ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Προσφυγή- Κρατική Φορολογία- ΕΝ.Φ.Ι.Α. -Με την προσβαλλόμενη πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. προσδιορίστηκε η συνολική αξία της πτωχευτικής περιουσίας πτωχεύσασας εταιρίας και ο οφειλόμενος επ’ αυτής φόρος- Νόμω αβάσιμος ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας συνδίκου περί παραβίασης του άρ. 25 ΠτΚ, που απαγορεύει την έκδοση πράξεων φορολογικής φύσης για στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας , καθότι η απόλυτη απαγόρευση των ατομικών μέτρων των πιστωτών του πτωχού αναφέρεται στην ικανοποίηση υφιστάμενων κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης απαιτήσεων και δεν αφορά αυτές που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο μετά την κήρυξη της πτώχευσης και προέρχονται από την δραστηριότητα του συνδίκου ή συνδέονται με τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, όπως εν προκειμένω η έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α.- Μη παραβίαση του άρ. 78 παρ. 1 Σ με την επιβολή του ΕΝ.Φ.Ι.Α. σε πτωχευτικά ακίνητα λόγω έλλειψης προσόδου εξ’ αυτών, καθώς αντικείμενο φορολογίας δεν είναι μόνο εισόδημα, αλλά μπορεί να είναι αυτοτελώς και τα εμπράγματα δικαιώματα, ακόμη και η κατοχή ακίνητης περιουσίας ως ένδειξης πλούτου, ανεξαρτήτως της αποκόμισης προσόδου από αυτή, ενώ απορριπτέος και ο ειδικότερος ισχυρισμός περί παράλειψης εφαρμογής μηδενικού συντελεστή στα πτωχευτικά ακίνητα, ο οποίος σε κάθε περίπτωση ίσχυσε μόνο για τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής του ΕΝ.Φ.Ι.Α και μόνο για τα φυσικά πρόσωπα, οπότε δεν τίθεται ούτε το ζήτημα παραβίασης της αρχής της φορολογικής ισότητας- Νόμιμη η επιβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α ετησίως, μεταξύ άλλων, και στα πτωχευτικά ακίνητα, ανεξαρτήτως της αδυναμίας διαχείρισης και αξιοποίησής τους από τον πτωχό όσο τελεί υπό πτώχευση, εφόσον στην εκάστοτε κρινόμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η επιβολή του φόρου αυτού, ενόψει και του ύψους του, δεν θα μπορούσε να παρακωλύσει και δεν παρακώλυσε εν προκειμένω τη διαδικασία της πτωχευτικής εκκαθάρισης- Νόμιμη η απόρριψη από τη Δ.Ε.Δ. του ισχυρισμού περί αντίθεσης της επιβολής συμπληρωματικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. στις αρχές της απαγόρευσης διπλής φορολόγησης της ίδιας φορολογητέας ύλης σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια αιτία, καθότι η πρόβλεψη κύριου και, υπό προϋποθέσεις, συμπληρωματικού φόρου, είναι επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα, δεδομένης της ευρείας ευχέρειας, που παρέχεται στον φορολογικό νομοθέτη να διαμορφώνει, κατά την κρίση του, το ισχύον φορολογικό σύστημα, στο πλαίσιο των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων- Μη ανταπόκριση της προσφεύγουσας στο βάρος απόδειξης της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού περί μη νόμιμου υπολογισμού της αξίας του ένδικου ακινήτου της πτωχής εταιρίας σε τιμή υπερδιπλάσια της εμπορικής και αντικειμενικής αξίας του, καθότι η προσφεύγουσα όφειλε ήδη με την ενδικοφανή προσφυγή της προς υποστήριξη του σχετικού λόγου, όχι μόνο να αμφισβητήσει την τιμή αυτή και να προτείνει συγκεκριμένα το ύψος αυτής, αλλά και να προσκομίσει σχετικά έγγραφα τεκμηρίωσης, κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου τέτοια δεν αποτελούν το προσκομισθέν συμβόλαιο κτήσης του εν λόγω ακινήτου, ούτε η απόφαση του Πολιτικού Πρωτοδικείου, που χορήγησε άδεια για την εκποίησή του, καθόσον η τιμή που καθορίστηκε με την απόφαση αυτή είναι εξ ορισμού μειωμένη, για τη διευκόλυνση του εκούσιου πλειστηριασμού και σε κάθε περίπτωση αποτελεί το ελάχιστο τίμημα- Απορρίπτει την προσφυγή
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΙΒ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με δικαστή τη Δήμητρα Παπαευθυμίου, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα τον Κωνσταντίνο Δάρδα, δικαστικό υπάλληλο,
γ ι α να κρίνει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης 29-3-2022 (αριθμός καταχώρισης ΠΡ776/2022),
τ η ς …, δικηγόρου Θεσσαλονίκης (οδός …), ως συνδίκου της τελούσας υπό πτώχευση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «…», η οποία παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 16-4-2024 κατ’ άρθρο 133 παρ.2 του Κ.Δ.Δ., δήλωσή της,
κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της αρχής αυτής, ο οποίος δεν παρέστη.
Το Δικαστήριο αφού μελέτησε την δικογραφία,
Σκέφθηκε κατά το νόμο:
1. Επειδή, με την υπό κρίση προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό αριθμό … δεσμευμένο ηλεκτρονικό παράβολο), η προσφεύγουσα ζητεί, ως ενεργητικώς νομιμοποιούμενη σύνδικος της υπό πτώχευση εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε.» (σχετ. η …/23.12.2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης- διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), να ακυρωθεί, άλλως τροποποιηθεί, η με αριθ. …/7-2-2022 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με την οποία απορρίφθηκε η με αριθ. πρωτ. …/22-10-2021 ενδικοφανής προσφυγή, που άσκησε η προσφεύγουσα, με την ίδια ως άνω ιδιότητα, κατά της από 22-9-2021 πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου του ν. 4223/2013 (ΕΝΦΙΑ) (αρ. δήλωσης …/2021 και αρ. ειδοποίησης …) του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης σε βάρος της υπό πτώχευση εταιρίας. Με την πράξη αυτή, η συνολική αξία της πτωχευτικής περιουσίας της εν λόγω εταιρίας προσδιορίστηκε σε 118.206 ευρώ, και ο οφειλόμενος φόρος στο ποσό των 1.137,63 ευρώ (487,50 ευρώ κύριος φόρος και 650,13 ευρώ συμπληρωματικός φόρος).
2. Επειδή, νομίμως προχώρησε το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του καθ’ ου, το οποίο κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί σε αυτήν (βλ. το από 19-10-2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Σωκράτη Παντελίδη της με αριθ. ΚΛ …/9-10-2023 κλήσης στο καθ’ ου)
3. Επειδή, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στη μεν παράγραφο 1 ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στη δε παράγραφο 5 ότι: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Περαιτέρω, στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ. 1 αυτού, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβαρύνσεως (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι, καταρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με διάφορους τρόπους, περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι συγκεκριμένα η καθολικότητα της επιβαρύνσεως και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευόμενη με τον, κατ’ αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζόμενης φορολογητέας ύλης, που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Κατά την έννοια δε των ίδιων ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφόσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, κατ’ αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα. Από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται επίσης ότι ο νομοθέτης έχει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει εκάστοτε το οικείο φορολογικό σύστημα, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, καθώς και να φορολογεί ή να μη φορολογεί ορισμένη κατηγορία φορολογικών στοιχείων, όπως τα ακίνητα, εκτιμώντας τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες (βλ. Ολ ΣτΕ 532/2015 σκέψη 9 και την παρατιθέμενη στη σκέψη αυτή νομολογία, ΣτΕ 2975/2011, 83, 84/2021 σκέψη 6 κ.α).
4. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του εθνικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση […]». Εξάλλου, το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεώς τους κατ’ εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Όμως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της υπάρξεως αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών. Ως εκ τούτου, επιβολή φορολογικής υποχρεώσεως που συνιστά υπερβολικό βάρος για τα πρόσωπα που βαρύνονται με αυτήν ή κλονίζει ριζικά την οικονομική τους κατάσταση αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ. ΣτΕ 82, 83/2021, 2318/2018, 532/2015 Ολομ., 2564, 2566/2015, 3342-3349/2013 Ολομ., 1972/2012 Ολομ., 2366-2367/2013· ΕΕΔΑ απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ. 15117/89, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87, απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας, αριθμ. 11036/84).
5. Επειδή, ο νόμος 4223/2013 «Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 287), με τον οποίο εισήχθη ο επίδικος φόρος, προβλέπει στα άρθρα 1 έως 3 αυτού, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 1. Αντικείμενο του φόρου. 1. Από το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος επιβάλλεται Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) στα δικαιώματα της παραγράφου 2 του παρόντος, σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή κάθε είδους νομικές οντότητες την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. 2. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. επιβάλλεται στα εμπράγματα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας, της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης και της επιφάνειας επί του ακινήτου. […]. 3. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. ισούται με το άθροισμα του κύριου φόρου επί του κάθε ακινήτου και του συμπληρωματικού φόρου επί της συνολικής αξίας των δικαιωμάτων επί των ακινήτων του υποκειμένου στο φόρο. 4. Τα δικαιώματα επί των οποίων επιβάλλεται ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. ετησίως είναι αυτά που υπάρχουν την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, ανεξάρτητα από μεταβολές που τυχόν επέρχονται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και ανεξάρτητα από τη μεταγραφή του τίτλου κτήσης. 5. Για τον καθορισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. λαμβάνεται υπόψη η πραγματική κατάσταση του ακινήτου. […]. 6.[…]. Άρθρο 2. Υποκείμενο του φόρου. 1. Υποκείμενο του ΕΝ.Φ.Ι.Α. είναι κάθε πρόσωπο ή οντότητα του άρθρου 1, ανάλογα με το δικαίωμα και το ποσοστό του, και ειδικότερα: α) Αυτός που αποκτά δικαίωμα σε ακίνητο από οποιαδήποτε αιτία, από την ημερομηνία σύνταξης του οριστικού συμβολαίου κτήσης ή από την ημερομηνία τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ή καταδικάζεται ο δικαιοπάροχος σε δήλωση βουλήσεως. […]. 2. Υποκείμενο του ΕΝΦΙΑ είναι και: […] (στ) ο σύνδικος της πτώχευσης, για την πτωχευτική ακίνητη περιουσία, διαχωρισμένη από την ατομική του περιουσία [ωστόσο η περίπτωση αυτή είχε ήδη καταργηθεί από 1.1.2017 δυνάμει της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 4474/2017, Α΄ 80, με αποτέλεσμα ο σύνδικος της πτώχευσης κατά την επίδικη χρήση να μην είναι πλέον υποκείμενος στον ΕΝΦΙΑ, να παραμένει όμως υπόχρεος σε υποβολή της δήλωσης ακινήτων στο όνομα του πτωχού] […] 3. Ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολικού ΕΝΦΙΑ που βαρύνει το ακίνητο κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. […] 5. Για το συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ, όπως ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 5, εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 έως και 8 του παρόντος. […]. Άρθρο 3. Απαλλαγές από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. 1. Απαλλάσσονται από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. τα δικαιώματα στα ακίνητα που ανήκουν: […] 2. Απαλλάσσονται από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. και τα δικαιώματα στα ακίνητα για τα οποία: […] 3. Κάθε άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, που αφορά απαλλαγές από φόρους ή τέλη, δεν εφαρμόζεται για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακίνητης Περιουσίας, με εξαίρεση τις συμβάσεις παραχώρησης του Δημοσίου που έχουν κυρωθεί με νόμο μέχρι την κατάθεση στη Βουλή του σχεδίου του παρόντος νόμου εφόσον σε αυτές είχε προβλεφθεί η πλήρης απαλλαγή από φόρους ακίνητης περιουσίας. 4. […] 5. Για το έτος 2014 και για το έτος 2015, ο ΕΝΦΙΑ μειώνεται κατά 20% για τα δικαιώματα σε κύριους χώρους [….] και επαγγελματικών στεγών, όπως κατατάσσονται αυτοί σε κατηγορία κατά την παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 3842/2010 και αναφέρονται στις περιπτώσεις 3.1., 3.2., 4.2., 4.3. και 4.4. των παραγράφων 3 και 4 του ιδίου άρθρου, εφόσον ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου έτους ήταν κενοί και μη ηλεκτροδοτούμενοι. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η διαδικασία χορήγησης της μείωσης και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. 6. […] 7. […] 8. […]. Άρθρο 4. Υπολογισμός του κύριου φόρου. Α. Υπολογισμός του κύριου φόρου για τα κτίσματα 1. Ο κύριος φόρος που αναλογεί στα δικαιώματα επί των κτισμάτων υπολογίζεται με βάση τη γεωγραφική θέση, την επιφάνεια, τη χρήση, την παλαιότητα, τον όροφο και τον αριθμό προσόψεων του κτίσματος. Ειδικότερα: α) Η γεωγραφική θέση του κτίσματος προσδιορίζει την τιμή ζώνης, στην οποία υπάγεται αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α΄43) και των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του. Ανάλογα με την τιμή ζώνης που ισχύει την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, γίνεται κατάταξη του κτίσματος σε αντίστοιχη φορολογική ζώνη (Φ.Ζ.). […] 2. Για τον υπολογισμό του κύριου φόρου, με βάση τα κριτήρια της προηγούμενης παραγράφου, καθορίζονται συντελεστές ως εξής: […] Β. Υπολογισμός κύριου φόρου για οικόπεδα και γήπεδα. Ο κύριος φόρος που αναλογεί στα δικαιώματα επί των γηπέδων εντός σχεδίου πόλης ή οικισμού (οικόπεδα) ή των γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού (γήπεδα) υπολογίζεται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους. […]. Άρθρο 5 Υπολογισμός του συμπληρωματικού φόρου. 1. Στην αξία των δικαιωμάτων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 επιβάλλεται συμπληρωματικός ΕΝ.Φ.Ι.Α, ο οποίος υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων του παρόντος. Η αξία των δικαιωμάτων αυτών υπολογίζεται κατά τα ποσοστά που προκύπτουν από την ανάλογη εφαρμογή των παραγράφων 3 έως και 7 του άρθρου 2. […]. Άρθρο 6 Προσδιορισμός Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων και χρόνος υποβολής δήλωσης. «1. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. προσδιορίζεται με πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου που εκδίδεται από τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄170). 2. Για τον προσδιορισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του έτους 2014 λαμβάνονται υπόψη οι δηλώσεις στοιχείων ακινήτων που προβλέπονται στο άρθρο 23 του ν. 3427/2005 (Α` 312): αα) για τα φυσικά πρόσωπα, οι δηλώσεις των ετών 2005 έως και 2014 και ββ) για τα νομικά πρόσωπα, οι δηλώσεις των ετών 2013 και 2014. […] 3.α. Για τον προσδιορισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α.. κάθε επόμενου του 2014 έτους, λαμβάνεται η δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. με τα στοιχεία των ακινήτων του προηγούμενου έτους με τις μεταβολές που επήλθαν. Για τη σύσταση, απόκτηση και κάθε άλλη μεταβολή στα δικαιώματα της παραγράφου 2 του άρθρου 1, από 1.1.2015 και εφεξής, ο φορολογούμενος υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης στοιχείων ακινήτων εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της σύστασης, απόκτησης και κάθε άλλης μεταβολής στα παραπάνω δικαιώματα […]. Άρθρο 7 Χορήγηση εκπτώσεων και αναστολή πληρωμής φόρου […]….Άρθρο 13 Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις. 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 27 έως και 50 του ν. 3842/2010, με την εξαίρεση του άρθρου 32 του ίδιου νόμου.» Περαιτέρω, το προαναφερόμενο -διατηρηθέν σε ισχύ δυνάμει της τελευταίας ως άνω διατάξεως- άρθρο 32 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) -βλ. σχετ. και το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 4223/2013- ορίζει ότι: «1. [όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο] Ως φορολογητέα αξία των ακινήτων ή των εμπράγματων σε αυτά δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων ορίζεται το γινόμενο που προκύπτει από τις τιμές εκκίνησης ή αφετηρίας, που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του Ν. 1249/1982, όπως ισχύει, όπου εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξίας ακινήτων, επί τους συντελεστές αυξομείωσης, όπως καθορίζονται κατωτέρω ανά είδος ακινήτου ή κτηρίου. Ως Συντελεστής Αξιοποίησης Οικοπέδου (ΣΑΟ), για τον υπολογισμό της φορολογητέας αξίας, λαμβάνεται ο ΣΑΟ που περιλαμβάνεται στις αποφάσεις προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτων (μικρότερος ή μεγαλύτερος), ανεξάρτητα αν ο συντελεστής δόμησης που ισχύει στην περιοχή είναι διαφορετικός. […] 2. Ο εντοπισμός, η κατάταξη ακινήτου σε κατηγορία, καθώς και οι ορισμοί των συντελεστών αυξομείωσης λαμβάνονται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του Ν. 1249/1982, όπως ισχύουν, και από τις υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των εν λόγω άρθρων, εκτός αν από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ορίζεται άλλως. 3. Για τα ακίνητα εντός συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1249/1982, όπως ισχύει, η φορολογητέα αξία προσδιορίζεται ανά κατηγορία ως εξής: 3.1 Η φορολογητέα αξία κατοικίας ή μονοκατοικίας ή διαμερίσματος είναι ίση με το γινόμενο της τιμής της αντίστοιχης ζώνης επί την επιφάνεια της κατοικίας ή μονοκατοικίας ή διαμερίσματος, το συντελεστή πρόσοψης, το συντελεστή ορόφου, το συντελεστή επιφάνειας, το συντελεστή παλαιότητας, τους συντελεστές ειδικών συνθηκών, το συντελεστή συνιδιοκτησίας και το ποσοστό συνιδιοκτησίας αναλόγως του είδους του εμπράγματου δικαιώματος. Σε περίπτωση που στην κατοικία ή μονοκατοικία ή διαμέρισμα δηλώνεται και οικόπεδο, η αξία του ακινήτου προσαυξάνεται και με την αξία του υπολοίπου οικοπέδου, όπως αυτή προσδιορίζεται από την παράγραφο 3.3 του παρόντος άρθρου. […] 3.1.6 […] 3.2 Η φορολογητέα αξία επαγγελματικής στέγης είναι ίση με το γινόμενο της τιμής της αντίστοιχης ζώνης επί τη συνολική επιφάνεια της επαγγελματικής στέγης, το συντελεστή πρόσοψης, το συντελεστή ορόφου, το συντελεστή επιφάνειας, το συντελεστή παλαιότητας, τους συντελεστές ειδικών συνθηκών, το συντελεστή συνιδιοκτησίας και το ποσοστό συνιδιοκτησίας αναλόγως του είδους εμπράγματου δικαιώματος. […] 3.3 Η φορολογητέα αξία οικοπέδου είναι ίση με το γινόμενο του συντελεστή οικοπέδου επί τη συνολική τιμή εκκίνησης οικοπέδου, το συντελεστή πρόσοψης, την επιφάνεια του οικοπέδου, τους συντελεστές ειδικών συνθηκών, το συντελεστή ποσοστού αξίας οικοπέδου, το συντελεστή συνιδιοκτησίας και το ποσοστό συνιδιοκτησίας αναλόγως του είδους εμπράγματου δικαιώματος. […] 4. – 8. […]».
6. Επειδή, εξάλλου, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Με στόχο τη διατήρηση της δηµοσιονοµικής σταθερότητας της χώρας και την εξασφάλιση των δηµοσίων εσόδων, µε τις προτεινόµενες διατάξεις του παρόντος νοµοσχεδίου καταργείται ο φόρος στην ακίνητη περιουσία (Φ.Α.Π.) και θεσπίζεται από 1.1.2014 Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), σε όλα τα ακίνητα της χώρας µε κριτήρια την έκταση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ακινήτου. Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. αποτελεί το άθροισµα του κύριου φόρου επί των ακινήτων και του συµπληρωµατικού φόρου επί της συνολικής αξίας των δικαιωµάτων των ακινήτων, ο οποίος για τα φυσικά πρόσωπα επιβαρύνει µόνο την ακίνητη περιουσία άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ [ήδη 250.000 ευρώ από 1.1.2016 δυνάμει των παραγράφων 1 και 4 άρθρου 50 Ν.4389/2016,ΦΕΚ Α 94/27.5.2016]. Επισηµαίνεται ότι σύµφωνα µε τις ήδη ψηφισθείσες διατάξεις του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α΄ 107) η ισχύς του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ακινήτων (Ε.Ε.Τ.Α.) που ίσχυσε για το έτος 2013, ως συνέχεια του Ε.Ε.Τ.ΗΔ.Ε. (Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούµενων Επιφανειών που ίσχυσε για τα έτη 2011 και 2012) παύει. Τα παραπάνω τέλη στα ακίνητα επιβλήθηκαν για επιτακτικούς λόγους εθνικού συµφέροντος, προκειµένου να καταστεί δυνατή η άµεση µείωση του δηµοσιονοµικού ελλείµµατος µε κριτήριο την καθολικότητα, την αναλογικότητα και την προσφορότητα, ως το λιγότερο επαχθές µέτρο, δεδοµένων των δηµοσιονοµικών του κράτους στη συγκεκριµένη οικονοµική συγκυρία και ως επιβαλλόµενο σε περιουσία, της οποίας η πραγµατική αξία εξαρτάται απολύτως από την επίτευξη των δηµοσιονοµικών στόχων της χώρας και τη σταθερή επιδίωξη για δηµοσιονοµική ανεξαρτησία µε την επίτευξη πρωτογενών πλεονασµάτων. Ο ενιαίος φόρος ιδιοκτησίας των ακινήτων στοχεύει στην καθολική φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, δηλαδή στη φορολόγηση όλων των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια, ανεξαρτήτως της ηλεκτροδότησης ή µη, διευρύνοντας καθοριστικά µε τον τρόπο αυτόν τη φορολογητέα ύλη, µε συνέπεια τη δίκαιη κατανοµή των φορολογικών βαρών στα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες σε όλη τη χώρα.
7. Επειδή, ενόψει όσων παρατέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας τον ΕΝ.Φ.Ι.Α, επιτρεπτώς απέβλεψε, κατά το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, στη φοροδοτική ικανότητα που απορρέει από την κατοχή ακίνητης περιουσίας ως πηγής πλούτου διαφορετικής από το εισόδημα, διότι, κατά τη συνταγματική αυτή διάταξη, αντικείμενο φορολογικής επιβαρύνσεως μπορούν να αποτελέσουν όχι μόνο το εισόδημα αλλά, αυτοτελώς, και η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές (πρβλ. Ολ ΣτΕ 532/2015, 3342/2013). Ως εκ τούτου, ούτε η ύπαρξη προσόδου από το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί κατ’ αρχήν προϋπόθεση ή κριτήριο υπαγωγής στον Φ.Α.Π. ούτε, άλλωστε, η μη συνεκτίμηση, κατά την επιβολή του επίδικου φόρου, της υπάρξεως (ή μη) εισοδήματος από το βαρυνόμενο ακίνητο συνιστά, μόνη αυτή, παράβαση της συνταγματικής αρχής της ίσης, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, επιβαρύνσεως. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή μόνο το εισόδημα μπορεί να αποτελέσει βάση φορολογίας και δείκτη προσδιορισμού της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, δεν ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε, άλλωστε, ανταποκρίνεται στην αρχή της φορολογικής ισότητας η απαλλαγή από την φορολογία κάθε απρόσοδης περιουσίας [πρβλ. ΣτΕ 3342-3349/2013 Ολ.,1972/2012 Ολ. για την επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.˙ πρβλ. επίσης -χωρίς ρητή σκέψη- ΣτΕ 2060, 3037/1990, 264/1989 σχετικά με τον επιβληθέντα με το ν. 1249/1982 φόρο ακίνητης περιουσίας και ΣτΕ (εν συμβουλίω) 282/2019, ΣτΕ 2975/2011, 3028/2009, 3485/2007, 3348-9/2005 7μελ., 2972, 2974/2001 7μελ. σχετικά με το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας του ν. 2459/1997, όπου δεν γίνεται σύνδεση του παραγόμενου από την επιβαρυνόμενη ακίνητη περιουσία εισοδήματος με το επιβαλλόμενο φορολογικό βάρος]. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4223/2013, για τον προσδιορισμό της αξίας της ακίνητης περιουσίας, που αποτελεί αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης, λαμβάνονται υπόψη γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (τιμές εκκίνησης ή αφετηρίας, επιφάνεια ακινήτου, συντελεστές αυξομείωσης κ.λπ. – βλ. αναλυτικά το παρατιθέμενο στην έβδομη σκέψη άρθρο 4 του ν. 4223/ 2013). Με τα δεδομένα αυτά, η επιβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α. δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά τα ανωτέρω διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να διαμορφώνει εκάστοτε το οικείο φορολογικό σύστημα και να καθορίζει τον ενδεδειγμένο τρόπο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογικών στοιχείων και, επομένως, δεν παραβιάζει τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και αρχές (πρβλ. ΟλΣτΕ 532/2015). Διαπιστώνεται πάντως ότι ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. αντιπαραβαλλόμενος με τους προγενέστερους φόρους επί της ακίνητης περιουσίας, ενόψει προφανώς και της χρονικής συγκυρίας υπό την οποία θεσπίστηκε, κατά την οποία η Χώρα τελούσε υπό αυστηρό μνημονιακό καθεστώς, προέβλεψε ευρύτερη φορολογητέα βάση, καθόσον επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση κατοχής ακίνητης περιουσίας που απορρέει, κατ’ αρχήν, από εμπράγματα δικαιώματα, εξαιρετικώς δε από δικαιώματα νομής, οιονεί νομής και κατοχής, καθ’ όμοιο τρόπο με την φορολόγηση κατόχου δυνάμει εμπραγμάτου δικαιώματος, όταν η κατοχή του μαρτυρεί πλούτο ισοδύναμο με εκείνον που απορρέει από κατοχή δυνάμει εμπραγμάτου δικαιώματος (ΣτΕ 508/2021 7μελ. σκ. 12), ενώ η ηλεκτροδότηση (ή μη) του εκάστοτε ακινήτου δεν αποτέλεσε κριτήριο επιβολής του φόρου παρά μόνο λόγο μείωσης αυτού κατά τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής του και μόνο για τα φυσικά πρόσωπα (σχετ. η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 4223/2013).
8. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 41 παρ. 1 και 2 του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ Α΄ 43), όπως οι εν λόγω παράγραφοι ίσχυαν κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 51 παρ.1 Ν.4646/2019 (ΦΕΚ Α 201/12.12.2019) και στο οποίο παραπέμπει το αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη άρθρο 4 του ν. 4223/2013, όσον αφορά τον κύριο φόρο, αλλά και το άρθρο 5 του ιδίου νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του ν. 3842/2010, όσον αφορά τον συμπληρωματικό φόρο, όριζε ότι: «Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται ή αποκτώνται με οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες εκ των προτέρων κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ` είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, αγροτικό ακίνητο και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως ποιότητα κατασκευής, παλαιότητα, θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο, της πολυκατοικίας για τα διαμερίσματα, εμπορικότητα δρόμου, ύπαρξη παταριού ή υπογείου για τα καταστήματα, καλλιεργητική αξία, τουριστική ή παραθεριστική σημασία για τα αγροτεμάχια και άλλα. 1Α. Συνιστάται Επιτροπή για τη σύνταξη εισήγησης για τη διαμόρφωση των ζωνών και των συντελεστών αυξομείωσης των τιμών εκκίνησης (εφεξής Επιτροπή), η οποία αποτελείται…. Έργο της Επιτροπής είναι η εισήγηση προς τον Υπουργό Οικονομικών σχετικά με τη διαμόρφωση των ζωνών και των συντελεστών αυξομείωσης των τιμών εκκίνησης. Το Αυτοτελές Τμήμα Εκτιμήσεων και Προσδιορισμού Αξιών Ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών εισηγείται προς την Επιτροπή τη διαμόρφωση των ζωνών και τους συντελεστές αυξομείωσης των τιμών εκκίνησης και παρέχει στοιχεία και υποστήριξη προς την Επιτροπή για την αποτελεσματική εκπλήρωση του έργου της. Η Επιτροπή δύναται να ζητά α) τη συνδρομή ή τη συμμετοχή οποιουδήποτε άλλου δημοσίου ή ιδιωτικού φορέα ή προσώπου, με εμπειρία και ειδικές γνώσεις για την ολοκλήρωση του έργου της και β) τη χορήγηση μη προσωποποιημένων στοιχείων από το ΤΕΕ, την Τράπεζα της Ελλάδος και τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), τα οποία παρέχονται υποχρεωτικώς χωρίς την επίκληση απορρήτου….. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συγκροτείται η Επιτροπή, ορίζονται τα μέλη της και ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Επιτροπής, καθορίζονται οι συντελεστές αυξομείωσης και η διαμόρφωση ζωνών των περιοχών που είναι ενταγμένες ή πρόκειται να ενταχθούν στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξιών ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη και τη γνώμη του αρμόδιου δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 261 του ν. 3852/2010 (Α`87), η οποία παρέχεται εντός δεκαπέντε ημερών.1Β. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ανατίθεται σε πιστοποιημένους εκτιμητές, εγγεγραμμένους στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών στο πεδίο των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών, η σύνταξη εισήγησης για τον καθορισμό των τιμών εκκίνησης και καθορίζεται η μεθοδολογία, η τεκμηρίωση και η μορφή των εισηγήσεων, ο χρόνος ολοκλήρωσης του έργου τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια….. Οι εισηγήσεις των εκτιμητών κατατίθενται ηλεκτρονικά σε βάση δεδομένων που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Στην ίδια βάση δεδομένων καταχωρίζεται η γνώμη του αρμόδιου δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 261 του ν. 3852/2010 (Α` 87). 1Γ. Συνιστάται Επιτροπή Ελέγχου, η οποία αποτελείται …..Έργο της Επιτροπής Ελέγχου είναι η αξιολόγηση και ο έλεγχος των προβλεπόμενων στην απόφαση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1Β αναφορικά με τις εισηγήσεις των πιστοποιημένων εκτιμητών, η αντιμετώπιση προβλημάτων, κενών και αποκλίσεων και κάθε άλλου συναφούς θέματος, καθώς και η εισήγηση στον Υπουργό Οικονομικών για τον καθορισμό των τιμών εκκίνησης. Το Αυτοτελές Τμήμα Εκτιμήσεων και Προσδιορισμού Αξιών Ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών παρέχει υποστήριξη προς την Επιτροπή Ελέγχου για την αποτελεσματική εκπλήρωση του έργου της. Σε περίπτωση αδυναμίας προσδιορισμού των τιμών εκκίνησης με βάσει τα ανωτέρω στοιχεία η Επιτροπή Ελέγχου δύναται: α) να εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών την ανάθεση σύνταξης εισήγησης σε πιστοποιημένο εκτιμητή, εγγεγραμμένο στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών στο πεδίο των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών, β) να ζητεί τη συνδρομή οποιουδήποτε άλλου φορέα ή προσώπου με εμπειρία και ειδικές γνώσεις στον τομέα αξιών ακινήτων και γ) να ζητεί τη χορήγηση μη προσωποποιημένων στοιχείων από το ΤΕΕ, την Τράπεζα της Ελλάδος και τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΑΑΔΕ, τα οποία παρέχονται υποχρεωτικώς, χωρίς την επίκληση απορρήτου. Τα μέλη της Επιτροπής και οι εμπειρογνώμονες που λαμβάνουν γνώση των ανωτέρω στοιχείων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους υποχρεούνται να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συγκροτείται η Επιτροπή Ελέγχου, ορίζονται τα μέλη της, μετά από πρόταση των αρμόδιων υπηρεσιών, και καθορίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη λειτουργία της. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι τιμές εκκίνησης μετά από εισήγηση της Επιτροπής Ελέγχου, λαμβάνοντας υπόψη και τη γνώμη του αρμόδιου δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 261του ν. 3852/2010 (Α` 87), η οποία παρέχεται εντός δεκαπέντε ημερών. Με όμοια απόφαση ανατίθεται η σύνταξη εισήγησης σε πιστοποιημένο εκτιμητή, εγγεγραμμένο στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών στο πεδίο των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α` του τρίτου εδαφίου, καθώς και η αμοιβή του.». Κατ’ εξουσιοδότηση δε της τελευταίας διάταξης βάσει της ως άνω ειδικής διοικητικής διαδικασίας που θεσπίστηκε με αυτή εκδόθηκε η απόφαση 1113/12.6.2018 της Υφυπουργού Οικονομικών. Περαιτέρω, το ίδιο αυτό άρθρο 41 του ν. 1249/1982 ορίζει στην παρ. 6, η οποία προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 14 του ως άνω ν. 1473/1984, ότι: «Σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας, ο φορολογούμενος αναγράφει στην οικεία φορολογική δήλωση την κατά τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενη αξία τους, με βάση την οποία βεβαιώνεται ο φόρος που αναλογεί. Αν ο υπόχρεος σε φόρο θεωρεί την προκαθορισμένη αξία μεγαλύτερη από την αγοραία έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, να ζητήσει με προσφυγή τον προσδιορισμό της αξίας από το αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο. Αν ασκηθεί προσφυγή, ο Οικονομικός Έφορος διενεργεί έλεγχο για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου και συντάσσει σχετική έκθεση, αντίγραφο της οποίας κοινοποιεί στο φορολογούμενο 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στην έκθεση του άρθρου 82 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας […]».
9. Επειδή, οι εκδιδόμενες βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο) υπουργικές αποφάσεις περί καθορισμού των τιμών εκκίνησης, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, ως κανονιστικές πράξεις, ελέγχονται από την άποψη της τήρησης των όρων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της (βλ. ΣτΕ 2019-2020/2012 επταμ., 1024/2013 επταμ.,ΣτΕ 2334,2337/2016 επταμ., 171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ. κ.ά.). Εξάλλου, η τήρηση ή μη από τη Διοίκηση των όρων που θέτουν οι ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις ή που συνάγονται από αυτές μπορεί να προκύπτει είτε από την ίδια την προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη είτε από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία συγκαταλέγονται, ιδίως, οι προπαρασκευαστικές της έκδοσής της πράξεις (βλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ., 170-171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ. κ.ά.).
10. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, η φορολογούμενη ύλη, όπως η περιουσία, δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική (βλ. λ.χ. ΣτΕ Ολομ. 29/2014, Ολομ. 4003/2014, Ολομ. 2563/2015, Ολομ. 2564/2015, 884/2016 επταμ., 2334-2337/2016 επταμ., 170-171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ.). Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 θεσπίστηκε αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού (βλ. ΣτΕ Ολομ. 4003/2014), δηλαδή στην ελάχιστη εύλογη αξία αγοραπωλησίας που θα συμφωνούσαν δύο καλά ενημερωμένοι και επιμελείς συναλλασσόμενοι, που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους (βλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ., 170-171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ. κ.ά.). Η αξία αυτή ανάγεται μεν σε μια υποθετική/δυνητική συναλλαγή, αλλά αφορά στη πραγματική αξία του ακινήτου στην αγορά, η οποία επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα υπόκειται σε φόρο (επί της περιουσίας). Συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση της παραγράφου 3 του άρθρου 46 του ν. 4509/2017, παρέχουν στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για προσδιορισμό των τιμών εκκίνησης υπό τον παραπάνω όρο ότι δηλαδή ο τρόπος καθορισμού τους εγγυάται επαρκώς ότι η φορολογούμενη αξία της ακίνητης περιουσίας είναι πραγματική και όχι πλασματική (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 4003/2014, 3833/2014 επταμ., 2334-2337/2016 επταμ., 170-171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων του ν. 1249/1982 και του ν. 4509/2017, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 6 του ν. 2130/1993 και των άρθρων 4 και 5 του ν. 4223/2013 [οι οποίες παραπέμπουν στις οριζόμενες βάσει του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 τιμές εκκίνησης/ζώνης, για τον υπολογισμό του ΤΑΠ και του (κύριου και συμπληρωματικού) ΕΝΦΙΑ], ερμηνευόμενων υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να διενεργείται με βάση ενιαία (για το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), διαφανή, αρκούντως ορισμένη, πρόσφορη και επιστημονικά άρτια μεθοδολογία, ώστε να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυα ορθού καθορισμού της φορολογούμενης αξίας των ακινήτων τους και να τηρείται από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης το ίσο μέτρο (γνωμοδοτικής και αποφασιστικής) κρίσης (πρβλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ., 170-171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ. κ.ά.). Η τοιαύτη ειδική μέθοδος, η υιοθέτηση της οποίας προβλέπεται, άλλωστε, στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής που περιλαμβάνεται στην από 14.05.2014 επιστολή προθέσεων της Ελληνικής Πολιτείας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (βλ. σελ. 9 της επιστολής αυτής, που είναι δημοσιευμένη στον ιστοχώρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), πρέπει, ιδίως, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την κοινώς γνωστή αλλά και σημειούμενη στις σχετικές ετήσιες εκθέσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, καθώς και στο ανωτέρω Πόρισμα της Ομάδας Εργασίας του Υπουργείου Οικονομικών (υπό στοιχ. ΙΙΙ.Β.1.), παρατεταμένη ύφεση της αγοράς ακινήτων στην Ελλάδα, συνεπεία της οικονομικής κρίσης και της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με νέους φόρους, από το 2010 και μετά (πρβλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ., 170-171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ. κ.ά.). Η μεθοδολογία αυτή μπορεί να περιέχει και επάλληλες ή επικουρικές μεθόδους υπολογισμού των τιμών εκκίνησης, ώστε να προκρίνεται και να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκείνη που παρίσταται ως η (πλέον) πρόσφορη και ικανή να οδηγήσει σε αξιόπιστο/ασφαλές αποτέλεσμα, ενόψει των ειδικότερων συνθηκών και δεδομένων εκάστης ζώνης/περιοχής. Δεδομένου, δε, ότι ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας των ακινήτων είναι η τοποθεσία τους, ο κανονιστικός ορισμός των αντικειμενικών αξιών πρέπει, κατά την έννοια των προεκτεθεισών εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 και του άρθρου 46 παρ. 3 του 4509/2017, ερμηνευόμενων ενόψει των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, να γίνεται κατόπιν συνεκτίμησης (διενεργούμενης κατ’ εφαρμογή της προαναφερόμενης ειδικής μεθόδου) συγκεκριμένων, περιλαμβανόμενων στο διοικητικό φάκελο, πρόσφορων και επίκαιρων στοιχείων για την πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων στη σχετική ζώνη ή, σε περίπτωση αιτιολογημένης διαπίστωσης της ανυπαρξίας τέτοιων στοιχείων, με συνεκτίμηση ανάλογων υφιστάμενων στοιχείων για τις όμορες/γειτονικές ζώνες ή για άλλες ζώνες που κρίνονται αιτιολογημένα ότι παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες όσον αφορά την αγορά ακινήτων (πρβλ. ΣτΕ 2334-2337/2016 επταμ., ΣτΕ 170-171/2017 επταμ., 683/2017 επταμ. κ.ά.). Επομένως, σε τέτοια περίπτωση, η πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., η οποία ερείδεται στην ισχύουσα (κανονιστικώς ορισθείσα με υπουργική απόφαση) τιμή ζώνης, προσβάλλεται με έννομο συμφέρον από τον φορολογούμενο (όχι στο σύνολό της, αλλά μόνον) κατά το μέρος της εκείνο που στηρίζεται σε τιμή ζώνης υπερβαίνουσα την τιμή (ανά τ.μ.) η οποία αντιστοιχεί στην πραγματική αγοραία αξία του ακινήτου. Ενόψει των προεκτεθέντων, οι διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 6 του ν. 1249/1982 και 4 παρ. 1 και 2 του ν. 4223/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 65 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, ΦΕΚ Α΄ 170), που εφαρμόζονται και επί του ΕΝ.Φ.Ι.Α. (άρθρο 2 περ. γ΄ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας) και θεσπίζουν τα περί ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής, έχουν την έννοια ότι, εφόσον ισχύει η οικεία κανονιστική ρύθμιση περί τιμής ζώνης (προϋπόθεση που συντρέχει, εάν δεν έχει ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας η ρύθμιση αυτή ή η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί σε νέα, επίκαιρη, ρύθμιση), στην οποία ερείδεται η πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., ο φορολογούμενος, ο οποίος επιδιώκει να αποστεί από την τεκμαρτή αξία που ορίζει η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους του ΕΝ.Φ.Ι.Α. που οφείλει, δεν αρκεί να αμφισβητήσει με την ενδικοφανή και, περαιτέρω, με την ένδικη προσφυγή του τη νομιμότητα της ως άνω κανονιστικής ρύθμισης περί τιμής ζώνης των ακινήτων στην περιοχή στην οποία βρίσκεται η περιουσία του, αλλά (ανεξαρτήτως εάν ισχυρίζεται ότι η τιμή ζώνης δεν καθορίσθηκε εξ αρχής ορθώς ή ότι δεν συνάδει πλέον με τις τρέχουσες τιμές, λόγω μεταβολής των συνθηκών της αγοράς, ή ότι δεν ανταποκρίνεται στις ειδικές συνθήκες του συγκεκριμένου ακινήτου του- βλ. ΣτΕ 1357/2018 7μ., πρβλ. ΣτΕ 2810/2017 7μ., 4003/2014 Ολ.) βαρύνεται να προβάλει, με συγκεκριμένο ισχυρισμό, ότι η εφαρμοσθείσα τιμή ζώνης είναι (ουσιωδώς) μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία τιμή του ακινήτου του, καθώς και να διατυπώσει συγκεκριμένο αίτημα ως προς το ύψος στο οποίο πρέπει να καθορισθεί η επίμαχη αγοραία αξία, συνοδευόμενο, μάλιστα, από έγγραφα στοιχεία τεκμηρίωσής της, δεδομένου ότι, σε τέτοια περίπτωση, αντικείμενο της διοικητικής (ενδικοφανούς) διαδικασίας και της αντίστοιχης διοικητικής δίκης είναι ο προσδιορισμός της αμφισβητούμενης αγοραίας αξίας του ακινήτου και, συνακόλουθα, του φόρου ο οποίος αναλογεί κατά τον νόμο στην αξία αυτή. Αν ο φορολογούμενος παραλείψει να ανταποκριθεί στο ανωτέρω βάρος, η ενδικοφανής προσφυγή του είναι απορριπτέα, ως αόριστη και αναπόδεικτη, ενώ, περαιτέρω, απορρίπτεται και η σχετικώς ασκηθείσα προσφυγή του κατά της (σιωπηρής ή ρητής) απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής του (βλ. ΣτΕ 1357/2018 7μ.).
11. Επειδή, εξάλλου, ο εφαρμοστέος κατά τον επίδικο χρόνο κήρυξης σε πτώχευση της εν λόγω εταιρείας (2010) Πτωχευτικός Κώδικας (εφεξής «ΠτΚ»), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3588/2007 (ΦΕΚ Α΄ 153/10.7.2007), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο [πριν την κατάργησή του με το ν. 4738/2020, ΦΕΚ Α΄ 207, από 1.3.2021 δυνάμει των άρθρων 265 παρ. 1 και 208 του νόμου αυτού], όριζε στο άρθρο 1 [Σκοπός της πτώχευσης] ότι: «Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρησής του», στο άρθρο 7 [Απόφαση] ότι: «1. Με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή δικαστή και σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. Ορίζει ημέρα, ώρα και τόπο όπου οι πιστωτές θα συνέλθουν ενώπιον του εισηγητή σε συνέλευση για σύνταξη πίνακα εικαζόμενων πιστωτών και εκλογή της επιτροπής πιστωτών και ορίζει τον τρόπο δημοσιότητας. Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο ορίζει ημερομηνία σύγκλησης της συνέλευσης των πιστωτών για να αποφασίσει με βάση την έκθεση του συνδίκου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 70 […]», στο άρθρο 11 [Σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας] ότι: «1. Ο γραμματέας των πτωχεύσεων γνωστοποιεί αμέσως στον σύνδικο της πτώχευσης τη διάταξη της απόφασης για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. […]», στο άρθρο 16 [Πτωχευτική Περιουσία] ότι: «1. Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. […] 5. Στην πτωχευτική περιουσία δεν περιλαμβάνεται η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Κατ` εξαίρεση, τόκοι και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και παρεπόμενες αξιώσεις ή δικαιώματα και αν ακόμη γεννώνται ή αναπτύσσονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εφόσον προέρχονται από ενοχή ή κύριο δικαίωμα που υπήρχε πριν την κήρυξη της πτώχευσης.», στο άρθρο 17 [Πτωχευτική απαλλοτρίωση] ότι: «1. Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περιουσίας του (πτωχευτική απαλλοτρίωση), την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς την σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου. Η πτώχευση θεωρείται ότι έχει κηρυχθεί από την έναρξη της ημέρας κατά την οποία δημοσιεύεται η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση στο ακροατήριο. […]. 3. Η πτωχευτική απαλλοτρίωση αίρεται σε όσες περιπτώσεις ο παρών κώδικας προβλέπει. 4. Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά την κήρυξη της πτώχευσης σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ’ εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευτικής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος.», στο άρθρο 21 [Πτωχευτικός πιστωτής] ότι: «1. Πτωχευτικοί πιστωτές είναι εκείνοι που κατά την κήρυξη της πτώχευσης έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση […] 2. Ο πτωχευτικός πιστωτής μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεων του μόνο μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας, εκτός εάν στον παρόντα κώδικα ορίζεται διαφορετικά.», στο άρθρο 25 [Αναστολή των ατομικών καταδιώξεων] ότι: «1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26 [που περιέχει ρυθμίσεις για τους ενέγγυους πιστωτές], από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες», στο άρθρο 52 [Τα όργανα της πτώχευσης] ότι: «Τα όργανα της πτώχευσης είναι: το πτωχευτικό δικαστήριο, ο εισηγητής, ο σύνδικος, η συνέλευση των πιστωτών και η επιτροπή πιστωτών», στο άρθρο 60 [Διατάξεις του Εισηγητή] ότι: «1. Ο εισηγητής με διάταξή του παρέχει τις προβλεπόμενες από τον παρόντα κώδικα άδειες και αποφασίζει […] σε κάθε άλλη περίπτωση που έχει αρμοδιότητα κατά τον παρόντα κώδικα. 2 […]», στο άρθρο 68 [Αποσφράγιση – απογραφή] ότι: «1. Ο σύνδικος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από το διορισμό του και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον ειρηνοδίκη την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της. […] 3. Μόλις περατωθεί η απογραφή, τα βιβλία και τα λοιπά έγγραφα, τα χρεόγραφα, εμπορεύματα, τα χρήματα και όλα τα πράγματα γενικά της πτώχευσης παραδίδονται στον σύνδικο, ο οποίος βεβαιώνει την παράδοση επί του εγγράφου της εκθέσεως απογραφής, […]», στο άρθρο 69 [Ενημέρωση εισηγητή] ότι: «Ο σύνδικος, με βάση τα στοιχεία της απογραφής και όσα άλλα έχει στη διάθεσή του, υποβάλλει προς τον εισηγητή το συντομότερο ειδική αναφορά για την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας και περί του τρόπου συνέχισης των εργασιών της πτώχευσης», στο άρθρο 70 [Έκθεση του συνδίκου] ότι: «1. Ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στη συνέλευση των πιστωτών έκθεση σχετικά με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και των αιτίων της πτώχευσης, τις προοπτικές διατήρησης της επιχείρησης, εν όλω ή εν μέρει, τις δυνατότητες βιωσιμότητάς της και υπαγωγής του οφειλέτη σε σχέδιο αναδιοργάνωσης και τις κατά περίπτωση προβλεπόμενες συνέπειες ως προς την ικανοποίηση των πιστωτών. 2. […]», στο άρθρο 73 [Είσπραξη απαιτήσεων – κατάθεση και ανάληψη χρημάτων] ότι: «1. Ο σύνδικος επιμελείται για την είσπραξη των απαιτήσεων της πτώχευσης. Ανοίγει ειδικό έντοκο λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα στο όνομα του τελούντος σε πτώχευση οφειλέτη και στον οποίο λογαριασμό γίνεται ρητή και εμφανής αναφορά ότι ο οφειλέτης τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, όπου καταθέτει τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό του οφειλέτη ή εισπράχθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. […] 2. […] 3. Ο ειδικός λογαριασμός κινείται από τον σύνδικο μόνο μετά από άδεια του εισηγητή. […]», στο άρθρο 76 [Εξέταση εμπορικών βιβλίων – Ισολογισμός] ότι: «1. Ο σύνδικος εξετάζει τα εμπορικά βιβλία και λοιπά στοιχεία του οφειλέτη και προσκαλεί αυτόν να αναγνωρίσει το περιεχόμενό τους, να βεβαιώσει την κατάστασή τους, να δώσει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία και να παρίσταται κατά το κλείσιμο βιβλίων. […]», στο άρθρο 84 [Τρόπος εξακολούθησης των εργασιών της πτώχευσης] ότι: «1. Μετά το πέρας των επαληθεύσεων, ο εισηγητής, εντός είκοσι (20) ημερών, υποχρεούται να συγκαλέσει τη συνέλευση των πιστωτών που αποφασίζει αν πρέπει να συνεχιστεί από τον σύνδικο η άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας της επιχείρησης του οφειλέτη ή ορισμένων κλάδων της για ορισμένο χρονικό διάστημα, αν πρέπει να εκμισθωθεί σε τρίτο η επιχείρηση ως σύνολο ή αν πρέπει να εκποιηθεί η επιχείρηση ως σύνολο ή να γίνει ρευστοποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων της χωριστά […] 3. Τη σχετική απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών επικυρώνει με πράξη του ο εισηγητής, εφόσον συμφωνεί […]», στο άρθρο 89 [Πρόσκληση για αναγγελία] ότι: «1. Ο οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδικο κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαιτήσεων τους, με κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεση του. 2. Ο σύνδικος οφείλει αμέσως να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πιστωτές που είναι γνωστής διαμονής, κατοικίας ή έδρας από τα στοιχεία της πτώχευσης και τους καλεί να αναγγείλουν την απαίτησή τους και να καταθέσουν […] τα έγγραφά τους στον γραμματέα των πτωχεύσεων και τις προθεσμίες εντός των οποίων υποχρεούνται σε αναγγελία και επαλήθευση των απαιτήσεών τους, και επισημαίνει τις συνέπειες από την παράλειψη ή το εκπρόθεσμο της αναγγελίας της κατάθεσης των εγγράφων ή της επαλήθευσης των απαιτήσεων […]», στο άρθρο 90 [Προθεσμία αναγγελίας] ότι: «1. […] 3. Ο σύνδικος, μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας, οφείλει να καταρτίσει πίνακα όλων των αναγγελθέντων πιστωτών, […] σημειώνοντας το ύψος της κάθε απαίτησης, αν αυτή συνοδεύεται από κάποιο προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια και τη σειρά κατάταξης της […]», στο άρθρο 91 [Τύπος και περιεχόμενο της αναγγελίας] ότι: «1. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον γραμματέα των πτωχεύσεων. 2. […]», στο άρθρο 93 [Πώς γίνεται η επαλήθευση] ότι: «1. Η επαλήθευση των απαιτήσεων διενεργείται από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή […]», στο άρθρο 132 [Γενική διάταξη] ότι: «1. Μετά την ολοκλήρωση της εξέλεγξης των πιστώσεων και εφόσον δεν επιτεύχθηκε η αποδοχή ή η επικύρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης του οφειλέτη ή αυτή ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, η πτώχευση βρίσκεται στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών. 2. Κατά το στάδιο αυτό ο σύνδικος προβαίνει στη ρευστοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και στη διανομή του προϊόντος αυτής στους πιστωτές είτε με την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου είτε με την εκποίηση των επί μέρους στοιχείων αυτής, καθενός χωριστά ή ομαδικά, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις.», στο άρθρο 153 [Πίνακας διανομής] ότι: «1. Ο σύνδικος συντάσσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση πίνακα διανομής […]. Ο πίνακας συντάσσεται με βάση τις επαληθευθείσες απαιτήσεις […]», στο άρθρο 154 [Γενικά προνόμια] ότι: «Μετά από την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας […] και των τυχόν ομαδικών πιστωμάτων, οι πιστωτές κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά: […] ε) Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο […]», στο άρθρο 164 [Γενικά] ότι: «Η πτώχευση περατώνεται, με την επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης (άρθρο 125 παράγραφος 2), με την εκποίηση όλων των στοιχείων του ενεργητικού της, καθώς και με την παύση των εργασιών της, είτε για έλλειψη ενεργητικού είτε λόγω της παρόδου του χρόνου που ορίζεται στο άρθρο 166 παράγραφος 3», στο άρθρο 166 [Παύση των εργασιών της πτωχεύσεως] ότι: «1. Αν οι εργασίες της πτωχεύσεως δεν μπορούν να εξακολουθήσουν, λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από έκθεση του εισηγητή και αφού ακούσει τον σύνδικο και την επιτροπή πιστωτών, μπορεί, μετά από αίτηση του οφειλέτη, πιστωτή ή του συνδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να κηρύξει την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως. 2. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 περατώνεται η πτώχευση, αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του. Οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα και παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και του εισηγητή. Τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μετά πάροδο μηνός από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 1. 3. Μετά παρέλευση δέκα (10) ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα αποτελέσματα της παραγράφου 2», στο άρθρο 181 [Καταργούμενες διατάξεις] ότι: «Με την επιφύλαξη της διάταξης του επόμενου άρθρου, από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, καταργούνται: α) […] στ) οι διατάξεις του ΚΕΔΕ περί αναγκαστικής εκτέλεσης επί της περιουσίας του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, […] και ι) κάθε άλλη διάταξη που αναφέρεται σε αντικείμενο που ρυθμίζεται από τον παρόντα κώδικα και αντιβαίνει στις διατάξεις αυτού». Εξάλλου, στην εισηγητική έκθεση επί του σχεδίου νόμου, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «[…] 2. Ο Πτωχευτικός Κώδικας εισάγει νέες ρυθμίσεις […]. Ως σύστημα ρυθμίσεων επιδιώκει: α) […] γ) την ισότιμη μεταχείριση των πιστωτών που έχουν την ίδια θέση […] 3. Δύο είναι οι βασικοί πυλώνες των ρυθμίσεων του νέου Πτωχευτικού Κώδικα: Πρώτος, η εισαγωγή ενός «ενιαίου συστήματος» εκκαθάρισης και αναδιοργάνωσης με υπαγωγή τους ενιαίως στον θεσμό της πτώχευσης […] Δεύτερος, η αυτορρύθμιση της πτώχευσης κατά το διαδικαστικό και ουσιαστικό της περιεχόμενο, με αναβάθμιση της αυτονομίας των πιστωτών και των άλλων εμπλεκομένων […] Η λεγόμενη συλλογικότητα της άσκησης και εφαρμογής των δικαιωμάτων στην πτώχευση από τους πιστωτές δεν περιορίζει, όμως, την εποπτεία, ως προς τη νομιμότητα της διαδικασίας, της δικαστικής αρχής. Ουσιαστικό και διαδικαστικό δίκαιο της πτώχευσης συνδέονται λειτουργικά. Και τα δύο δομούνται και διαμορφώνονται πάνω στην ίδια κατάσταση, την αδυναμία του οφειλέτη να ικανοποιήσει τους πιστωτές του. Και τα δύο κυριαρχούνται από την αρχή της “αυτονομίας των πιστωτών”. Η πτώχευση, ως θεσμός του εμπορικού δικαίου και όχι του δικονομικού δικαίου, με φύση αναγκαστικού δικαίου, αν και εποπτευόμενος από την Πολιτεία, λόγω των πολλαπλών εμπλεκόμενων συμφερόντων και της σημασίας του για την οικονομία καθόλου, χαρακτηρίζεται από συλλογικότητα δράσης των πιστωτών κατά την πραγμάτωση του δικαίου της πτώχευσης και την ικανοποίησή τους με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της σύμπραξής τους σε κοινωνία ζημίας […]».
12. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1101/2017 7μελ., 2311, 2986/2017, 2096/2018 7μελ.), σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες ως οργανωμένο και αυτοτελές σύστημα κανόνων δικαίου, ρυθμίζουν κατά τρόπο αυστηρό, λεπτομερειακό και εξαντλητικό τον τρόπο αντίδρασης της έννομης τάξης στο (νομικό) γεγονός της οικονομικής πτώσης του οφειλέτη, ενόψει όχι μόνο της σημασίας του για την οικονομία αλλά και των πολλαπλών εμπλεκομένων συμφερόντων, η προάσπιση του συλλογικού συμφέροντος των πτωχευτικών πιστωτών αναδεικνύεται από το νόμο σε κεντρικής σημασίας στόχο του πτωχευτικού δικαίου, αυτόν δε, μεταξύ άλλων, υπηρετούν τόσο ο κανόνας του αποχωρισμού από τον οφειλέτη της πτωχευτικής του περιουσίας και η ανάθεση της εξεύρεσης, διαφύλαξης και διατήρησής της στον σύνδικο, ενεργούντος άλλοτε κατά την κρίση του και άλλοτε σύμφωνα προς όσα αποφασίσει η ομάδα των πιστωτών ή η δικαστική αρχή, προς όφελος του συνόλου των πτωχευτικών πιστωτών, όσο και η αρχή της στέρησης του δικαιώματος ασκήσεως ατομικής διώξεως κατά του οφειλέτη, που αφορά (πλην των ανωτέρω εξαιρέσεων) όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και, επομένως, και το Δημόσιο. Οι πτωχευτικοί πιστωτές οργανώνονται σε κοινωνία ζημίας χωρίς να μπορούν να δράσουν ελεύθερα και αυτόνομα και τα όργανα της πτώχευσης (με κύριο το σύνδικο) φροντίζουν για την κατά το δυνατόν σύμμετρη ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη (ή ενδεχομένως και μέσω της οικονομικής του επιβίωσης). Ειδικότερα, από τις παραπάνω διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο σύνδικος έχει δικαίωμα και ταυτόχρονα υποχρέωση να λάβει στη νομή και κατοχή του το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας (ή σε περίπτωση αρνήσεως παράδοσης αυτής από τον οφειλέτη, να προβεί και σε εκτέλεση, με βάση την απόφαση κήρυξης σε πτώχευση, κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.), να εισπράττει απαιτήσεις, να προβαίνει σε συντηρητικές πράξεις (π.χ. διακοπή παραγραφής) και δικαστικές ενέργειες, να εγγράφει υποθήκες εκ του νόμου υπέρ της ομάδας των πιστωτών, να προβαίνει σε συμβιβασμούς και εκποιήσεις αντικειμένων υποκείμενων σε φθορά. Η δε «γενικής φύσεως αρχή» περί άρσης των ατομικών διώξεων αποκλείει, μεταξύ άλλων, την έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως ή την εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, ήτοι πράξεων που αντιστρατεύονται ευθέως τη συλλογικότητα της δράσεως που χαρακτηρίζει την πτώχευση και οδηγούν εξ ορισμού σε παρεμπόδιση του έργου και των αρμοδιοτήτων των οργάνων της πτωχευτικής διαδικασίας. Ωστόσο, στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω αρχής, σύμφωνα με το γράμμα της διάταξης του προαναφερθέντος άρθρου 25 του ΠτΚ που την προβλέπει, εμπίπτουν αποκλειστικά οι «πτωχευτικές απαιτήσεις» in abstracto (εν δυνάμει) [εκτός από τις ενέγγυες], στις οποίες συγκαταλέγονται οι οφειλές του πτωχού που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την κήρυξη της πτώχευσης (και οι φορολογικές), ανεξαρτήτως βεβαίωσής τους, η είσπραξη των οποίων μπορεί να γίνει αποκλειστικά μέσω της συλλογικής πτωχευτικής διαδικασίας, κατά την παραδοσιακή διάκριση των ειδών των χρεών του πτωχού οφειλέτη (η οποία ήδη τυποποιήθηκε και νομοθετικά στο άρθρο 96 του ήδη ισχύοντος από 1.3.2021 Πτωχευτικού Κώδικα –ν. 4738/2020-) σε αντιδιαστολή προς τις οφειλές του πτωχού που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο μετά την κήρυξη της πτώχευσης και προέρχονται από τη δραστηριότητα του συνδίκου ή συνδέονται με τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, όπως είναι οι οφειλές από ΕΝΦΙΑ που επιβάλλεται επί ακινήτων της πτωχευτικής περιουσίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ομαδικά χρέη (άλλως ομαδικά πιστώματα) και ικανοποιούνται τόσο από την πτωχευτική όσο και από τη μεταπτωχευτική περιουσία και μάλιστα με γενικό προνόμιο κατά προτεραιότητα από το προϊόν ρευστοποίησης του ενργητικού της πτωχευτικής περιουσίας (πρβλ. ΣτΕ 2096/2018 7μελ., σκέψη 12). Τα ομαδικά δε χρέη (ή πιστώματα) διακρίνονται και από τα μεταπτωχευτικά χρέη προς το Δημόσιο, τα οποία δημιουργούνται μεν μετά την κήρυξη της πτώχευσης (όπως τα ομαδικά), αλλά είτε γεννώνται από τη δραστηριότητα του πτωχού οφειλέτη ασχέτως με τη διαδικασία της πτώχευσης είτε γεννώνται το πρώτον με την έκδοση διαπλαστικού χαρακτήρα καταλογιστικών πράξεων (όπως επί παραδείγματι είναι τα πρόστιμα για παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, πρβλ. ΣτΕ 2021/2010, ΣτΕ 2311/2017 συγκλίνουσα γνώμη στη σκέψη 11), ως εκ τούτου δε ικανοποιούνται αμιγώς από τη μεταπτωχευτική του περιουσία και κατά συνεκδοχή ομοίως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα.
13. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «… Α.Ε.» (μετά την αλλαγή επωνυμίας της εταιρείας «… ΑΕ») κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, κατόπιν σχετικής αίτησης της ίδιας, δυνάμει της …/23.12.2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης αυτής (ήτοι από 23.12.2010). Οριστική σύνδικος αυτής διορίστηκε, κατόπιν αποδοχής του διορισμού της από 12-1-20211, η …, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, η οποία εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά της (σχετ. η …/15-4-2024 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης – Τμήμα Πτωχεύσεων). Η ανωτέρω εταιρεία διέθετε ακίνητη περιουσία κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, η οποία δηλώθηκε από την προσφεύγουσα σύνδικο για λογαριασμό της εν λόγω πτωχής εταιρείας. Όπως προκύπτει από την πράξη διοικητικού προσδιορισμού του επίδικου φόρου με ημερομηνία 22-9-2021 (αρ. δήλωσης …/2021 και αρ. ειδοποίησης …) κατά τον επίδικο χρόνο (2021) είχε απομείνει στην πτωχεύσασα εταιρία η κυριότητά σε ένα (1) πτωχευτικό ακίνητο. Το ακίνητο αυτό δεν είχε εντωμεταξύ εκποιηθεί με τη διαδικασία του εκούσιου πλειστηριασμού, όπως είχε δοθεί σχετική άδεια από το πτωχευτικό δικαστήριο δυνάμει της …/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) κατά μεταρρύθμιση της …/2016 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ ακολούθως, με τις με αριθ. …/2019 και …/2021 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μεταρρυθμίστηκε η με αριθ. …/2017 απόφαση και μειώθηκε ακόμη περισσότερο η τιμή πρώτης προσφοράς για το παραπάνω ακίνητο). Συγκεκριμένα, με την …/2017 απόφαση είχε χορηγηθεί στη σύνδικο της εν λόγω εταιρείας άδεια εκποίησης, με τις διατυπώσεις του εκούσιου πλειστηριασμού, συνολικά (έντεκα) 11 ακινήτων. Από τα ακίνητα αυτά προκύπτει ότι εντωμεταξύ εκποιήθηκαν όλα πλην του εξής ακινήτου: ενός υπόγειου χώρου, εμβαδού 109,45 τ.μ., που βρίσκεται σε οικοδομή, κτισμένη σε οικόπεδο, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 218,48 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση 232,92 τ.μ. επί της οδού … αρ. 46 και ήδη 42 στην … Θεσσαλονίκης με πρόσοψη επί της οδού …. Αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 6% εξ αδιαιρέτου (αρ. ταυτότητας ακινήτου …), με προσδιορισθείσα αξία 118.206,00 ευρώ δυνάμει της προαναφερθείσας πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου ΕΝΦΙΑ έτους 2021 του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης. Κατά της καταλογιστικής αυτής πράξης, η προσφεύγουσα σύνδικος άσκησε τη με αριθ. πρωτ. …/22-10-2021 ενδικοφανή προσφυγή προβάλλοντας τα εξής: α) Η υπαγωγή των πτωχευτικών ακινήτων σε φόρο ακίνητης περιουσίας συνιστά κατάφωρη παραβίαση των άρθρων 17 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος, της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης, διότι μόνο η κυριότητα των ακινήτων αυτών δεν συνεπάγεται και αντίστοιχη φοροδοτική ικανότητα. Επιπλέον, λόγω της πτώχευσης αφενός τα ακίνητα αυτά δεν συνδέονται με την απόκτηση εισοδημάτων (ήτοι δεν είναι προσοδοφόρα) και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν με οποιοδήποτε τρόπο, αφετέρου δεν υπάρχει η ανάλογη ρευστότητα που να επιτρέπει την πληρωμή των φόρων αυτών λόγω της αδυναμίας πωλήσεως των πτωχευτικών ακινήτων εν γένει εξαιτίας της κρίσης στην αγορά ακινήτων, β) η επιβολή του επίδικου φόρου αντίκειται στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, γ) η έκδοση της καταλογιστικής πράξης ΕΝΦΙΑ έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 21 και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007), βάσει των οποίων αποκλείεται η έκδοση πράξεων φορολογικής φύσης και η εκτέλεσή τους, που αφορούν φόρους που ανάγονται σε χρόνο μετά την κήρυξη της σε πτώχευση, δ) ο ν. 4223/2013 τυγχάνει αντισυνταγματικός και αντίθετος στην ΕΣΔΑ, καθόσον δεν προβλέπει μηδενικό συντελεστή για τα απρόσοδα και ιδίως τα μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, ε) Ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ συνιστά διπλή φορολόγηση της ίδιας φορολογητέας ύλης κατά παράβαση της αρχής της φορολογικής ισότητας (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος) και στ) Η αξία του δηλωθέντος ακινήτου, όπως αναφέρεται στην επίδικη καταλογιστική πράξη, βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος, είναι εσφαλμένη, καθόσον είναι υπερδιπλάσια της αντικειμενικής, ενώ με τη …/2021 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά μεταρρύθμιση των προηγούμενων αποφάσεών του …/2017 και …/2019, προσδιόρισε την αντικειμενική αξία του ακινήτου σε 44.436,70 ευρώ και χορήγησε άδεια εκποίησής του με τιμή πρώτης προσφοράς 18.000,00 ευρώ. Το σύνολο των ισχυρισμών της προσφεύγουσας συνδίκου της τελούσας υπό πτώχευση εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε.» απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της ΔΕΔ. Ειδικότερα, με αυτήν κρίθηκε, καταρχάς, ότι ο ΕΝΦΙΑ επιτρεπτώς σύμφωνα με το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, αποβλέπει στη φοροδοτική ικανότητα που απορρέει από την κατοχή της ακίνητης περιουσίας ως φορολογητέας ύλης, διαφορετικής από το εισόδημα, δεδομένου ότι αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης μπορεί να αποτελέσει αυτοτελώς και η περιουσία (ΣτΕ 1972/2012, 3343/2013). Επιπρόσθετα, κατά την κρίση του Προϊσταμένου της ΔΕΔ, η ύπαρξη προσόδου δεν αποτελεί προϋπόθεση ή κριτήριο υπαγωγής στον ΕΝΦΙΑ, ούτε η μη ύπαρξη εισοδήματος από το βαρυνόμενο ακίνητο συνιστά από μόνη της παράβαση της συνταγματικής αρχής της φορολογικής ισότητας, ενόψει και της ευχέρειας του νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο κατά την εκτίμησή του φορολογικό σύστημα προς επιβολή και είσπραξη των φορολογικών επιβαρύνσεων (ΣτΕ 2975/2011, 693/2011, 91/2011, 3028/2009, 2438/2009, 3485/2007 κ.α.). Επιπλέον, ο ισχυρισμός της συνδίκου ότι ο συμπληρωματικός φόρος ΕΝΦΙΑ συνιστά διπλή φορολόγηση απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ο εν λόγω φόρος δεν είναι αυτοτελής, αλλά τμήμα της συνολικής επιβάρυνσης του ΕΝΦΙΑ. Περαιτέρω, ως προς την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, μη πρόβλεψη κάποιας έκπτωσης στον φόρο για τα μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, διότι, η μη ηλεκτροδότησή τους αποδεικνύει, κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι είναι απρόσοδα, ο Προϊστάμενος της ΔΕΔ έκρινε ότι ο ν. 42213/2013 είχε σχετική πρόβλεψη, αλλά μόνο για τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής του ΕΝΦΙΑ (2014 και 2015). Τέλος, σχετικά με την αμφισβήτηση της φορολογητέας αξίας του επίδικου ακινήτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η διοίκηση υποχρεούτο να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 4 του νόμου περί ΕΝΦΙΑ (ν. 4223/2013), όπως είχαν τροποποιηθεί με το άρθρο 126 παρ. 1 του ν. 4549/2018, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 περί αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων και την ισχύουσα κατά το επίδικο έτος (2020) ΥΑ περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών (ΠΟΛ 1113/2018). Ενόψει τούτων και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ΠΟΛ 1094/2010 (άρθρο 32) που αφορούσε τον προισχύσαντα ΦΑΠ, με την προσβαλλόμενη κρίθηκε ότι οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων της πτωχής εταιρίας, όπως υπολογίστηκαν από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. βάσει φύλλων αντικειμενικών αξιών δύνανται να διαφέρουν από εκείνες που υπολογίστηκαν από την Α.Α.Δ.Ε. για την επιβολή του ΕΝ.ΦΙ.Α.
14. Επειδή, ήδη με την κρινόμενη προσφυγή και το νομίμως κατατεθέν στις 16-4-2024 υπόμνημα, η προσφεύγουσα σύνδικος ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης του Προϊσταμένου της ΔΕΔ επαναφέροντας όλους τους ισχυρισμούς, που είχε προβάλλει με την ενδικοφανή προσφυγή. Ειδικότερα, προβάλλει, καταρχάς, ότι η επίδικη καταλογιστική πράξη ΕΝΦΙΑ αντιβαίνει στο άρθρο 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), το οποίο προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών εις βάρος του πτωχού, μεταξύ των οποίων και την απαγόρευση έκδοσης πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσης για στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. Προς ενίσχυση του εν λόγω ισχυρισμού, η προσφεύγουσα επικαλείται την έκδοση της …/2019 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα ΙΕ Μονομελές) επί αντίστοιχης προσφυγής της ίδιας σχετικά με τον ΕΝΦΙΑ έτους 2014, καθώς και των …/2020, …/2019 και …/2020 αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί ισάριθμων αντίστοιχων προσφυγών σχετικά με τον ΕΝΦΙΑ ετών 2015, 2016 και 2017, αντίστοιχα. Με τις αποφάσεις αυτές, τις οποίες προσκομίζει, κρίθηκε ότι κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα μη νομίμως εκδόθηκαν σε βάρος της εν λόγω πτωχής εταιρείας οι πράξεις διοικητικού προσδιορισμού ΕΝΦΙΑ ετών 2014, 2015, 2016 και 2017, καθόσον πρόκεινται για πράξεις φορολογικής φύσης που αφορούν χρόνο μεταγενέστερο αυτού της κήρυξης της πτώχευσης (ως ημερομηνία παύσης πληρωμών έχει ορισθεί η 23.12.2010), χωρίς εντωμεταξύ να έχει κηρυχθεί η παύση των εργασιών της πτώχευσης. Μάλιστα στην περίπτωση αυτή ο λόγος περί παραβίασης του άρθρου 25 του ΠτΚ δεν είχε προβληθεί ευθέως ούτε με το δικόγραφο της αντίστοιχης προσφυγής, αλλά συνήχθη το πρώτον από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καθ’ ερμηνεία του λόγου που αφορούσε το σκοπό της πτώχευσης, ο οποίος συνίσταται αποκλειστικά στην ικανοποίηση των πιστωτών από την εκποίηση της υπάρχουσας πτωχευτικής περιουσίας καθιστώντας ως εκ τούτου τη φορολόγηση των πτωχευτικών ακινήτων παράνομη. Ακολούθως δε, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με τη με αριθ. …/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας έφεσης κατά της με αριθ. …/2019 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα ΙΕ Μονομελές) επικύρωσε την κρίση της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Επίσης, προσκομίστηκαν οι ΓΠ 1404/2021, 1402/2021 βεβαιώσεις της Γραμματείας του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη άσκησης ενδίκων μέσων κατά των …/2019 και …/2020 αποφάσεων μέχρι την 20.1.2021, ενώ από την έρευνα του Δικαστηρίου στο ΟΣΔΔΥΔ προκύπτει ότι δεν έχει ασκηθεί έφεση ούτε κατά της 8141/2020 απόφασης.
15. Επειδή, ως προς τον ανωτέρω ισχυρισμό, και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων (ΣτΕ 291-292/2018, 2567/2017, 619/1992, ΔεφΘεσ 2349/2018), το Δικαστήριο κρίνει, καταρχάς, ότι δε δεσμεύεται από τις κρίσεις των ήδη εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων επί των αντίστοιχων προσφυγών της συνδίκου της εν λόγω υπό πτώχευση εταιρείας που αφορούν την επιβολή ΕΝΦΙΑ για διαφορετικά έτη. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη (βλ. σκέψη 12) αναφορικά: α) με το πεδίο εφαρμογής της άρθρου 25 του ΠτΚ για την αναστολή των ατομικών διώξεων και β) με τη διάκριση των χρεών του πτωχού σε πτωχευτικά, μεταπτωχευτικά και ομαδικά πιστώματα, κρίνει ότι κατά την γραμματική ερμηνεία του ισχύοντος, εν προκειμένω, άρθρου 25 του ΠτΚ, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3588/2007 (Α΄ 153), η απόλυτη απαγόρευση των ατομικών μέτρων των πιστωτών του πτωχού αναφέρεται στην ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων, υφιστάμενων δηλ. κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης και δεν αφορά τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο μετά την κήρυξη της πτώχευσης και προέρχονται από την δραστηριότητα του συνδίκου ή συνδέονται με τα στοιχεία τη πτωχευτικής περιουσίας, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση με την έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το έτος 2021. Διαφορετική ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως του Πτωχευτικού Κώδικα θα οδηγούσε, εν προκειμένω, στη μη εφαρμογή του ν. 4223/2013, του οποίου οι ρυθμίσεις δεν εξαιρούν τα πτωχευτικά ακίνητα από την επιβολή φόρου επί της ακίνητης περιουσίας (ΔΕφΘεσ.573/2024). Ενόψει τούτων, η φορολογική δεν κωλύονταν εν προκειμένω να εκδώσει την επίδικη καταλογιστική πράξη, απορριπτομένου ως νόμω αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της προσφεύγουσας
16. Επειδή, περαιτέρω, η προσφεύγουσα επαναφέρει τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας επιβολής του ΕΝΦΙΑ εν γένει (άρθρα 78 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 17 του Συντάγματος), καθώς και περί παραβίασης της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη ότι δεν οφείλεται ΕΝΦΙΑ ακίνητα, που ανήκουν σε πτωχευτική περιουσία. Περαιτέρω, εξειδικεύοντας τον ισχυρισμό, επικαλείται την παράλειψη πρόβλεψης μηδενικού συντελεστή φόρου για τα μη ηλεκτροδοτούμενα πτωχευτικά ακίνητα ως κατά τεκμήριο απρόσοδα. Αντιθέτως, το καθ’ ου, στην από 4-4-2024 έκθεση απόψεών του, ζητεί την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού ισχυριζόμενο ότι ο επίδικος φόρος θεσπίστηκε στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να διαμορφώνει εκάστοτε το οικείο φορολογικό σύστημα και να καθορίζει τον ενδεδειγμένο τρόπο φορολόγησης, λαμβανομένου υπόψη ότι αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης μπορεί να αυτοτελώς και η περιουσία, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη εισοδήματος (προσόδου) από το βαρυνόμενο ακίνητο. Εξάλλου, για τον καταλογισμό του ισχύουν γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, ενώ ο νομοθέτης δεν κωλύεται να εισάγει νέες ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν για την φορολόγηση των ακινήτων, εφόσον αυτό επιχειρείται κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται επιβάρυνση για τους φορολογουμένους. Ενόψει των ανωτέρω ισχυρισμών, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όσα παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη στις σκέψεις 6 και 7 σχετικά με το πλαίσιο, εντός του οποίου επιβλήθηκε ο επίδικος φόρος, κρίνει εν πρώτοις ότι δεν παραβιάζεται εν προκειμένω το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος λόγω έλλειψης προσόδου από τα πτωχευτικά ακίνητα, καθόσον, όπως βασίμως ισχυρίζεται το καθ’ ου, αντικείμενο φορολογίας δεν είναι μόνο εισόδημα, αλλά μπορεί να είναι αυτοτελώς και τα εμπράγματα δικαιώματα, ακόμη και η κατοχή ακίνητης περιουσίας ως ένδειξης πλούτου, ανεξαρτήτως της αποκόμισης προσόδου από αυτή (ΣτΕ 508/2021 7μελ.). Με το ίδιο σκεπτικό είναι απορριπτέος και ο ειδικότερος ισχυρισμός της προσφεύγουσας περί παράλειψης εφαρμογής μηδενικού συντελεστή στα πτωχευτικά ακίνητα, ο οποίος σε κάθε περίπτωση ίσχυσε μόνο για τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής του ΕΝ.Φ.Ι.Α και μόνο για τα φυσικά πρόσωπα, όπως αναφέρει το καθ’ ου, οπότε δεν τίθεται ούτε το ζήτημα παραβίασης της αρχής της φορολογικής ισότητας. Ανεξαρτήτως, πάντως, τούτου, στο μεν άρθρο 3 του ν. 4223/2013 προβλέπονται απαλλαγές από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α., στο δε άρθρο 7 του ίδιου νόμου προβλέπονται εκπτώσεις από τον φόρο αυτόν, αν διαπιστώνεται οικονομική αδυναμία πληρωμής της συνολικής οφειλής για το οικείο έτος, αναλόγως της γενικής οικονομικής κατάστασης του υποκειμένου του φόρου, καθώς επίσης και μειώσεις από τον ίδιο φόρο, ανάλογα με τη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας του υπόχρεου, γίνεται, δηλαδή, μια στοιχειώδης σύνδεση του εν λόγω φόρου τόσο με τα εισοδήματα του υποκειμένου του φόρου όσο και με την έκταση της ακίνητης περιουσίας του. Ο τρόπος δε και το εύρος της προκείμενης σύνδεσης συνιστά καταρχήν ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, που υπόκειται μόνο σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΣτΕ 2307/2014 Ολομ., 668/2012 Ολομ.). Εξάλλου, γενικότερα από τις αναλυτικώς παρατιθέμενες στη σκέψη 5 διατάξεις του ν. 4223/2013 σχετικά με το αντικείμενο και το υποκείμενο του φόρου, τις προβλεπόμενες απαλλαγές και εκπτώσεις, τον τρόπο προσδιορισμού της αξίας της ακίνητης περιουσίας, που αποτελεί αντικείμενο της επίδικης φορολογικής επιβάρυνσης, με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (τιμές εκκίνησης ή αφετηρίας, επιφάνεια ακινήτου, συντελεστές αυξομείωσης κ.λπ), αλλά και την προοδευτικότητα του συμπληρωματικού φόρου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α. δεν παραβιάζει την αρχή της φορολογικής ισότητας, ούτε την προστατευόμενη εμπιστοσύνη των φορολογουμένων παρά την καταρχήν διεύρυνση της φορολογητέας βάσης προς αντιμετώπιση των δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών της Χώρας, η οποία προκρίθηκε από το νομοθέτη λόγω της συγκυρίας αυτής στα πλαίσια της ευχέρειας που διαθέτει να διαμορφώνει το φορολογικό σύστημα (πρβλ. ΟλΣτΕ 532/2015). Συνεπώς, καταρχήν, νομίμως επιβάλλεται ΕΝΦΙΑ ετησίως, μεταξύ άλλων, και στα πτωχευτικά ακίνητα, ανεξαρτήτως της αδυναμίας διαχείρισης και αξιοποίησής τους από τον πτωχό όσο τελεί υπό πτώχευση, εφόσον στην εκάστοτε κρινόμενη περίπτωση, όπως και στην παρούσα, προκύπτει ότι η επιβολή του φόρου αυτού, ενόψει και του ύψους του, δεν θα μπορούσε να παρακωλύσει και δεν παρακώλυσε εν προκειμένω τη διαδικασία της πτωχευτικής εκκαθάρισης. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από το γεγονός ότι κατόπιν των παραπάνω αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με τις οποίες είχε χορηγηθεί στη σύνδικο άδεια εκποίησης έντεκα (11) ακινήτων, μέχρι την έκδοση της επίδικης καταλογιστικής πράξης, είχαν εκποιηθεί δέκα (10) από τα έντεκα (11) ακίνητα, ενώ ήδη έχει εκποιηθεί και το επίδικο ακίνητο. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται επίσης και από το γεγονός ότι ήδη μετά την τροποποίηση των παρ. 3 και 4 του άρθρου 54 Α του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170) με το άρθρο 13 του ν. 4474/2017 (Α΄80/7.6.2017, με έναρξη ισχύος από 1.1.2017) δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση για την εκποίηση των πτωχευτικών ακινήτων η επισύναψη στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., όταν αυτή δεν είναι δυνατή, ενώ ταυτόχρονα προβλέπεται η δυνατότητα παρακράτησής του από το συνολικό τίμημα της αγοραπωλησίας, διότι σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4474/2017 προκρίθηκε η ανάγκη διευκόλυνσης της σταδιακής εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας.
17. Επειδή, επιπλέον, προβάλλεται ότι η επιβολή του συμπληρωματικού φόρου ΕΝ.ΦΙ.Α. αντίκειται στις αρχές της απαγόρευσης διπλής φορολόγησης της ίδιας φορολογητέας ύλης σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια αιτία και της ισότητας των φορολογουμένων. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, το καθ’ ου στην έκθεση απόψεών του υποστηρίζει ότι ο επιβαλλόμενος συμπληρωματικός φόρος δεν αποτελεί ξεχωριστό αυτοτελή φόρο, αλλά τμήμα της συνολικής επιβάρυνσης του ΕΝΦΙΑ, η οποία καθορίζεται με κριτήριο τη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας, ήτοι με βάση τη φοροδοτική ικανότητα κάθε φορολογούμενου, ενώ παραβίαση της φορολογικής ισότητας θα αποτελούσε η ίδια φορολόγηση όλων όσων κατέχουν ακίνητη περιουσία ανεξάρτητα από την αξία της. Εξάλλου, κατά το καθ’ ου, η αποφυγή της διπλής φορολόγησης δεν συνιστά συνταγματική επιταγή. Λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς αμφοτέρων των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κύριος και συμπληρωματικός ΕΝ.ΦΙ.Α. δεν διαχωρίζονται ως αυτοτελή και διακεκριμένα ποσά καίτοι υπολογίζονται σε διαφορετική βάση, για το λόγο δε αυτό εξάλλου και το εκκλητό των σχετικών διαφορών καθορίζεται από το άθροισμά τους (ΔΕφΘεσ 579/2019). Σε κάθε ,πάντως, περίπτωση η διπλή φορολόγηση του ιδίου αντικειμένου δεν αποκλείεται στο εσωτερικό της Χώρας από καμία συνταγματική διάταξη ή άλλη γενική αρχή, όπως βασίμως ισχυρίζεται το καθ’ ου (πρβλ. ΣτΕ 2566/2015 Ολ., σκέψη 18).Συνακόλουθα, η πρόβλεψη κύριου και, υπό προϋποθέσεις, συμπληρωματικού φόρου (με την καθιέρωση προοδευτικών συντελεστών, ανάλογα με το ύψος της συνολικής αξίας των δικαιωμάτων, επί των βαρυνομένων με τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. ακινήτων, αφού ο νομοθέτης αποβλέπει στη διαφορετική οικονομική δυνατότητα συμβολής στα δημόσια βάρη), είναι επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα, δεδομένης της ευρείας ευχέρειας, που παρέχεται στον φορολογικό νομοθέτη να διαμορφώνει, κατά την κρίση του, το ισχύον φορολογικό σύστημα, στο πλαίσιο των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων, κατά τα προαναφερθέντα. Συνεπώς, ο προσδιορισμός του συμπληρωματικού φόρου, με την ένδικη πράξη, σε βάρος της εν λόγω πτωχής εταιρείας, δεν συνιστά διπλή φορολόγηση του ιδίου αντικειμένου (βλ. ΔΕφΚομ 22/2021, ΔΕφΑθ 2691/2019, ΔΕφΘεσ 2340/2019), όπως βασίμως προβάλλει το καθ’ ου και ως εκ τούτου νομίμως απορρίφθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΕΔ ο εν λόγω ισχυρισμός της προσφεύγουσας.
18. Επειδή, τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αξία του ένδικου ακινήτου της πτωχής εταιρίας υπολογίσθηκε μη νομίμως σε τιμή, που είναι υπερδιπλάσια της εμπορικής και της αντικειμενικής τιμής της. Επίσης, κατά τους ισχυρισμούς της, η προσδιορισθείσα από τη φορολογική αρχή τιμή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την αξία, που καθορίστηκε με την …/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία), με την οποία ορίστηκε ως τιμή πρώτης προσφοράς για την εκποίησή του, το ποσό 18.000 ευρώ (κατόπιν περαιτέρω μείωσης της τιμής που είχε προσδιορισθεί με την …/2019 απόφαση). Όπως δε, προσθέτει η προσφεύγουσα με το υπόμνημά της, το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε στις 29-9-2023 διά του προσκομισθέντος με αριθ. …/29-9-2023 ηλεκτρονικού πλειστηριασμού πτωχευτικού ακινήτου, που διενεργήθηκε από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης … αντί του τιμήματος των 8.805 ευρώ, αφού προηγήθηκαν τρεις άγονοι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί και εκτιμήσεις της αξίας του ακινήτου στο τέλος του 2023 από δύο πιστοποιημένους εκτιμητές ακινήτων, οι εκθέσεις των οποίων ελήφθησαν υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς αυτού και η μέση τιμή αυτών ανήλθε στο ποσό των 14.500 ευρώ. Το καθ’ ου, στην έκθεση απόψεών του, αντιτείνει ότι βάση υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ αποτελούν οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 και τις κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις περί αναπροσαρμογής τους, διαφοροποιημένες σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4223/2013 για την επιβολή του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ένεκα των διακριτών σκοπών που επιδιώκει ο φόρος αυτός. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει εν πρώτοις υπόψη ότι ειδικά για το επίδικο έτος (2021) για τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. ίσχυαν οι τιμές εκκίνησης που αναπροσαρμόστηκαν με την εκδοθείσα υπουργική απόφαση (ΠΟΛ) 1113/2018 (βλ. σκέψη 8). Η Υπουργική αυτή απόφαση που αναπροσάρμοσε τις τιμές εκκίνησης που ήδη προβλέπονταν στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 της με αριθμ. 1067780/82/Γ0013/09.06.1994 (Β΄ 549) απόφασης Υπουργού Οικονομικών οι οποίες είχαν καθοριστεί με τις με αριθ. πρωτ. ΠΟΛ.1009/18-01-2016 (Β΄ 48), ΠΟΛ.1128/10-08-2017 (Β΄ 2894), ΠΟΛ.1163/31-10-2017 (Β΄ 3882), ΠΟΛ.1180/22-11-2017 (Β΄ 4317), ΠΟΛ.1181/22-11-2017 (Β΄ 4317), αποφάσεις, όπως αυτές ίσχυαν, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των εντός σχεδίου πόλης ή ορίων οικισμού ακινήτων, καταρχήν ελέγχεται παρεμπιπτόντως σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 9, εφόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτή έχει ακυρωθεί κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως για τις συγκεκριμένες ζώνες που ανήκουν τα επίδικα ακίνητα (βλ. σχετικά με άλλες ζώνες ακινήτων τις ΣτΕ 2620/2019 7μελ., ΣτΕ 1866/2019 7μελ.). Ωστόσο, ενόψει όσων έγιναν δεκτά στη σκέψη 10, η προσφεύγουσα όφειλε ήδη με την ενδικοφανή προσφυγή της προς υποστήριξη του σχετικού λόγου, με τον οποίο επιδιώκεται να μην εφαρμοστεί η προκύπτουσα από την παραπάνω κανονιστική ρύθμιση τεκμαρτή αξία των επίδικων ακινήτων για τον προσδιορισμό του αναλογούντος φόρου, όχι μόνο να αφισβητήσει την τιμή αυτή και να προτείνει συγκεκριμένα το ύψος αυτής, αλλά και να προσκομίσει σχετικά έγγραφα τεκμηρίωσης. Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου τέτοια δεν αποτελούν το προσκομισθέν συμβόλαιο κτήσης του εν λόγω ακινήτου, ούτε η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που χορήγησε άδεια για την εκποίησή του, καθόσον η τιμή που καθορίστηκε με την απόφαση αυτή είναι εξ ορισμού μειωμένη, όπως άλλωστε ζητήθηκε από την ίδια, για τη διευκόλυνση του εκούσιου πλειστηριασμού και σε κάθε περίπτωση αποτελεί το ελάχιστο τίμημα. Για τους ίδιους λόγους, για την αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού της προσφεύγουσας, δεν αρκεί και η κατακύρωση του εν λόγω ακινήτου αντί του τιμήματος των 8.805 ευρώ. Άλλωστε, το προσκομισθέν φύλλο υπολογισμού αξίας επαγγελματικής στέγης και αποθηκών μη νομίμως προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και πρωτίστως για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ανεξάρτητα δε από το γεγονός αυτό, το εν λόγω φύλλο υπολογισμού αφενός αναφέρεται στην αξία των επίδικων ακινήτων τον Ιούνιο του 1994, αφετέρου αφορά καταρχήν σε άλλη φορολογία και εφαρμόζεται κατά παραπομπή του άρθρου 4 του ν. 4223/2013 και για τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α., πλην, όμως, τούτο δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την απόλυτη ταύτιση μεταξύ των αξιών των ακινήτων που προσδιορίζονται σε κάθε φορολογία χωριστά. Συνακόλουθα, η προσφεύγουσα παρέλειψε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να ανταποκριθεί στο ανωτέρω βάρος απόδειξης της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού, οπότε νομίμως αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της ΔΕΔ (βλ. ΣτΕ 1357/2018 7μ.). Τέλος, μη προβαλλόμενου κάποιου άλλου λόγου με την κρινόμενη προσφυγή το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη καταλογιστική πράξη ΕΝΦΙΑ έτους 2020 νομίμως εκδόθηκε σε βάρος της εν λόγω υπό πτώχευση εταιρείας και αντίστοιχα νομίμως απορρίφθηκε η ενδικοφανής προσφυγή της συνδίκου της εταιρείας αυτής με την προσβαλλόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της ΔΕΔ.
19. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, μη προβαλλομένου άλλου λόγου με την προσφυγή, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και το καταβληθέν παράβολο πρέπει να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ.). Τέλος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου (άρθρο 275 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κ.Δ.Δ.)
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την κρινόμενη προσφυγή.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει την προσφεύγουσα από τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 30-4-2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΕΥΘΥΜΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΑΡΔΑΣ
