Αριθμός 896/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ν. Η. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 560/2024 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε” και δ.τ “ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε”, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπουτσάκη.
Το Β’ Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 25.7.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Η κρινόμενη, από 25-07-2024 αίτηση του κατηγορουμένου Ν. Η. του Α., κατοίκου … (οδός …), για αναίρεση της με αριθμ. 560/05-04-2024 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ’ εξακολούθηση και, συγκεκριμένα, ενέργειας του ηλεκτρισμού με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αξίας άνω των 120.000,00 ευρώ, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ορισθέντος με την από 10-07-2024 συνημμένη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 29-07-2024, με αριθμ. πρωτ. 5384/29-07-2024, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την, από 10-07-2024, καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, 474 παρ. 1, και άρθρο 168 παρ.1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι α) στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρ. 510 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ), β) στην εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινική διάταξης (άρθρ. 510 παρ. 1 Ε ΚΠοινΔ), και γ) στην υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 Θ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων αυτής, παρούσας και της πολιτικώς ενάγουσας, εδρεύουσας στην Αθήνα, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.” και το διακριτικό τίτλο “Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.”, νόμιμα εκπροσωπούμενη. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 512 παρ. 1 γ` του ΚΠΔ , όπως η παρ. 1 αυτού ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 113 του ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α` 30/23-2-2024) με έναρξη ισχύος 1-5-2024 (άρθρο 138 παρ.1 ιδίου νόμου) -που είναι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, ενόψει του χρόνου (01-10-2024) που έλαβε χώρα η κλήτευση της πολιτικώς ενάγουσας- “Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους διαδίκους που έχουν δικαίωμα να ακουστούν σε σχέση με τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλουν οι αναιρετικοί λόγοι, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 – 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του”. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο υποστηρίζων την κατηγορία (πολιτικώς ενάγων, με τον προϊσχύσαν), νόμιμα παρίσταται στον Άρειο Πάγο, προκειμένου να ακουστεί σε σχέση με τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλουν οι αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους ο κατηγορούμενος υποστηρίζει τη μη ενοχή του και την εξάλειψη του αξιοποίνου, εφόσον αυτός νόμιμα απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε, ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή, ακόμη και αν δεν παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε, όμως, νόμιμα παραστεί πρωτοδίκως (ΑΠ 790/2024, ΑΠ 112/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής : Νόμιμα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.” και διακριτικό τίτλο “ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ”, παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα στην ένδικη δίκη, που ανοίχθηκε με την παραπάνω από 25-07-2024 δήλωση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της με αριθμ. 560/05-04-2024 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ο κατηγορούμενος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, που τέλεσε αυτός σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “ΔΕΗ Α.Ε.”, της οποίας η παρασταθείσα είναι καθολική διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 123 του ν. 4001/2011. Και, τούτο, ανεξάρτητα του ότι δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατά τις διατάξεις των άρθρων 502 παρ. 1 και 588 παρ. 3 ΚΠοινΔ, υποχρέωσε τον κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 44,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκάλεσε στη δικαιοπάροχό της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “ΔΕΗ Α.Ε.”, λόγω μείωσης του κύρους και της φήμης αυτής, όπως της είχε επιδικαστεί με την εκκαλούμενη με αριθμ. 1095/11-03-2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εφόσον η πολιτικώς ενάγουσα νόμιμα απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου πρωτοδίκως και δεν αποβλήθηκε, ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή, προκειμένου να ακουστεί για τους λόγους που αφορούν αυτήν.
ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 374 περ. ε’ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 372 παρ. 1α’ του ΠΚ, περί διακεκριμένης κλοπής, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, η κλοπή, δηλαδή η εκ μέρους του δράστη αφαίρεση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα (άρθ. 372 παρ. 1 α’ ΠΚ) “Τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) … β) … γ) … δ) … ε) … ή αν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ “, ενώ κατά την ίδια διάταξη (άρθρ. 374) του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ “η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: α) … β) … ή γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ”. Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η νομοτυπική μορφή της πράξης της κλοπής όταν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ δεν έχει αλλάξει, αφού και πάλι κλοπή διαπράττει όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, πλην όμως το άρθρο 374 ε ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης προβλέπει επιεικέστερη ποινική μεταχείριση του δράστη από την αντίστοιχη του νέου ΠΚ, κατά την οποία η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή (ΑΠ 384/2023, ΑΠ 1298/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 2 ΠΚ “Κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ενέργεια του ηλεκτρισμού, του ατμού και κάθε άλλη ενέργεια”. Από τις διατάξεις αυτές, δια των οποίων προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από τον δράστη, με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ` αυτόν, αυτογνωμόνως, χωρίς τη συναίνεση του έχοντος δικαίωμα επ` αυτού ιδιοκτήμονος, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφιστάμενης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ` αυτού κατοχής από τον δράστη ή τρίτον με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Αποτελεί δε κλοπή και η καθ` οιονδήποτε τρόπο αφαίρεση ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της. Τέτοια κλοπή ενέργειας του ηλεκτρισμού, επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με τη μη αναγραφή του αναλισκόμενου ρεύματος στον μετρητή της Δ.Ε.Η. Α.Ε., για τη μέτρηση του παρεχόμενου απ’ αυτήν ή από άλλον πάροχο σε κάθε συμβαλλόμενο, η οποία (μη καταγραφή) επιτυγχάνεται με την δια τεχνικών μέσων καθ` οιονδήποτε τρόπο επέμβαση στον μετρητή, ώστε αυτός (μετρητής) να καταμετρά και να δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκόμενου ρεύματος καθ` εκάστη χρονική περίοδο (ΑΠ 1003/2023, ΑΠ 1117/2022, ΑΠ 479/2020, ΑΠ 846/2019). [2] Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε, μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Οι μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ’ ιδίαν μερικότερων πράξεων επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1 είναι αυτοτελής, έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν.
Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Σκοπός της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών. Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τη βαρύτητα του άδικου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου.
Στην τελευταία βέβαια περίπτωση, εκτός από τη βαρύτερη ποινική μεταχείριση, ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση και της τελευταίας μερικότερης πράξης (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 689/2023, ΑΠ 1120/2023, ΑΠ 1637/2022), ενώ μεταγενέστερες από την άσκηση της ποινικής δίωξης μερικές καταβολές από τον κατηγορούμενο, μετά τις οποίες το συνολικά οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο των 120.000,00 ευρώ δεν καθιστούν την πράξη πλημμέλημα, για τον ποινικό χαρακτηρισμό της οποίας, κατά τα προαναφερθέντα, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής, κατά το χρόνο τέλεσης της κλοπής (ΑΠ 212/2022, ΑΠ 996/2018). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελ. και 514 εδ. τελ. του ισχύοντος από 1-7-2019 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, (όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 156 του Ν. 4855/2021), προκύπτει ότι στην περίπτωση, που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της (δηλ. τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου) και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 674/2022, ΑΠ 1097/2022). [4] Με τις διατάξεις του άρθρου 381 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α’215/2-11-2021) και στη συνέχεια με το άρθρο 15 του Ν. 4947/2022 (ΦΕΚ Α’124/23-6-2022) ορίζονται τα εξής : 1……. 2. Το αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου για την πράξη, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Στην περίπτωση του άρθρου 374Α, μαζί με την απόδοση του πράγματος απαιτείται και η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος. 3. Εάν ο υπαίτιος των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, απαλλάσσεται από κάθε ποινή εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. 4. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται για τα πλημμελήματα που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 και μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: 1) το αξιόποινο της κλοπής, τόσο στην πλημμεληματική (άρθρ. 372 ΠΚ), όσο και στην κακουργηματική της μορφή (άρθρ. 374 ΠΚ), εξαλείφεται, εφόσον η πλήρης ικανοποίηση του παθόντος, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, γίνει από τον υπαίτιο με δική του θέληση και πριν από την, με οποιοδήποτε τρόπο από τις αρχές, πρώτη εξέτασή του, ως υπόπτου ή κατηγορουμένου, για την πράξη του ενώ η μερική ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος, και 2) απαλλάσσεται από κάθε ποινή ο υπαίτιος της κλοπής, τόσο στην πλημμεληματική (άρθρ. 372 ΠΚ) όσο και στην κακουργηματική της μορφή (άρθρ. 374 ΠΚ), αν, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, ο υπαίτιος, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα καταβάλλοντας την αξία του, και πληρώσει, επιπλέον, τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, 3) ο υπαίτιος του πλημμελήματος της κλοπής απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας την αξία του και εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου. Έτσι, στην περίπτωση της κακουργηματικής κλοπής : α) η, μετά την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος από τον κατηγορούμενο, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, δεν συνιστά λόγο απαλλαγής από την ποινή, β) η, μετά την πρώτη εξέταση του υπαίτιου ως υπόπτου ή κατηγορουμένου, με δική του θέληση μερική ικανοποίηση του ζημιωθέντος, δεν εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος. Στη συνέχεια, οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 381 τροποποιήθηκαν και διαμορφώθηκαν με το άρθρο 32 Ν. 5172/2025, ΦΕΚ Α 10/29.01.2025, ως εξής : “3. Εάν ο υπαίτιος των πλημμελημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδώσει αποδεδειγμένα, ιδίως ενώπιον δημόσιας αρχής ή με τραπεζική κατάθεση ή με μη ανακλητή δημόσια παρακατάθεση, το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, μπορεί να απαλλάσσεται από κάθε ποινή εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. 4. Εάν ο υπαίτιος των κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδώσει αποδεδειγμένα, ιδίως ενώπιον δημόσιας αρχής ή με τραπεζική κατάθεση ή με μη ανακλητή δημόσια παρακατάθεση, το πράγμα ή ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος, τιμωρείται με μειωμένη ποινή κατ` άρθρο 83 και εφόσον κριθεί από τις περιστάσεις, αν η απόδοση ή η πλήρης ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ποινή.”. Έτσι, επί κακουργημάτων των άρθρων 372 έως 378 μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν ο υπαίτιος ικανοποιήσει αποδεδειγμένα πλήρως τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος τιμωρείται με μειωμένη ποινή κατ’ άρθρο 83 και εφόσον κριθεί από τις περιστάσεις, αν η πλήρης ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, μπορεί να απαλλαγεί από κάθε ποινή. Επομένως, η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 3 ΠΚ με την οποία προβλέπεται υποχρεωτική απαλλαγή του υπαίτιου των κακουργημάτων των άρθρ. 372 έως 378 εφόσον συντρέχουν οι αυτές αναφερόμενες προϋποθέσεις εντελούς ικανοποίησης του ζημιωθέντος, και με πληρωμή, επιπλέον των τόκων υπερημερίας από την τέλεση της πράξης, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου είναι επιεικέστερη της μεταγενέστερης διάταξης του άρθρου 381 παρ. 4 ΠΚ [όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 32 του Ν. 5172/2025 (ΦΕΚ Α 10/29.01.2025)], στην οποία προβλέπεται δυνητική απαλλαγή του υπαίτιου των ανωτέρω κακουργημάτων, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες αυτές προϋποθέσεις της εντελούς ικανοποίησης του ζημιωθέντος μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου, με πληρωμή και, επιπλέον, των τόκων υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. Ωστόσο, με την παρ. 4 του άρθρου 381 ΠΚ όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 32 του Ν. 5172/29.1.2025, προβλέφθηκε υποχρεωτικά μειωμένη ποινή, κατ’ άρθρο 83 ΠΚ, για τον υπαίτιο των κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 αν ο τελευταίος μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδώσει αποδεδειγμένα, με τους αναφερόμενους, ενδεικτικά, τρόπους, το πράγμα ή ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. [5] Με τις ισχύουσες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, διατάξεις του άρθρου 120 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ ορίζονται τα εξής: 1. Το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ` ύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης. 2. Το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο σ` αυτήν την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Το μονομελές πλημμελειοδικείο παραπέμπει την υπόθεση στον εισαγγελέα. Με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του προϊσχύοντος ΚΠοινΔ ορίζεται ότι “`Οπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων. “Για τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων αρχίζει από την πραγματική κοινοποίησή τους (άρθρο 165 παρ. 2). Αν δεν έχει γίνει πραγματική κοινοποίηση, η προθεσμία είναι ενός μήνα από την έκδοση του βουλεύματος. Με τις διατάξεις του άρθρου 487 (ήδη 488 παρ. 1 ΚΠοινΔ) του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ ορίζεται ότι “Στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι καθ` ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα (άρθρ. 120). Κατά το άρθρο 463 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ “Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα …”, κατά δε το άρθρο 482 ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν να καταργηθεί με το άρθρο 34 στοιχ. γ’ Ν. 3904/24.12.2010, ο κατηγορούμενος δικαιούτο να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος όταν τον παραπέμπει για κακούργημα. Με το άρθρο 476§2 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ ορίζεται ότι “Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ασκήσει αναίρεση περιορίσθηκε μόνον επί απόφασης που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και δεν παρέχεται πλέον τέτοιο δικαίωμα και επί βουλευμάτων (ΑΠ 980/2012, ΑΠ 1117/2009). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 479 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, “Ο εισαγγελέας εφετών, είτε ο ίδιος είτε παραγγέλοντας τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μπορεί να προσβάλλει με έφεση οποιοδήποτε βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του (άρθρο 306)” και κατά τις διατάξεις του άρθρου 483 παρ. 3 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 παρ. 2 Ν.3904/2010,ΦΕΚ Α 218/23.12.2010), ” Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση “, ήτοι μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοσή του. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο κηρύσσεται καθ’ ύλην αναρμόδιο και παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, η απόφασή του αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, για την άσκηση ενδίκων μέσων, μόνο όταν ο κατηγορούμενος είναι απών. Όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο (άρθρο 340 παρ. 3 του ΚΠοινΔ), καθώς και στις περιπτώσεις των άρθρ. 346, 347 παρ. 1 και 348 ΚΠοινΔ, θεωρείται παρών και όχι “ωσεί” παρών και, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή η απόφαση θεωρείται ότι εκδόθηκε παρουσία του κατηγορουμένου και κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων (ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1952/2018). Έτσι, αν ο κατηγορούμενος, μετά την άσκηση από τον εισαγγελέα ποινικής δίωξης παραπέμφθηκε απ’ ευθείας, στο ακροατήριο του τριμελούς πλημμελειοδικείου, για να δικαστεί με τη διαδικασία του αυτοφώρου, και το δικαστήριο αυτό διαπιστώσει, μετά την έναρξη της συζήτησης, από τα αποδεικτικά στοιχεία, επαρκείς ενδείξεις, κατά την κρίση του, τέλεσης κακουργήματος, θα πράξει, κατά το άρθρο 120 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ό,τι και το συμβούλιο πλημμελειοδικών, και, συνεπώς, αν προκύπτουν στο ακροατήριο επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας για κακούργημα, χωρίς να δεσμεύεται από τον δοθέντα στην πράξη χαρακτηρισμό από τον εισαγγελέα, κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης, θα χαρακτηρίσει την πράξη ως κακούργημα, θα κηρυχθεί αναρμόδιο καθ’ ύλην και θα παραπέμψει την υπόθεση στο ΜΟΔ ή στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, και η παραπεμπτική απόφαση αυτού που επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, υπόκειται από τον κατηγορούμενο σε έφεση, λόγω αναρμοδιότητας, μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, για την έναρξη της οποίας δεν απαιτείται επίδοση του βουλεύματος (-απόφασης) και από τον εισαγγελέα πλημ/δικών σε έφεση, λόγω αναρμοδιότητας, με έναρξη την πραγματική επίδοση και αν δεν έγινε πραγματική επίδοση σε προθεσμία τριάντα ημερών από την έκδοση του βουλεύματος, και, συνεπώς, με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης από τον κατηγορούμενο και τον εισαγγελέα (Πλημμελειοδικών, Εφετών) και της αίτησης αναίρεσης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η παραπομπή του κατηγορουμένου για την κακουργηματική πράξη στο παραπεμφθέν ως καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο γίνεται αμετάκλητη, καθώς κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που κηρύσσει την έφεση ως απαράδεκτη δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης από τον διάδικο. [6] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 100/2024, ΑΠ 1169/2023). Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1223/2024, ΑΠ 998/2023). Αναφορικά με το δόλο δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 1324/2023). Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, ούτε [πολύ περισσότερο] έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του αυτή ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν (ΑΠ 995/2024, ΑΠ 181/2024, ΑΠ 1138/2023). [7] Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 382/2024). [8] Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από τον νόμο στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά τον νόμο όροι.
Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 654/2024, ΑΠ 1517/2022).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και ανέπτυξε προφορικά, κατέθεσε εγγράφως για να καταχωριστούν στα πρακτικά, κατ’ άρθρο 141 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, τους παρακάτω ισχυρισμούς: “ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Β’ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ του Ν. Η. του Α., κατοίκου … (οδός …). I. Κατηγορούμαι ότι, από 26/08/2005 έως 23/09/2009, στην Κηφισιά Αττικής, έγινε, δήθεν κατ ‘ εντολή μου, παράνομη επέμβαση στον μετρητή ρεύματος που αντιστοιχούσε στο κατάστημα – εστιατόριο “ΠΡΥΤΑΝΕΙΟ”, της εταιρίας “Η. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ”, της οποίας ήμουν νόμιμος εκπρόσωπος. Το, δε, αποτέλεσμα αυτής της επέμβασης ήταν να καταγράφεται, για το παραπάνω χρονικό διάστημα, κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας μειωμένη κατά ποσοστό περίπου 54,4%, σε σχέση με την πράγματι καταναλισκόμενη. Η αξία της ηλεκτρικής ενέργειας που φέρεται να καταναλώθηκε, αλλά να μην καταγράφηκε, προσδιορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 169.686Ε. Ευθύς εξ αρχής, δηλώνω ότι η συγκεκριμένη επέμβαση ουδέποτε έγινε από εμένα ή κατ’ εντολή μου, αλλά ούτε καν σε γνώση μου. Επίσης, ότι ουδέποτε η συγκεκριμένη οφειλή (169.686 Ε) υπολογίστηκε με τρόπο σαφή, ακριβή, τεχνικά και μεθοδολογικά τεκμηριωμένο, αλλά, απεναντίας, εντελώς αυθαίρετα, με βάση “εκτιμήσεις” και “περίπου” (βλ. το υπ’ αρ. ΔΠΩΛ/ΚΠΑ/ΚΠΚ/51244 σχετικό έγγραφο της ΔΕΗ). Πέραν των παραπάνω, και ανεξάρτητα από αυτά, εκθέτω στο Δικαστήριό Σας τα εξής:
ΙΙ. ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΕΞΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ, κατ’ άρθρο 381 παρ. 3 ΠΚ. Σύμφωνα με το ά. 381 παρ. 3 ΠΚ, “Εάν ο υπαίτιος των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, απαλλάσσεται από κάθε ποινή, εφόσον πληρώσει, επιπλέον, τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος.”.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο της αίτησής μου προς το κατάστημα πωλήσεων ΔΕΗ της Κηφισιάς, στις 24/09/2009 (μία, μόλις, ημέρα, δηλαδή, μετά την διαπίστωση της παραβίασης του μετρητή ρεύματος), δέχτηκα να καταβάλω, αυθημερόν, το ποσό των 120.000€ και να διακανονίσω το υπόλοιπο της σχετικής οφειλής σε δόσεις. Πράγματι, κατέβαλα αυθημερόν το σχετικό ποσό, “έναντι ποσού ρευματοκλοπής και τόκων”, γεγονός που προκύπτει κι από το υπ’ αρ. 99548 γραμμάτιο είσπραξης της ΔΕΗ, που υπάρχει στην δικογραφία. Μέχρι, δε, τις 02/11/2011, κατέβαλα, συνολικά, το χρηματικό ποσό των 202.628 Ε, αποζημιώνοντας πλήρως την ΔΕΗ, τόσο ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο (169.686Ε), όσο και ως προς τους τόκους υπερημερίας (32.453 Ε). Το γεγονός αυτό, πέραν του ότι προκύπτει από σχετικά έγγραφα και παραστατικά, δεν αμφισβητήθηκε από τον μάρτυρα της ΔΕΗ, Μ. Μ., αλλά ούτε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. πρακτικά εκκαλουμένης, σελ. 5: “Κατ’ αρχήν κόψαμε το ρεύμα και πλήρωσε για να ξαναπάρει ρεύμα 203.000 ευρώ”, σελ. 6: “Ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, είπε ότι δεν αμφισβητεί τα έγγραφα ότι έχει πληρώσει”). Εν τω μεταξύ, για την υπόθεση αυτή, παραπέμφθηκα, αρχικά, στο ακροατήριο του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την υπ’ αρ. 85327/11-12-2009 απόφασή του, η οποία συμπληρώθηκε με την υπ’ αρ. 33554/2010 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, έκρινε ότι είναι αναρμόδιο – λόγω ποσού – για την εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε αυτήν στο, καθ’ ύλην αρμόδιο, Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησα έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ’ αρ. 1688/2010 βούλευμά του. Κατά του παραπάνω βουλεύματος, άσκησα το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, επί της οποίας, όπως προκύπτει από την υπ’ αρ. 225/2012 παρεμπίπτουσα απόφαση του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, δεν είχε, έως τις 27/01/2012, εκδοθεί απόφαση.
Συνεπώς, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αφού, έως και τις 02/11/2011, είχα καταβάλει το σύνολο της οφειλής μου στην ΔΕΗ, νομιμοτόκως, και, ταυτόχρονα, δεν είχα παραπεμφθεί, ακόμα, αμετάκλητα, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (αφού εκκρεμούσε η απόφαση του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, επί της αίτησης αναίρεσής μου), έχει, κατά τα διαλαμβανόμενα στο ά. 381 παρ. 3 ΠΚ, επέλθει εξάλειψη του αξιοποίνου ως προς το πρόσωπό μου, για την υπό κρίση υπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΖΗΤΩ – ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΕΚΤΟΙ ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΜΟΥ – ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΠΟΙΝΗ
Σε κάθε, δε, περίπτωση, ακόμα κι εάν, για οποιοδήποτε λόγο, δε γίνει δεκτό ότι έχω καταβάλει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, αυτό που τυχόν θεωρηθεί ότι υπολείπεται είναι, οπωσδήποτε, μικρότερο των 120.000Ε. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι “Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος” (ά. 381 παρ. 2 εδ. β’ ΠΚ), η πράξη που μου αποδίδεται πρέπει να μεταβληθεί, επί τα βελτίω, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πλημμεληματικής (ρευματο)κλοπής. Επειδή, δε, η πράξη που μου αποδίδεται έχει χρόνο τέλεσης “από 26/8/2005 έως 23/9/2009″ και τα πλημμελήματα παραγράφονται το αργότερο οκτώ (8) έτη μετά την τέλεσή τους (συνδ. ά. Ill παρ. 1, 3 & 113 παρ. 2 ΠΚ), πρέπει η σε βάρος μου ποινική δίωξη να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής”. [2] Το Β’ Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 560/05-04-2024, απόφαση, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: “Σε έλεγχο που πραγματοποίησε στην Κηφισιά Αττικής στις 23-9-2009 υπάλληλος της ΔΕΗ στον μετρητή ρεύματος του καταστήματος – εστιατορίου “ΠΡΥΤΑΝΕΙΟ” της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “Η. και Σία ΕΕ”, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος, διαπιστώθηκε ότι στο κιβώτιο δοκιμών που παρεμβάλλεται μεταξύ του μετρητή και της παροχής ρεύματος είχε τοποθετηθεί κόλλα στα λαμάκια καταγραφής δαπανώμενης ηλεκτρικής ενέργειας της 2ης και της 3ης φάσης, με αποτέλεσμα να μην καταγράφεται το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωνε η ως άνω επιχείρηση. Με βάση τις καταναλώσεις της ως άνω επιχείρησης κατά το παρελθόν, υπολογίστηκε ότι η μείωση, κατά το χρονικό διάστημα από 26-8-2005 έως 23-9-2009, ανέρχεται σε 54,4% και η αξία του ρεύματος που καταναλώθηκε και δεν καταμετρήθηκε, όπως προκύπτει από αναγνωσθέν έγγραφο της ΔΕΗ, ανέρχεται σε 169.686 ευρώ, το οποίο επωφελήθηκε η επιχείρηση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται, πλην όμως δεν κρίνεται πιστευτό ότι κάποιος τρίτος, εν αγνοία του, προχώρησε στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης εκ της οποίας μόνο ο ίδιος επωφελείτο. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας οφείλεται σε περιορισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ισχυρισμός που δεν κρίνεται βάσιμος κυρίως λόγω του μεγάλου ποσοστού αυτής (54,4%), που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με την αλλαγή και μόνον των λαμπτήρων φωτισμού, αλλά και εν πάση περιπτώσει αποδέχθηκε με την εξόφληση του ως άνω ποσού.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έως την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο είχε αποδώσει όλο το ποσό στο οποίο είχε υπολογιστεί η ζημία της ΔΕΗ. Πλην όμως, ο κατηγορούμενος, εκτός της καταβολής στις 25-9-2009 του ποσού των 120.000 ευρώ και των καταβολών στις 25-5-2010 των ποσών των 40.000 και 25.805 ευρώ, ήτοι συνολικά του ποσού των 185.805 ευρώ, δεν επικαλείται και κυρίως δεν αποδεικνύει πότε συγκεκριμένα κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό των 16.823,48 ευρώ, ώστε να κριθεί βάσιμος ο ισχυρισμός του περί πλήρους ικανοποίησης του ζημιωθέντος μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του και απαλλαγής του από κάθε ποινή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 381 παρ. 3 ΠΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με αναγνωσθέν έγγραφο της ΔΕΗ, η συνολική οφειλή μετά των αναλογούντων τόκων ανέρχεται σε 202.628,48 ευρώ. Το ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο μάρτυρας της ΔΕΗ κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των 203.000 ευρώ και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς εναγούσης δεν αμφισβήτησε τα έγγραφα πως έχει πληρώσει δεν αρκούν, καθώς δεν προκύπτει πότε έγινε η πλήρης εξόφληση της οφειλής. Ως προς τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, τέλος, ότι μετά την καταβολή του ποσού των 120.000 ευρώ και τη μερική ικανοποίηση του ζημιωθέντος εξαλείφεται το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος και πρέπει η κατηγορία να μεταβληθεί σε ρευματοκλοπή σε βαθμό πλημμελήματος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, η μεταγενέστερη της δίωξης καταβολή του ποσού των 120.000 ευρώ δεν επηρεάζει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπραξε, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, πλην της ελαφρυντικής περίστασης 84 παρ. 2 α, και της ελαφρυντικής αυτής περίστασης. Κατά συνέπεια, πρέπει ο κατηγορούμενος, απορριπτομένων των ισχυρισμών που υπέβαλε, να κηρυχθεί ένοχος, αναγνωριζομένων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ, όπως πρωτοδίκως”. Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς, κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ, ως πρωτοδίκως, του ότι : “Στην Κηφισιά Αττικής στις 23-9-2009 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αφαίρεσε από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα και συγκεκριμένα ενέργεια του ηλεκτρισμού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους. Ειδικότερα, με τον παραπάνω σκοπό ως νόμιμος εκπρόσωπος καταστήματος εστιατορίου με την επωνυμία “Πρυτανείο” που βρίσκεται στην οδό … προέβη σε μετατροπές στο κιβώτιο δοκιμών το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ του μετρητή ρεύματος της ΔΕΗ και της παροχής ρεύματος έχοντας τοποθετήσει κόλλα στα λαμάκια καταγραφής της δαπανώμενης ηλεκτρικής ενέργειας της 2ης και 3ης φάσης και στις βίδες με αποτέλεσμα να μην καταγράφεται περίπου το 2/3 της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται. Η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ και ανέρχεται σε 169.686,45 ευρώ”. [3] Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της κλοπής κατ’ εξακολούθηση και συγκεκριμένα ενέργειας του ηλεκτρισμού με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση, αξίας άνω των 120.000,00 ευρώ, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, προκύπτει, με βεβαιότητα, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 14, 16, 17, 18 εδ αβ, 26, 27, 51, 52, 53, 79, 83, 84 παρ. 2α και δ, 98 παρ. 2, 374 ε σε συνδ. με άρθρο 372 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς αιτιολογίες ούτε στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης, εφόσον αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εν λόγω εγκλήματος και παρατίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αφού προσδιορίζεται με ακρίβεια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις ο τρόπος τέλεσης της άδικης πράξης από τον κατηγορούμενο (διαπίστωση, στις 23-09-2009, από τον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ ΑΕ, με πραγματοποίηση ελέγχου στο κατάστημα – εστιατόριο “ΠΡΥΤΑΝΕΙΟ”, της αυθαίρετης αφαίρεσης ηλεκτρικής ενέργειας, από τον κατηγορούμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της ε.ε. με την επωνυμία “Η. και Σία ΕΕ”, με τεχνητή παρέμβαση στο κιβώτιο δοκιμών, που παρεμβάλλεται μεταξύ του μετρητή ρεύματος της ΔΕΗ και της παροχής ρεύματος, έχοντας τοποθετήσει κόλλα στα λαμάκια καταγραφής της δαπανώμενης ηλεκτρικής ενέργειας της 2ης και 3ης φάσης και στις βίδες, και, υπολογισμός, με βάση τις καταναλώσεις της επιχείρησης εστιατορίου με την επωνυμία “ΠΡΥΤΑΝΕΙΟ”, της μείωσης, κατά το χρονικό διάστημα 26-08-2005 έως 23-09-2009 σε 54,4% και της αξίας του ρεύματος που δεν καταμετρήθηκε και ωφελήθηκε η επιχείρηση του κατηγορουμένου, με σκοπό το συνολικό ποσό των 169.686,00 ευρώ). Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [4] Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Στις 23-09-2009 ο αρμόδιος υπάλληλος της ΔΕΗ Α.Ε. διαπίστωσε την αναφερόμενη παραπάνω ρευματοκλοπή, ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων συνελήφθη, στις 23-09-2009, και ώρα 19.20, με την αυτόφωρη διαδικασία, εξετάστηκε ως κατηγορούμενος, στην Κηφισιά, ενώπιον του Αρχ/κα του Α.Τ. Κηφισιάς Δ. Μ., στις 23-09-2009, και ώρα 21.10, κρατήθηκε και, στις 24-09-2009, οδηγήθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη για κλοπή κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 98 και 372 παρ. 1α ΠΚ) και τον παρέπεμψε να δικαστεί για την πράξη αυτή, στο ακροατήριο του αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (άρθρ. 417, 418 ΚΠοινΔ), το οποίο, μετά από αναβολές, με τη με αριθμ. 85237/11-12-2009 απόφασή του, που εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αποφάνθηκε ότι η αξία της ηλεκτρικής ενέργειας που εκλάπη υπερβαίνει το ποσό των 73.000,00 ευρώ, και ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη φέρει χαρακτήρα κακουργήματος (άρθρ. 374 ε σε συνδ. με άρθρ. 372 ΠΚ), και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στον Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, ως καθ’ ύλην αρμόδιο. Η απόφαση αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και υπέκειτο από τον κατηγορούμενο στο ένδικο μέσο της έφεσης, για την έναρξη της οποίας, επειδή ήταν παρών ο κατηγορούμενος, δεν απαιτείτο επίδοσή της σ’ αυτόν. Η προθεσμία της έφεσης για τον κατηγορούμενο παρήλθε στις 23-12-2009, καθώς η 21-12-2009 και 22-12-2009 συνέπιπταν με την ημέρα του Σαββάτου και Κυριακής, αντίστοιχα, και η προθεσμία του εισαγγελέα παρήλθε τριάντα ημέρες μετά την από 11-12-2009 έκδοση του βουλεύματος, ήτοι στις 11-1-2010.
Συνεπώς, έκτοτε η παραπομπή του κατηγορουμένου με την 85327/11-12-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που επέχει θέση βουλεύματος, κατέστη αμετάκλητη. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμ. 33554/20-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία συμπληρώθηκε, κατ’ άρθρο 145 ΚΠοινΔ, η προαναφερθείσα απόφαση, ως προς τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν την πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και δη τα άρθρα 374 περ ε ΠΚ σε συνδ. με το άρθρο 372 Π.Κ. Ο κατηγορούμενος άσκησε τη με αριθμ. 133/2010 έφεση, η οποία με το με αριθμ. 1688/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ενώ επί της ασκηθείσας από τον κατηγορούμενο αίτηση αναίρεσης, κατά του ανωτέρω βουλεύματος, εκδόθηκε κατ’ αρχήν η με αριθμ. 225/2012 παρεμπίπτουσα απόφαση και στη συνέχεια, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με τη αριθμ. 980/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), διότι δεν ήταν επιτρεπτή η άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης από τους διάδικους κατά του βουλεύματος (988/2010) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο κηρύχθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης απαράδεκτο, σύμφωνα με τις διατάξεις 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ.
Συνεπώς, η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για την πράξη της κλοπής κατ’ εξακολούθηση και, συγκεκριμένα, ενέργειας ηλεκτρισμού με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αξίας άνω των 120.000,00 ευρώ, κατέστη αμετάκλητη στις 11-01-2010. [α] Ο κατηγορούμενος – αναιρεσείων, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, πρόβαλλε τον αυτοτελή ισχυρισμό (κύριο) από το άρθρο 381 παρ. 3 νΠ.Κ., συνιστάμενο ότι απαλλάσσεται από κάθε ποινή για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής κλοπής κατ’ εξακολούθηση ενέργειας ηλεκτρισμού με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αξίας άνω των 120.000,00 ευρώ, για το λόγο ότι κατέβαλε, συνολικά, το χρηματικό ποσό των 202.628 Ε, αποζημιώνοντας πλήρως και ολοσχερώς την παθούσα ΔΕΗ Α.Ε. τόσο ως προς το καθορισθέν απ’ αυτήν κεφάλαιο (169.686), από το οποίο το ποσό των 120.000,00 ευρώ κατέβαλε, στις 24-09-2009, όσο και ως προς τους τόκους υπερημερίας (32.453 Ε), μέχρι την 02-11-2011, οπότε δεν είχε καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή αυτού στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, επικαλούμενος ότι είχε απορριφθεί η έφεση με το με αριθμ. 1688/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, και εκκρεμούσε η κατ’ αυτού αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου, μέχρι την έκδοση της παρεμπίπτουσας 225/27-01-2012 απόφασης του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο). O ισχυρισμός αυτός με τον οποίο επιχειρείται η θεμελίωση της έμπρακτης μετάνοιας με τη μορφή της απαγγελίας με την προσβαλλόμενη απόφαση απαλλαγής του από κάθε ποινή του (άρθρ. 381 παρ. 3 νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του και τη διαμόρφωσή με το άρθρο 32 του Ν. 5172/2025, ΦΕΚ Α 10/29.01.2025) είναι νόμω αβάσιμος. Και, τούτο, διότι κατά τα επικαλούμενα, με τον αυτοτελή (κύριο) ισχυρισμό, του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος η έφεση αυτού κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος απορρίφθηκε με το προαναφερθέν με αριθμ. 1688/2010 βούλευμα ως απαράδεκτη και εκκρεμούσε, στις 1-11-2011, η κατ’ αυτού ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο αίτηση αναίρεσης, (ήτοι μη επιτρεπόμενο από το νόμο ένδικο μέσο), και, συνεπώς, κατέστη αμετάκλητη η παραπομπή του αναιρεσείοντος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων σε χρόνο προγενέστερο της 1-11-2011. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος παραπάνω ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, λόγω αλυσιτέλειας. Και, τούτο, διότι όπως αναλύεται ανωτέρω, η παραπομπή του κατηγορουμένου στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, κατέστη, στις 11-01-2010, αμετάκλητη, επειδή η έφεση κατά της 85327/11-12-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, καθώς και κατά του διορθωτικού βουλεύματος, το οποίο δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της διορθούμενου βουλεύματος και δεν προβλέπεται η άσκηση ένδικων μέσων κατ’ αυτού, αλλά ως ενιαία συμπροσβάλλεται μόνο με το ένδικο μέσο του διορθούμενου βουλεύματος (ΑΠ 798/2023, ΑΠ 35/2023), ασκήθηκε εκπρόθεσμα και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με το με αριθμ. 1688/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, κατά του οποίου (βουλεύματος) δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, και η ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε, με τη με αρθμ. 980/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο), ως απαράδεκτη. [β] Ο κατηγορούμενος – αναιρεσείων, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, πρόβαλλε (επικουρικώς) τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι στις 24-09-2009 κατέβαλε το ποσό των 120.000,00 ευρώ, και μέχρι την 02-11-2011, κατέβαλε, συνολικά, το χρηματικό ποσό των 202.628 Ε, αποζημιώνοντας πλήρως την ΔΕΗ, και ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί μερική καταβολή, i) επήλθε μερική εξάλειψη του αξιοποίνου της κακουργηματικής πράξης και ii) το ενδεχόμενο υπόλοιπο υπολείπεται του ποσού των 120.000,00 ευρώ και πρόκειται για πλημμεληματική πράξη η οποία υπέπεσε στην παραγραφή, διότι από το χρόνο τέλεσης της πράξης από 26/8/2005 έως 23/9/2009 μέχρι τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, 05-04-2024, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των οκτώ ετών. Ο ανωτέρω ισχυρισμός: κατά το με στοιχείο – i- μέρος, με τον οποίο επιχειρείται η θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 381 παρ. 2β ΠΚ είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ότι ενδεχόμενη μερική καταβολή έγινε με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέταση του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου και κατά το στοιχείο – ii- μέρος είναι μη νόμιμος, διότι η, μετά την πρώτη εξέτασή του, μερική ικανοποίηση του παθόντος από άδικη πράξη τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση κατ’ άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ ώστε το απομένον ποσό να είναι μικρότερο των 120.000,00 ευρώ, επειδή πρόκειται για αθροιστικό κατ’ εξακολούθηση έγκλημα δεν μεταβάλλει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης σε πλημμέλημα, ώστε να προκύπτει περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής της πλημμεληματικής πράξης. Επομένως, το δικαστήριο ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους παραπάνω ισχυρισμούς [κύριο (α) και επικουρικούς (β)] ούτε πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών. Παρόλα αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε, με το σκεπτικό περί της ενοχής του κατηγορουμένου, στο οποίο αναφέρονται κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα, και προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων τη βεβαίωση της ΔΕΗ με ημερομηνία 02-11-2011) και όχι μόνο μερικά, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση του, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος οι προϋποθέσεις του λόγου της δικαστικής άφεσης της ποινής που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 3 του νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του και τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 32 του Ν. 5172/2025, και του επικουρικού ισχυρισμού της μερικής εξάλειψης του αξιοποίνου, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 381 παρ. 2β ΠΚ, και της μεταβολής της κατηγορίας, λόγω μερικής καταβολής, σε πλημμεληματική μορφή και παραγραφή αυτής (374 ε και 98 παρ. 2 ΠΚ) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης, κρίνοντας ορθά ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και κηρύσσοντας τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ’ αυτόν άδικης πράξης, σε κακουργηματική μορφή, και δεν υπερέβη την εξουσία του, καθόσον δέχθηκε (νοηματικά), κατά τα πραγματικά περιστατικά του αιτιολογικού και διατακτικού, ότι 1) ότι κατηγορούμενος δεν ικανοποίησε εντελώς τη ζημιωθείσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “ΔΕΗ ΑΕ” μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, 2) ότι ο κατηγορούμενος δεν ικανοποίησε μερικώς τη ζημιωθείσα παραπάνω ανώνυμη εταιρία με τη θέλησή του και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου από κάθε αρχή, και 3) ότι η, μετά την πρώτη εξέτασή του, μερική ικανοποίηση του παθόντος από άδικη πράξη τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση κατ’ άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ ώστε το απομένον ποσό να είναι μικρότερο των 120.000,00 ευρώ, επειδή πρόκειται για αθροιστικό κατ’ εξακολούθηση έγκλημα δεν μεταβάλλει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης σε πλημμέλημα, ώστε να προκύπτει περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής της πλημμεληματικής πράξης. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Θ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι επιμέρους αιτιάσεις, με τους αυτούς παραπάνω λόγους αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από την πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, με τις οποίες ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στην πραγματικότητα δεν έλαβε υπόψη το αναγνωσθέν (με στοιχείο 6) έγγραφο “χορήγηση βεβαίωσης της ΔΕΗ με ημερομηνία 02-11-2011” διότι σε διαφορετική περίπτωση θα είχε αχθεί σε αθώωσή του, αφού το περιεχόμενό του είναι καταλυτικό της σε βάρος του κατηγορίας, αναφέρεται σε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικότερα, σε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου αποτελεί απλώς επιχείρημα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης περί της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και δεν συνιστά, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγω αναίρεσης, εξ αυτού δε του λόγου είναι απαράδεκτες, αφού με αυτήν, υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, οι επιμέρους αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Θ του ΚΠοινΔ: 1) ότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου η ποινική δίωξη ώστε να κριθεί αν η από 24-09-2009 καταβολή απ’ αυτόν του ποσού των 120.000,00 ευρώ έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο της ασκηθείσας ποινικής δίωξης, 2) ο χρόνος καταβολής του ποσού των 120.000,00 ευρώ είναι 24-09-2009 και εσφαλμένα κρίθηκε ότι είναι η 25-09-2009, και 3) ότι κρίσιμος χρόνος για την δικαστική άφεση της ποινής (άρθρ. 381 παρ. 3 ΠΚ) είναι ο χρόνος που έγινε αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου και όχι ο χρόνος της ολοσχερούς εξόφλησης με τον οποίο ασχολήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απαράδεκτες. Και, τούτο, Α.: λόγω αλυσιτέλειας, ως προς τη με στοιχείο -1- αιτίαση διότι κρίσιμος χρόνος για την εν μέρει εξάλειψη του αξιοποίνου (άρθρ. 381 παρ. 2β ΠΚ) είναι η με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου και όχι ο χρόνος άσκησης της ποινικής δίωξης και ως προς τη με στοιχείο -3- αιτίαση κρίσιμος χρόνος είναι η ολοσχερής εξόφληση για την υποχρεωτική δικαστική άφεση της ποινής (άρθρ. 381 παρ. 3 νΠΚ, όπως ίσχυε πριν την ως άνω τροποποίηση και διαμόρφωση) αλλά και για την δυνητική δικαστική άφεση της ποινής, όπως ισχύει μετά την ως άνω τροποποίηση είναι ο χρόνος που έγινε αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου και κατά τα εκτιθέμενα στον αυτοτελή ισχυρισμό η ανωτέρω απόρριψη της έφεσης με το βούλευμα (1688/2010) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προηγήθηκε της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα, στις 02-11-2011, ολοσχερούς εξόφλησης, και Β.: ως προς τη με στοιχείο -2- αιτίαση διότι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελεί αναιρετικό λόγο.
ΙV. Όπως προεκτέθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ’ του νέου ΚΠΔ, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 156 του Ν. 4855/12-11-2021, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της και μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το άρθρο 381 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 32 του Ν. 5172/2025 (ΦΕΚ Α 10/29-01-2025), ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με αριθμ. 560/05-04-2024 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προβλέφθηκε μειωμένη ποινή, κατ’ άρθρο 83 ΠΚ, υπέρ του υπαίτιου, μεταξύ άλλων, του κακουργήματος του άρθρου 374ε -372 ΠΚ, αν μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, καταβάλλοντας την αξία του, εφόσον πληρώσει επιπλέον τους τόκους υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. Από την παραπάνω παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά τις παραδοχές της, έγινε δεκτό ότι η συνολική απαίτηση της ζημειωθείσας “Δ.Ε.Η. Α.Ε.” ανέρχεται στο ποσό των 202.628,48 ευρώ μετά των τόκων υπερημερίας, από το οποίο 120.000,00 ευρώ κατέβαλε στις 25-9-2009, το ποσό των 40.000 και 25.805 ευρώ κατέβαλε στις 25-5-2010 και το ποσό των 16.823,48 ευρώ κατέβαλε μέχρι την 02-11-2011, χωρίς όμως να προκύπτει η ακριβής ημεροχρονολογία καταβολής, και από την επισκόπηση της εκκαλούμενης με αριθμ. 1095/11-03-2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Α ‘Τριμελούς Κακουργημάτων Αθηνών προκύπτει ότι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε χώρα στις 11-03-2014, ήτοι μεταγενέστερα της από 02-11-2011 εντελούς ικανοποίησης της ζημιωθείσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “ΔΕΗ ΑΕ”. Η νεότερη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 4 του ΠΚ, η οποία ισχύει και κατά το χρόνο δημοσίευσης της παρούσας απόφασης και προβλέπει λόγο μείωσης, κατ’ άρθρο 83 ΠΚ, της ποινής εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 του ΠΚ και 511 εδ. δ’ του ΚΠοινΔ. Επομένως, εφόσον: α) η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, β) η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν από την ισχύ της προαναφερόμενης ευμενούς για τον κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με την οποία προβλέπεται μειωμένη ποινή, και γ) συντρέχουν σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ οι ελαφρυντικές περιστάσεις που ήδη αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο και ο ως άνω εκ του άρθρου 381παρ.4 ΠΚ όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 32 Ν. 5172/29.1.25 λόγος μείωσης της ποινής, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την περί ποινής διάταξή της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση ως προς την ποινή, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και ήδη μετά την κατάργηση, με το ν. 5090/2024, του πενταμελούς εφετείου, ως δικαστήριο της παραπομπής για την εκδίκαση της παρούσης υπόθεσης, θα πρέπει να οριστεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 του ιδίου νόμου, το τριμελές εφετείο της παρ. 8 του άρθρου 111 του ΚΠοινΔ, το οποίο θα συγκροτηθεί κατά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη και από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ). Κατόπιν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμ. 560/2024 απόφαση του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και, συγκεκριμένα, ως προς τη διάταξή της περί ποινής για την πράξη της κλοπής κατ’ εξακολούθηση και συγκεκριμένα ενέργειας του ηλεκτρισμού με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αξίας άνω των 120.000,00 ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, ήτοι ως προς την περί επιβολής ποινής διάταξη, για νέα συζήτηση, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης της παρ. 8 του άρθρου 111 του ΚΠΔ, το οποίο θα συγκροτηθεί κατά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη και από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ’αριθμ. πρωτ. 5384/24 από 25-07-2024 αίτηση του κατηγορουμένου Ν. Η. του Α. για αναίρεση της με αριθμ. 560/2024 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
