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου και το ερώτημα ποιος έχει, τελικά, τον τελευταίο λόγο όταν συγκρούονται η νομοθετική βούληση και η δικαστική κρίση.
