ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα εταιρεία, Seksimp Group SRL, ιδρύθηκε στη Μολδαβία το 2002 από Σλοβένο υπήκοο, S.B., ο οποίος είναι ο μοναδικός εταίρος της. Η οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας συνίστατο κυρίως στην εκμίσθωση χοιροστασίων και αγροτεμαχίων.
Στις 18 Ιουνίου 2010 η προσφεύγουσα εκμίσθωσε δύο χοιροστάσια και αγροτεμάχια στην εταιρεία T. έναντι ετήσιου μισθώματος 3.600 ευρώ. Την ίδια ημέρα εκμίσθωσε τρία χοιροστάσια στην εταιρεία L. έναντι ετήσιου μισθώματος 5.400 ευρώ. Τα συμβόλαια περιελάμβαναν τα τραπεζικά στοιχεία του προσωπικού λογαριασμού του S.B.
Στις 5 Αυγούστου 2010 η εταιρεία T. απέστειλε επιστολή στην καταστατική έδρα της προσφεύγουσας ζητώντας την επίσημη παράδοση των ακινήτων και τραπεζικά στοιχεία. Η προσφεύγουσα δεν απάντησε. Την ίδια ημέρα, η εταιρεία T. υπέγραψε δύο συμβόλαια με την εταιρεία L. για αγορά ζωικού κεφαλαίου και ζωοτροφών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση καταβολής ποινικών ρητρών για καθυστέρηση εκπλήρωσης.
Στις 22 Φεβρουαρίου 2011 η εταιρεία T. κίνησε δικαστική διαδικασία κατά της προσφεύγουσας, ζητώντας τη λύση της μίσθωσης και αποζημίωση 1.219.000 MDL (περίπου 72.370 ευρώ), ποσό που αντιστοιχούσε στις ποινικές ρήτρες που είχε καταβάλει στην εταιρεία L.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση ερήμην της προσφεύγουσας, καθώς οι κλήσεις επεστράφησαν με τη σημείωση ότι «κανείς δεν κατοικεί στη δοθείσα διεύθυνση». Στις 18 Απριλίου 2011 έκανε δεκτές τις αξιώσεις της εταιρείας T. στο σύνολό τους. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη και κινήθηκε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Τον Σεπτέμβριο 2011, ερήμην της προσφεύγουσας, η περιουσία της (22 εκτάρια γης και 10 κτίρια συνολικής επιφάνειας άνω των 12.000 τ.μ.) πωλήθηκε σε πλειστηριασμό έναντι 891.500 MDL (περίπου 53.995 ευρώ). Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για τη δικαστική διαδικασία, την απόφαση και τον πλειστηριασμό μόλις τον Οκτώβριο 2011, όταν οι νέοι ιδιοκτήτες ανέλαβαν την κυριότητα.
Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση, ζητώντας την επαναφορά της προθεσμίας και την ακύρωση της απόφασης. Το Εφετείο Κισινάου επανέφερε την προθεσμία, επανεξέτασε την υπόθεση επί της ουσίας με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να απαντήσει στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τη δυσαναλογία της αποζημίωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο κήρυξε την αναίρεση απαράδεκτη.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Όσον αφορά την ερημοδικία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα μπόρεσε να εξασφαλίσει νέα κατ’ αντιμωλία ακρόαση ενώπιον του Εφετείου, το οποίο είχε πλήρη δικαιοδοσία να επανεξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Συνεπώς, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση.
Ωστόσο, όσον αφορά την επάρκεια της αιτιολογίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν απάντησαν στα ειδικά, σχετικά και σημαντικά επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τη δυσαναλογία της αποζημίωσης σε σχέση με το ετήσιο μίσθωμα και τη συνυπαιτιότητα της ενάγουσας εταιρείας στην πρόκληση της ζημίας.
Υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του ΠΠΠ, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Κράτος παρέλειψε να εκπληρώσει τη θετική του υποχρέωση να παράσχει κατάλληλο δικαστικό πλαίσιο που να επιτρέπει στην προσφεύγουσα να διεκδικήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά της. Η επιδίκαση αποζημίωσης που υπερέβαινε 20 φορές την αξία της σύμβασης, χωρίς αξιολόγηση της αναλογικότητας και της συνυπαιτιότητας, κρίθηκε αυθαίρετη και προδήλως παράλογη.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 ως προς την ερημοδικία, παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ως προς την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, και παραβίαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ. Το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41 δεν ήταν έτοιμο για απόφαση και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα εταιρεία ιδρύθηκε στη Μολδαβία το 2002. Ο μοναδικός εταίρος της, S.B., είναι Σλοβένος υπήκοος που διέμενε κυρίως εκτός Μολδαβίας. Η οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας συνίστατο στην εκμίσθωση χοιροστασίων και αγροτεμαχίων.
Στις 18 Ιουνίου 2010 η προσφεύγουσα εκμίσθωσε ακίνητα στις εταιρείες T. και L. με ετήσια μισθώματα 3.600 και 5.400 ευρώ αντίστοιχα. Τα συμβόλαια περιελάμβαναν τον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του S.B.
Στις 5 Αυγούστου 2010 η εταιρεία T. απέστειλε επιστολή ζητώντας παράδοση ακινήτων και ακριβή τραπεζικά στοιχεία. Την ίδια ημέρα, η T. υπέγραψε συμβόλαια με την L. για αγορά ζωικού κεφαλαίου και ζωοτροφών με υψηλές ποινικές ρήτρες.
Στις 22 Φεβρουαρίου 2011 η T. κίνησε αγωγή κατά της προσφεύγουσας. Στις 18 Απριλίου 2011 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερήμην της προσφεύγουσας, επιδίκασε αποζημίωση 72.370 ευρώ.
Τον Σεπτέμβριο 2011 η περιουσία της προσφεύγουσας εκπλειστηριάστηκε έναντι 53.995 ευρώ. Τον Οκτώβριο 2011 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για τα γεγονότα.
Το Εφετείο επανέφερε την προθεσμία έφεσης, επανεξέτασε την υπόθεση αλλά επικύρωσε την απόφαση χωρίς να απαντήσει στα επιχειρήματα περί δυσαναλογίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 6 § 1,
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 – Ερημοδικία
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η αρχή της κατ’ αντιμωλία δίκης και η αρχή της ισότητας των όπλων αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία της έννοιας της «δίκαιης δίκης». Σε περιπτώσεις όπου αστικές διαδικασίες διεξήχθησαν χωρίς τη συμμετοχή του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο εξετάζει αν οι αρχές επέδειξαν επιμέλεια στην ενημέρωση και αν ο προσφεύγων μπόρεσε να εξασφαλίσει νέα κατ’ αντιμωλία ακρόαση.
Στην προκειμένη υπόθεση, παρότι η προσφεύγουσα δεν έλαβε την κλήση, μπόρεσε να εξασφαλίσει νέα κατ’ αντιμωλία ακρόαση ενώπιον του Εφετείου Κισινάου, το οποίο είχε πλήρη δικαιοδοσία να ακυρώσει την πρωτόδικη απόφαση και να επανεξετάσει την ουσία. Συνεπώς, η απουσία της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν κατέστησε τη διαδικασία συνολικά άδικη.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 ως προς την ερημοδικία.
Άρθρο 6 § 1 – Αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να αιτιολογούν επαρκώς τις αποφάσεις τους. Χωρίς να απαιτείται λεπτομερής απάντηση σε κάθε επιχείρημα, η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει ότι ο διάδικος μπορεί να αναμένει ειδική και ρητή απάντηση στα επιχειρήματα που είναι καθοριστικά για την έκβαση της διαδικασίας.
Η προσφεύγουσα προέβαλε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το επιχείρημα ότι η αποζημίωση (72.370 ευρώ) ήταν δυσανάλογη προς το ετήσιο μίσθωμα (3.600 ευρώ), ότι τα δικαστήρια παρέλειψαν να εφαρμόσουν τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί έκτασης της αποζημίωσης και συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος, και ότι η εταιρεία T., γνωρίζοντας τη φερόμενη αδυναμία της προσφεύγουσας, υπέγραψε συμβόλαια με υπέρμετρες ποινικές ρήτρες.
Τα εθνικά δικαστήρια δεν επιχείρησαν να αναλύσουν αυτά τα επιχειρήματα, παρότι ήταν ειδικά, σχετικά και σημαντικά για την έκβαση της υπόθεσης.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ως προς την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας.
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 1 του ΠΠΠ εγκαθιδρύει θετικές υποχρεώσεις. Τα Κράτη υποχρεούνται να παρέχουν δικαστικές διαδικασίες με τις αναγκαίες δικονομικές εγγυήσεις, ώστε τα εθνικά δικαστήρια να επιλύουν αποτελεσματικά και δίκαια διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Το Δικαστήριο εξετάζει αν οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ήταν αυθαίρετες ή προδήλως παράλογες.
Στην προκειμένη υπόθεση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση που υπερέβαινε είκοσι φορές την αξία της σύμβασης, χωρίς να αξιολογήσει την αναλογικότητα σε σχέση με τη συμπεριφορά και τον κίνδυνο που ανέλαβε η προσφεύγουσα. Δεν εξετάστηκε αν η εταιρεία T. συνέβαλε στην πρόκληση της ζημίας αναλαμβάνοντας εμπορικούς κινδύνους με υπέρμετρες ποινικές ρήτρες.
Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για την απόφαση μόλις μετά την εκτέλεσή της και την πώληση της περιουσίας της σε πλειστηριασμό. Οι διαδικασίες ενώπιον του Εφετείου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκαν άδικες λόγω της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας.
Το Κράτος παρέλειψε να εκπληρώσει τη θετική του υποχρέωση να παράσχει κατάλληλο δικαστικό πλαίσιο που να επιτρέπει στην προσφεύγουσα να διεκδικήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά της.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Τα Κράτη υποχρεούνται να παρέχουν δικαστικές διαδικασίες με τις αναγκαίες δικονομικές εγγυήσεις και συνεπώς να διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια επιλύουν αποτελεσματικά και δίκαια οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ ιδιωτών» (παρ. 55).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών να παρέχουν κατάλληλο δικαστικό πλαίσιο για την επίλυση ιδιωτικών διαφορών περιουσιακού χαρακτήρα.
Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι, παρότι διαφορές μεταξύ ιδιωτών δεν εγείρουν αυτοτελώς ευθύνη του Κράτους, το Κράτος δύναται να κριθεί υπεύθυνο όταν οι δικαστικές αποφάσεις είναι αυθαίρετες ή προδήλως παράλογες. Η προσέγγιση αυτή ακολουθεί τη γραμμή των αποφάσεων Rustavi 2 Broadcasting Company Ltd κ.α. κατά Γεωργίας της 18.07.2019 με αριθμ. προσφ. 16812/17 και Theo National Construct S.R.L. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 11.10.2022 με αριθμ. προσφ. 72783/11.
Αξιοσημείωτη είναι η αναγνώριση ότι η επιδίκαση αποζημίωσης που υπερβαίνει κατά πολύ την αξία της σύμβασης, χωρίς αξιολόγηση της αναλογικότητας και της συνυπαιτιότητας, συνιστά αυθαίρετη εφαρμογή του εθνικού δικαίου.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ και αναδεικνύει την αλληλεπίδραση μεταξύ του άρθρου 6 § 1 και του άρθρου 1 του ΠΠΠ σε περιπτώσεις αστικών διαφορών.
Ταυτόχρονα, η απόφαση καταδεικνύει τα όρια της επέμβασης του ΕΔΔΑ στην ερμηνεία του εθνικού δικαίου, τονίζοντας ότι η αρμοδιότητά του περιορίζεται στον έλεγχο της αυθαιρεσίας ή της πρόδηλης παραλογίας.
Συμπερασματικά, η Seksimp Group αποτελεί χρήσιμο οδηγό για τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων να αιτιολογούν επαρκώς τις αποφάσεις τους και να εξετάζουν τα ειδικά επιχειρήματα των διαδίκων σε υποθέσεις περιουσιακού χαρακτήρα.
