ΑΠΟΦΑΣΗ
Zafferani κ.α. κατά Αγίου Μαρίνου της 09.01.2025 (προσφ. αριθ. 38127/22 και 6 άλλες)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι προσφεύγοντες είναι επτά υπήκοοι του Αγίου Μαρίνου (Zafferani, Volpinari, Montironi, Ghiotti, Ceccoli, Palma και Tordi), οι οποίοι υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στην Ομοιόμορφη Μονάδα της Φρουράς του Φρουρίου (Nucleo Uniformato della Guardia di Rocca), στρατιωτικό σώμα του Αγίου Μαρίνου. Απασχολήθηκαν αρχικά με προσωρινές συμβάσεις μεταξύ 2006 και 2008, οι οποίες παρατείνονταν περιοδικά έως τις 18 Ιανουαρίου 2016, οπότε το Κοινοβούλιο αναγνώρισε τη μόνιμη πρόσληψή τους δυνάμει του άρθρου 63 παρ. 1 του N. 189/2015.
Μετά την απόφαση αυτή, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν μεταξύ 28 Ιανουαρίου και 2 Φεβρουαρίου 2016 αιτήσεις στο Γραφείο Διαχείρισης Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (PAPMO) για ανασυγκρότηση της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, η οποία θα είχε αντίκτυπο στις αποδοχές και τα δικαιώματά τους. Ωστόσο, στις 25 Ιουλίου 2016, ο νομοθέτης εξέδωσε το Κατ’ Εξουσιοδότηση Διάταγμα 88/2016, το οποίο όριζε ότι για τα πρόσωπα που προσλήφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 63 του νόμου 189/2015, τα οικονομικά αποτελέσματα της ανασυγκρότησης της σταδιοδρομίας θα άρχιζαν από την 1η Φεβρουαρίου 2016, χωρίς καταβολή αναδρομικών αποδοχών. Ως αποτέλεσμα, κάθε προσφεύγων υπέστη απώλειες περίπου 25.000 ευρώ ή περισσότερο.
Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στα εθνικά διοικητικά δικαστήρια, ισχυριζόμενοι ότι η ανασυγκρότηση της σταδιοδρομίας τους σύμφωνα με τον N. 88/2016 ήταν παράνομη και αντισυνταγματική. Ζήτησαν την παραπομπή του ζητήματος στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα παραπομπής ως προδήλως αβάσιμο και απέρριψε την ουσία της προσφυγής τους. Το Εφετείο επικύρωσε εξ ολοκλήρου την πρωτόδικη απόφαση.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε τη προσφυγή υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1 (δίκαιη δίκη) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου (προστασία περιουσίας).
Όσον αφορά το άρθρο 6 § 1, το Δικαστήριο διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση. Έκρινε ότι οι διαδικασίες ξεκίνησαν τον Ιανουάριο/Φεβρουάριο 2016, όταν οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τα αιτήματά τους στο PAPMO, και συνεπώς η νομοθετική παρέμβαση του Ιουλίου 2016 έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια εκκρεμών διαδικασιών. Το Κράτος, χωρίς επιτακτικούς λόγους ικανούς να υπερισχύσουν των κινδύνων που ενέχει η χρήση αναδρομικής νομοθεσίας, θέσπισε και εφάρμοσε νομοθεσία που είχε ως αποτέλεσμα να επηρεάσει τη δικαστική κρίση της εκκρεμούς διαφοράς στην οποία το Κράτος και οι προσφεύγοντες ήταν διάδικοι.
Όσον αφορά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο απέρριψε την καταγγελία ως προδήλως αβάσιμη, κρίνοντας ότι η διαφορετική μεταχείριση ήταν εύλογη λόγω της ειδικής κατάστασης (χωρίς δημόσιο διαγωνισμό ούτε δοκιμαστική περίοδο) βάσει της οποίας οι προσφεύγοντες προσλήφθηκαν.
Το ΕΔΔΑ επιδίκασε: Για αποζημίωση: κ. Zafferani 2.400 ευρώ, κ. Volpinari 3.000 ευρώ, κ. Montinori 2.250 ευρώ, κ. Ghiotti 2.700 ευρώ, κ. Ceccoli 5.300 ευρώ, κ. Palma 2.250 ευρώ, κ. Tordi 2.250 ευρώ.
Για ηθική βλάβη: 3.000 ευρώ σε καθέναν από τους προσφεύγοντες.
Για δικαστικά έξοδα: 3.000 ευρώ σε καθέναν από τους προσφεύγοντες.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 6 § 1
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 – Δίκαιη δίκη
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, αν και κατ’ αρχήν ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να ρυθμίζει, μέσω νέων αναδρομικών διατάξεων, δικαιώματα που απορρέουν από ισχύουσες διατάξεις, η αρχή του κράτους δικαίου και η έννοια της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 αποκλείουν κάθε παρέμβαση του νομοθέτη στην απονομή της δικαιοσύνης με σκοπό να επηρεάσει τη δικαστική κρίση μιας διαφοράς, εκτός εάν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διαδικασίες στην παρούσα υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ότι ξεκίνησαν τον Ιανουάριο/Φεβρουάριο 2016, όταν οι προσφεύγοντες υπέβαλαν για πρώτη φορά τα αιτήματά τους στο Κράτος. Η υποβολή αίτησης στο PAPMO για υπολογισμό της ανασυγκρότησης σταδιοδρομίας αποτελούσε υποχρεωτικό βήμα χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει καμία προσβολή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Το Δικαστήριο δεν έκρινε πειστική την επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης ότι υπήρχε νομοθετικό κενό που δημιούργησε ο Ν. 189/2015 και έπρεπε να καλυφθεί. Το άρθρο 63 παρ. 1 του Ν. 189/2015 παρέκκλινε μόνο από το «άρθρο 6 του Ν. 132/1987», το οποίο αναφερόταν αποκλειστικά στον τρόπο πρόσληψης, χωρίς καμία αναφορά σε αποδοχές, βαθμούς ή ανασυγκρότηση σταδιοδρομίας.
Η θέσπιση του Ν. 88/2016 είχε ως αποτέλεσμα να τροποποιήσει οριστικά το αποτέλεσμα της εκκρεμούς δίκης, στην οποία το Κράτος ήταν διάδικος μέσω διοικητικής οντότητας, υιοθετώντας τη θέση του Κράτους εις βάρος των προσφευγόντων.
Το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η ίση μεταχείριση παρόμοιων καταστάσεων αποτελεί βεβαίως πολιτική δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το γιατί αυτή η μεταχείριση δεν θεσπίστηκε εξαρχής με τον Ν. 189/2015. Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι αποδείχθηκαν επαρκώς επιτακτικοί λόγοι για την άμεση και αναδρομική εφαρμογή του νόμου σε εκκρεμείς διαδικασίες.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.
Άρθρο 1 Πρώτου Πρωτοκόλλου
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομοθεσία με αναδρομική ισχύ συμμορφωνόταν με την απαίτηση νομιμότητας του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Αποδέχθηκε επίσης ότι η θέσπιση του Ν. 88/2016 επεδίωκε δημόσιο συμφέρον, όπως η εναρμονισμένη μεταχείριση προσώπων που προσλήφθηκαν μέσω ειδικών διαδικασιών.
Κατά την εξέταση του αν η παρέμβαση επέβαλε υπέρμετρο βάρος στους προσφεύγοντες, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ήταν εύλογο να προσαρμοστεί ο υπολογισμός της ανασυγκρότησης σταδιοδρομίας λόγω της ειδικής κατάστασης (χωρίς δημόσιο διαγωνισμό ούτε δοκιμαστική περίοδο) βάσει της οποίας οι προσφεύγοντες προσλήφθηκαν.
Το ΕΔΔΑ απέρριψε την καταγγελία ως προδήλως αβάσιμη.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Ο σεβασμός του κράτους δικαίου και η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτούν οι λόγοι που προβάλλονται για τη δικαιολόγηση τέτοιων μέτρων να αντιμετωπίζονται με τον μέγιστο δυνατό βαθμό περίσκεψης» (παρ. 47).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα όρια της νομοθετικής παρέμβασης σε εκκρεμείς δικαστικές διαφορές. Επιβεβαιώνει τις αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Stran Greek Refineries and Stratis Andreadis κατά Ελλάδος της 9.12.1994 με αριθ. προσφ. 13427/87, όπου το Δικαστήριο διαπίστωσε για πρώτη φορά ότι η νομοθετική παρέμβαση για την ακύρωση διαιτητικής απόφασης κατά του κράτους παραβίασε το άρθρο 6.
Η παρούσα υπόθεση ακολουθεί τη νομολογιακή γραμμή των αποφάσεων Zielinski and Pradal and Gonzalez κ.α. κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 28.10.1999 με αριθ. προσφ. 24846/94 κ.ά. και Scordino κατά Ιταλίας (αριθ. 1) [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 29.3.2006 με αριθ. προσφ. 36813/97, που επιβεβαίωσαν ότι οικονομικοί λόγοι δεν μπορούν από μόνοι τους να δικαιολογήσουν την υποκατάσταση του νομοθέτη στη θέση των δικαστηρίων για την επίλυση διαφορών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι διαδικασίες θεωρούνται ότι έχουν ξεκινήσει από τη στιγμή υποβολής της αίτησης στη διοικητική αρχή, ακόμη και πριν από την έναρξη της δικαστικής φάσης. Η προσέγγιση αυτή συμφωνεί με την απόφαση OGIS-Institut Stanislas, OGEC Saint-Pie X and Blanche de Castille κ.α. κατά Γαλλίας της 27.5.2004 με αριθ. προσφ. 42219/98 και 54563/00.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αναδρομική νομοθεσία που επηρεάζει εκκρεμείς δίκες. Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε εξετάσει πιο διεξοδικά την καταγγελία υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Η υπόθεση εντάσσεται σε μια σειρά αποφάσεων κατά του Αγίου Μαρίνου που αφορούν δικονομικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των Pasquinelli κ.α. κατά Αγίου Μαρίνου της 29.8.2024 με αριθ. προσφ. 24622/22 και Fabbri κ.α. κατά Αγίου Μαρίνου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 24.9.2024 με αριθ. προσφ. 6319/21. Η τελευταία αυτή απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης αποτέλεσε αντικείμενο σχολίων ως προς την αυστηρότερη προσέγγιση του Δικαστηρίου σχετικά με τις υποχρεώσεις των θυμάτων εγκλημάτων να επιδεικνύουν επιμέλεια κατά τη διεκδίκηση αστικών αξιώσεων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.
Συμπερασματικά, η απόφαση Zafferani αποτελεί χρήσιμη επιβεβαίωση των κριτηρίων που εφαρμόζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της συμβατότητας αναδρομικής νομοθεσίας με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, τονίζοντας τη σημασία της ύπαρξης επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη προσεκτικής εξέτασης από τα δικαστήρια οποιασδήποτε νομοθετικής παρέμβασης σε εκκρεμείς διαφορές.
