Αριθμός 618/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: S. (Σ.) T.-S. (Τ.- Σ.) του K. (Κ.) και της F. (Φ.), συζ. G. K. (Γ. Κ.), κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Περικλή Κατσαούνη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Έ. Μ. του Α. και της Γ., κατοίκου …, 2) Μ. – Ε. Μ. του Α. και της Γ., κατοίκου …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Γαλιώνη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2695/2019 μη οριστική, 1495/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5263/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από … αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από … αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθ. 5263/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, κατά της, εκδοθείσας, ερήμην της, κατά την ίδια διαδικασία, υπ’ αριθ. 1495/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της, λόγω της ερημοδικίας της, ως κατ’ ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς, τυπικά δεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του (μοναδικού) λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην από … αγωγή της η ενάγουσα εξέθεσε ότι η αναφερόμενη διαθέτης είχε στην κυριότητά της τα περιγραφόμενα κληρονομιαία ακίνητα και την εγκατέστησε κληρονόμο της μόνο στην ψιλή κυριότητα, χωρίς να διαθέσει σε άλλο πρόσωπο την επικαρπία με την επικαλούμενη ιδιόγραφη διαθήκη της, ότι αποδέχθηκε και μετέγραψε την εκ διαθήκης κληρονομία της ψιλής κυριότητας, ότι έπαψε να υπάρχει η επικαρπία που είχε η διαθέτης επί των ακινήτων και επέστρεψε αυτοδικαίως στην ψιλή κυριότητα που κληρονόμησε με τη διαθήκη της και ότι οι εναγόμενες, αμφισβητώντας την πλήρη κυριότητά της, αποδέχθηκαν μη νομίμως και μετέγραψαν ως εξ αδιαθέτου (συγ)κληρονόμοι της διαθέτη, θείας τους, την κληρονομία της επικαρπίας, μετά την αποποίηση από τον πατέρα τους της εξ αδιαθέτου κληρονομίας της διαθέτη, αδελφής του. Ζήτησε δε η ενάγουσα, προς άρση κάθε αβεβαιότητας που δημιουργήθηκε με την αποδοχή και μεταγραφή από τις εναγόμενες της εξ αδιαθέτου κληρονομίας της επικαρπίας, να αναγνωριστεί η πλήρης κυριότητα που απέκτησε (την ψιλή κυριότητα με διαθήκη και την επικαρπία αυτοδικαίως) επί των ακινήτων. Ο Αστικός Κώδικας στο άρθρο 973 αναγνωρίζει ως εμπράγματα δικαιώματα αφενός την κυριότητα και αφετέρου τις δουλείες, το ενέχυρο και την υποθήκη, τα λεγόμενα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα. Η διαφορά μεταξύ κυριότητας και περιορισμένων εμπράγματων δικαιωμάτων έγκειται κυρίως στην έκταση του περιεχομένου τους, διότι μόνο η κυριότητα φέρει το στοιχείο της καθολικότητας. Αντίθετα, το περιεχόμενο των άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων ορίζεται από το νόμο, κατ’ αρχήν, θετικά και συγκεκριμένα. Καθένα από αυτά προσπορίζει στον δικαιούχο κάποια ωφέλεια, δηλαδή εξουσίαση του αντικειμένου ως προς ορισμένη αναφορά ή χρησιμότητα. Ο ΑΚ δεν δίνει απευθείας ορισμό της κυριότητας, από τον συνδυασμό όμως των διατάξεων ΑΚ 973 και 1000 συνάγεται ότι κυριότητα είναι η αναγνωριζόμενη από το νόμο άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο πράγμα. Από την καθολικότητα της κυριότητας απορρέουν δύο θεμελιώδεις αρχές, η αρχή “ουδενί δουλεύει το ίδιον” και η αρχή της “ελαστικότητας”. Με βάση την πρώτη ανωτέρω αρχή, ο κύριος δεν μπορεί να έχει ταυτόχρονα και επικαρπία πάνω στο πράγμα, αφού η εξουσία χρήσης και κάρπωσης, που αποτελεί σύμφωνα με το νόμο (ΑΚ 1142) το περιεχόμενο της επικαρπίας, περιλαμβάνεται ήδη στο περιεχόμενο της κυριότητας. Αν συμπέσει στο ίδιο πρόσωπο η ιδιότητα κυρίου και δικαιούχου του περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος (π.χ. ο επικαρπωτής κληρονομεί τον κύριο), το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα αποσβήνεται με σύγχυση. Με την σύσταση περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος (π.χ. επικαρπίας) η κυριότητα πάνω στο πράγμα βαρύνεται ή περισφίγγεται, με την έννοια ότι ως προς τις εξουσίες που αποτελούν το περιεχόμενο του περιορισμένου αυτού εμπράγματος δικαιώματος η άσκηση της κυριότητας περιορίζεται. Η σύσταση του περιορισμένου δικαιώματος δεν αλλάζει την ουσία της κυριότητας, αλλά απλώς περιορίζει την άσκησή της. Γι’ αυτό, αμέσως μόλις εκλείψει το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα (λ.χ. αποσβεστεί η επικαρπία με τον θάνατο του επικαρπωτή), η κυριότητα καταλαμβάνει και πάλι το πράγμα ως προς όλες τις αναφορές ή χρησιμότητές του. Αυτή η ιδιότητα της κυριότητας να αποκτά, αμέσως μόλις εκλείψει το βάρος, το πλήρες περιεχόμενό της και να εκτείνεται αυτόματα σε όλες τις εξουσίες πάνω στο πράγμα, σύμφωνα με την ανωτέρω δεύτερη αρχή, ονομάζεται ελαστικότητα της κυριότητας (Α. Γ. “Εμπράγματο Δίκαιο Ι” έκδ. έτ. 1991 παρ. 5 σελ. 48, 49 και παρ. 27 σελ. 257, 258, 259, 260). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επικαρπία ως δουλεία είναι δυνατόν να υπάρχει μόνο σε ξένο πράγμα και όχι σε ίδιο και μόλις αυτή εκλείψει (π.χ. αποσβεστεί) επιστρέφει αυτοδικαίως σε εκείνον στον οποίο βρίσκεται ήδη η κυριότητα.
Περαιτέρω, το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες για την κτήση της κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως (άρθρο 1143 ΑΚ). Ο κύριος ακινήτου μπορεί, μεταβιβάζοντας αυτό, για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ’ αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου (ΑΠ 294/2011, ΑΠ 1192/2011). Η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά, αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο (ΑΠ 1050/2019, ΑΠ 1630/2009). Επομένως, με τον θάνατο του επικαρπωτή, δηλαδή του δικαιούχου του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας, το οποίο απέκτησε με σύμβαση εν ζωή ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, αποσβήνεται η επικαρπία και επιστρέφει στον κύριο κατά τον χρόνο απόσβεσης. Έτσι, ο ψιλός κύριος αποκτά την επικαρπία, όχι με κληρονομικό δικαίωμα, αλλά κατ’ άρθρο 1167 εδ. α’ ΑΚ. Συνηθέστερη από την σύσταση εν ζωή είναι η σύσταση της επικαρπίας με δικαιοπραξία αιτία θανάτου, δηλαδή με διαθήκη. Επί διαθήκης η σύσταση της επικαρπίας έχει τον χαρακτήρα είτε κληρονομικής εγκαταστάσεως είτε κληροδοσίας (ΑΚ 1714, 1996). Εφαρμοστέοι είναι και εδώ “αναλόγως” οι γενικοί κανόνες περί κτήσεως κυριότητας από κληρονομία ή κληροδοσία. Άρα, αν η επικαρπία συνιστάται σε ακίνητο, απαιτείται αποδοχή της κληρονομίας ή κληροδοσίας ή -επί κληρονόμου- μεταγραφή του κληρονομητηρίου (ΑΚ 1193, 1195, 1198). Η σύσταση επικαρπίας με κληρονομική εγκατάσταση είναι υπό δύο μορφές δυνατή. Ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει κάποιο πρόσωπο είτε μόνο στην επικαρπία ορισμένου κινητού ή ακινήτου ή και της περιουσίας του (ολόκληρης ή ποσοστού αυτής), οπότε η ψιλή κυριότητα (γενικότερα το ψιλό δικαίωμα) θα παραμείνει στον κληρονόμο, είτε -αντίθετα- μόνο την ψιλή κυριότητα ορισμένου κινητού ή ακινήτου ή και της περιουσίας του (ολόκληρης ή ποσοστού αυτής), οπότε η επικαρπία θα παραμείνει αντίστοιχα στον κληρονόμο. Πρόκειται όμως και στις δύο περιπτώσεις για εγκατάσταση σε ειδικό (ή δήλο) αντικείμενο, ακόμα και αν το αντικείμενο της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας είναι ολόκληρη η περιουσία του διαθέτη. Εφαρμοστέος άρα στις περιπτώσεις αυτές ο ερμηνευτικός κανόνας της ΑΚ 1800 παρ. 2, σύμφωνα με τον οποίο ο τετιμημένος έχει την ιδιότητα όχι του κληρονόμου, αλλά του κληροδόχου, εκτός αν από την ερμηνεία της διαθήκης προκύπτει (πραγματική ή και υποθετική) βούληση του διαθέτη (η κρίση του δικαστή της ουσίας ως προς την πραγματική ή και υποθετική βούληση του διαθέτη είναι κρίση ως προς πραγματικό ζήτημα και δεν υπόκειται έτσι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου) περί εγκαταστάσεως του τετιμημένου ως κληρονόμου. Ως στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της ιδιότητας του τετιμημένου ως κληρονόμου μπορεί κατά τις περιστάσεις να θεωρηθεί και το ότι σε κάποιον ή σε κάποιους από τους τετιμημένους καταλείπεται η επικαρπία ολόκληρης της κληρονομίς ή ποσοστού αυτής, σε άλλον δε ή σε άλλους από τους τετιμημένους η ψιλή κυριότητα σε ολόκληρη την κληρονομία ή ποσοστό αυτής. Σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή η επικαρπία επιστρέφει στον ψιλό κύριο κατά τον χρόνο του θανάτου του επικαρπωτή, δηλαδή κατά τον χρόνο αποσβέσεως της επικαρπίας (ανεξάρτητα αν ο τωρινός ψιλός κύριος δεν είναι το ίδιο πρόσωπο που παραχώρησε την επικαρπία) και ανεξάρτητα από την εγκατάσταση του ψιλού κυρίου ως κληρονόμου ή ως κληροδόχου (Μ.. Κ. σε Α.. Γ.. – Μ.. Σ. “Εμπράγματο Δίκαιο IV” έκδ. 1985 κάτω από το άρθρο 1141 ΑΚ παρ.
ΙΙ 2 σελ. 65, 66). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο κληρονομούμενος διαθέτης, ο οποίος έχει την πλήρη κυριότητα επί ακινήτου μπορεί με διάταξη τελευταίας βουλήσεως να αποσυνδέσει την ψιλή κυριότητα και να εγκαταστήσει συγκεκριμένο κληρονόμο μόνο επ’ αυτής, χωρίς να διαθέσει σε άλλο πρόσωπο την επικαρπία, επομένως στην περίπτωση αυτή η επικαρπία του κληρονομιαίου ακινήτου παραμένει στην εξ αδιαθέτου κληρονομία του διαθέτη και αποτελεί στοιχείο της. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αυτό συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011). Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1000, 1142, 1143, 1167 και 1168 ΑΚ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς το ζήτημα της αμφισβήτησης της κυριότητας της αναιρεσείουσας επί των επίδικων ακινήτων της κληρονομούμενης διαθέτη: ” ….. Στο … στις …, πέθανε σε ηλικία … ετών, η Α. Μ. του Γ., κάτοικος εν ζωή …. Πλησιέστερο εξ αίματος συγγενή της κατέλειπε τον αδερφό της, Ά. Μ., που είναι επομένως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της. Με την από … ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης … του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όρισε και τα ακόλουθα: {” …..την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος 4ου ορ. … τ.μ. … δίνω στην T. S. S. γ. … με το πάρκιγκ και την αποθήκη του. Την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος 1ου ορ. 32 τ.μ. κληροδοτώ στην T. S. S. γ. … …. με αποθήκη. ….. Την ψιλή κυριότητα της αποθήκης στην … κληροδοτώ το 1/2 στην Γ. Λ. σύζυγο Δ. Δ. και στην T. S. S. γ. …το άλλο 1/2 δηλ. από μισή …..”}. Η ανωτέρω τετιμημένη ήδη ενάγουσα, αποδέχθηκε την εν λόγω επαχθείσα κληρονομιά συνιστάμενη στην ψιλή κυριότητα των πιο πάνω ακινήτων με την … πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ν. που μεταγράφηκε νόμιμα. Ως προς την επικαρπία των εν λόγω κληρονομιαίων ακινήτων, επειδή η διαθέτης δεν περιέλαβε διάταξη, ….. έλαβε χώρα εξ αδιαθέτου διαδοχή και αυτή περιήλθε στον φυσικό της κληρονόμο, ήτοι στον αδελφό της Ά. Μ.. Ο τελευταίος αποποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα την εξ αδιαθέτου μερίδα του, συνταχθείσας για τον σκοπό αυτό της … έκθεσης αποποίησης του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, μετά την εν λόγω αποποίηση, η επαγωγή της εξ αδιαθέτου μερίδας, ήτοι της επικαρπίας επί των ανωτέρω ακινήτων, θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ στο πρόσωπο του Ά. Μ. (1856 εδ. α’ ΑΚ) και αυτή υπήχθη αναδρομικά από τον θάνατο της κληρονομουμένης κατ’ ισομοιρία στις ενάγουσες ανιψιές της, οι οποίες θα είχαν κληθεί στην κληρονομιά αν ο πατέρας τους που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης αδελφής του (1856 εδ. β’, γ’ ΑΚ σε συνδ. με 1814 ΑΚ). Οι τελευταίες αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου επαχθείσα, κατά τα ανωτέρω, κληρονομιά με την … πράξη του συμβολαιογράφου … Η. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα. ….. Μετά ταύτα και αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη εκ διαθήκης κληρονόμος μόνο κατά την ψιλή κυριότητα επί των ανωτέρω ακινήτων, η επικαρπία των οποίων περιήλθε στους φυσικούς κληρονόμους της διαθέτη, η υπό κρίση αγωγή της είναι ουσιαστικά αβάσιμη. …..”. Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η κληρονομούμενη διαθέτης είχε την πλήρη κυριότητα επί των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων, ότι με τη διαθήκη της διαχώρισε την ψιλή κυριότητα από την επικαρπία και με διάταξη της διαθήκης της εγκατέστησε την αναιρεσείουσα κληρονόμο της μόνο επί της ψιλής κυριότητας, ότι δεν διέθεσε την επικαρπία αυτών με διάταξη της διαθήκης της, ότι η επικαρπία παρέμεινε στην περιουσία της και αποτέλεσε στοιχείο της κληρονομίας της, ότι από το περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει σαφής βούληση της κληρονομούμενης διαθέτη να μην διαθέσει την επικαρπία σε άλλο πρόσωπο, αλλά να περιέλθει στους φυσικούς (εξ αδιαθέτου) κληρονόμους της, ότι κλήθηκε στην κληρονομία της επικαρπίας ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ότι αυτός αποποιήθηκε την εξ αδιαθέτου κληρονομία της αδελφής του και ότι έγινε επαγωγή της εξ αδιαθέτου κληρονομικής του μερίδας, ήτοι της επικαρπίας των ανωτέρω ακινήτων, κατ’ ισομοιρία στις αναιρεσίβλητες ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1142 και 1143 ΑΚ, που αφορούν το περιεχόμενο της κυριότητας, την έννοια της επικαρπίας και την σύσταση αυτής και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, που αφορούν την απόσβεση της επικαρπίας ως δουλείας σε ξένο ακίνητο, στο οποίο ο ψιλός κύριος γίνεται πλήρης κύριος με τον θάνατο του επικαρπωτή και την αυτόματη επιστροφή και συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητά του, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι η κληρονομούμενη διαθέτης ήταν πλήρης κυρία των ανωτέρω ακινήτων και με την διαθήκη της διέθεσε μόνο την ψιλή κυριότητα αυτών, ενώ δεν διέθεσε την επικαρπία, επομένως με τον θάνατό της και την επαγωγή της κληρονομίας μόνο της ψιλής κυριότητας στην αναιρεσείουσα, η επικαρπία δεν αποσβέστηκε αλλά παρέμεινε στην κληρονομιαία περιουσία της και αποτέλεσε στοιχείο της εξ αδιαθέτου κληρονομίας της. Επομένως, ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο, ότι με τον θάνατο της κληρονομούμενης διαθέτη αποσβέστηκε η επικαρπία και επέστρεψε (υπέστρεψε) στην ψιλή κυριότητα που κληρονόμησε και έτσι συνενώθηκε με αυτή και απέκτησε αυτοδικαίως (αυτόματα) την πλήρη κυριότητα επί των ανωτέρω ακινήτων, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 183 και 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από … αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5263/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
