Αριθμός 235/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Λ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “… Ανώνυμος …”, που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Π..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3885/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και … του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από … αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος προσβάλλεται η υπ’ αριθ. … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 30-6-2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 3885/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 22-5-2011 αγωγή του, με την οποία ζητούσε το ποσό των 7350 ευρώ ως ασφαλιστική του αποζημίωση από την αναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ]. Με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 2496/997 ορίζεται ότι ”Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης και να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή”. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στο λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν το περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό όταν συμβάλλει στην εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Εξάλλου, στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ”αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ. 1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή”. Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή. Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ’ αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος [ΑΠ 808/2022, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού [ολΑΠ 1/2016, ολΑΠ 2/2013, ΑΠ 261/2021]. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεση και διατύπωση αποδεικτικού πρίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α’ του Συντάγματος που επιτάσσεις ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ”έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ”ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ”αντιφατική αιτιολογία” [ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020]. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε [ΑΠ 269/2020 ΑΠ 109/2019]. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: “Ο ενάγων, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του φυσιοθεραπευτή, την 10-3-2010 υπέβαλε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία αίτηση ασφάλισης στον κλάδο ζωής με συμπληρωματικές καλύψεις, όπως της νοσοκομειακής περίθαλψης, συμπληρώνοντας το ειδικό έντυπο και δίνοντας απαντήσεις σε πολλές ερωτήσεις που αφορούσαν μεταξύ των άλλων και το ιατρικό ιστορικό του. Στη συνέχεια, την 14-3-2010 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων το υπ’ αριθ. 209166769 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, στο οποίο αναγράφεται, ότι η ασφάλιση του ενάγοντος υπάγεται στους γενικούς και ειδικούς όρους ασφάλισης, που είναι προδιατυπωμένοι, εγκεκριμένοι από το Υπουργείο και με βάση αυτούς έχει καθορισθεί το ασφάλιστρο, που χρεώνει η εναγομένη στους πελάτες της. Στο ασφαλιστήριο υπάρχουν συγκεκριμένες εξαιρέσεις κάλυψης, που προβλέπονται στους Γενικούς και Ειδικούς όρους αυτού, μεταξύ των οποίων και η εξαίρεση του άρθρου 13 του προγράμματος Megacare 100 στην κάλυψη της νοσοκομειακής περίθαλψης, όπου αναγράφεται ότι εξαιρείται της ασφάλισης προϋπάρχουσα της σύναψης της σύμβασης ασφάλισης ασθένεια (ως και η επιπλοκή ή υποτροπή αυτής) που δεν δηλώθηκε στην εναγομένη και αυτή δεν αποδέχθηκε την κάλυψή της. Επίσης, στο άρθρο 4 των Γενικών όρων του ασφαλιστηρίου αναγράφεται, ότι καλύπτονται παθήσεις, σωματικές βλάβες, ασθένειες καθώς και οι επιπλοκές και τα επακόλουθα αυτών, οι οποίες προϋπήρχαν της έναρξης της ασφάλισης, μόνο στην περίπτωση που δηλώθηκαν στην αίτηση ασφάλισης και έγιναν αποδεκτές από την ασφαλιστική εταιρία, χωρίς ειδικό όρο εξαίρεσης. Ο ενάγων τον Ιανουάριο 2011 κατέθεσε στο τμήμα ζημιών της εναγομένης δήλωση, στην οποία ανέφερε, ότι υπέστη σωματική βλάβη που προήλθε από αυτοκινητικό ατύχημα την 30-12-2010, όπου τραυματίσθηκε στο δεξιό ώμο, δεξιό αγκώνα, δεξιό γόνατο και στη μέση του. Από το με ημερομηνία 13-1-2011 έγγραφο της Τροχαίας Αττικής προέκυψε, ότι ο ενάγων μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα (Τμήμα Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων) την 11-01-2011 και δήλωσε, ότι την 30-12-2010 οδηγώντας το υπ’ αριθ. Κυκλοφορίας … αυτοκίνητό του (και όχι το … που αργότερα διόρθωσε) και κινούμενος επί της … προς Αθήνα, λίγο μετά τη γέφυρα του Κηφισού, αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας … αυτοκίνητο πραγματοποίησε ελιγμό αριστερά και προσέκρουσε στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του, προκαλώντας υλικές ζημίες, χωρίς ουδόλως να αναφέρει σωματικές κακώσεις. Όπως δε αναφέρεται στην από 7-2-2011 έκθεση του εμπειρογνώμονα – πραγματογνώμονα Γ. Χ., αλλά και στην κατάθεση του ιδίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο άνω συναντήθηκε με τον ενάγοντα την 1-2-2011 στον επαγγελματικό του χώρο (φυσιοθεραπευτήριο), όπου εργαζόταν και εξυπηρετούσε πελάτη, ενώ στην αγωγή του ισχυρίζεται ότι απείχε από την εργασία του για 4,5 μήνες, από 30-12-2010 έως 14-5-2011 εξαιτίας των κακώσεων που διατείνεται ότι υπέστη από το ατύχημα, ζητώντας αποζημίωση για τον λόγο αυτό. Ο ενάγων του δήλωσε ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητό του μάρκας …, χρώματος κόκκινου, ιδιοκτησίας του, και του υπέδειξε ως χώρο, όπου ήταν σταθμευμένο ένα χωμάτινο παρκινγκ στην οδό … αριθ. 13, στα …. Ο άνω διερευνητής μετέβη εκεί προκειμένου να επιθεωρήσει το όχημα όμως δεν βρήκε αυτό, αλλά ένα αυτοκίνητο μάρκας …, χρώματος λευκού με αριθ. κυκλοφορίας …, το οποίο, όπως δέχθηκε αργότερα ο ενάγων, ήταν αυτό που οδηγούσε όταν συνέβη το εν λόγω ατύχημα. Ο πραγματογνώμων, αφού εξέτασε το όχημα εξωτερικά από όλες τις πλευρές, διαπίστωσε, ότι αυτό έφερε μία παλιά λακκούβα στο πίσω φτερό και ίχνος κόκκινου χρώματος, αμφότερα δε είχαν γίνει από παρκάρισμα – ξεπαρκάρισμα και κτύπημα σε κολωνάκι. Η εναγομένη δε από τον έλεγχο των ιατρικών εγγράφων του βιβλιαρίου ασθενείας του ενάγοντος, τις ιατρικές εξετάσεις του και τις βεβαιώσεις της προηγούμενης ασφαλιστικής του εταιρίας …, που είχε τεθεί σε εκκαθάριση, διαπίστωσε ότι υπήρχαν παθήσεις στον ενάγοντα πριν την υποβολή της αίτησης ασφάλισης. Ειδικότερα, διαπίστωσε, ότι είχε αποζημιωθεί από την άνω ασφαλιστική εταιρία την 8-9-2008 για κάκωση δεξιού γόνατος, την 16-3-2006 για κάκωση δεξιάς κνήμης, την 13-9-2005 για θλάση οπίσθιων μηριαίων δεξιού, την 22-10-2007 για ρήξη στροφικού τενοντίου πετάλου δεξιού ώμου και συνολικά δεκαπέντε φορές. Επίσης, ότι στο βιβλιάριο ασθενείας την 8-5-2009 υπήρχε εγγραφή για κάκωση και γοναλγία δεξιού γόνατος, την 12-1-2009 για ισχιαλγία με κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου και οσφυαλγίες τις 24-6-2009, 6-11-2009, 15-1-2010 με προτεινόμενες φυσιοθεραπείες. Επιπλέον, από τα άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι ο ενάγων στο ειδικό έντυπο της εναγομένης που του ζητήθηκε να συμπληρώσει προτού ασφαλισθεί, και συγκεκριμένα, στο ιατρικό ιστορικό του, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις (αν πάσχετε από παθήσεις της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις ώμων, ισχίων, γονάτων, αν έχετε νοσηλευθεί, εάν έχετε πάρει αποζημίωση για λόγους υγείας από άλλη ασφαλιστική εταιρία) αρνητικά, αποκρύβοντας την αλήθεια. Έτσι η εναγομένη, μετά από έρευνα των δοθέντων στοιχείων και δικαιολογητικών, απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος και δεν του κατέβαλε το ασφάλισμα. Εκ των άνω συνάγεται, αφενός μεν ότι από το επικαλούμενο αυτοκινητικό ατύχημα ο ενάγων δεν υπέστη σωματικές κακώσεις, ήτοι δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, αφετέρου δε ότι τα στοιχεία που απέκρυψε ο ενάγων από την εναγομένη και αφορούσαν το ιατρικό ιστορικό του είναι ουσιώδη και την απαλλάσσει κατ’ άρθρο 3 παρ. 6 Ν. 2496/1997 από την καταβολή αποζημίωσης, αλλά και σύμφωνα με το άρθρο 13.1. των ειδικών όρων της νοσοκομειακής περίθαλψης, η εναγομένη απαλλάσσεται από την πληρωμή του ασφαλίσματος, καθόσον ενώ ο ενάγων είχε προβλήματα γοναλγίας και κακώσεις γόνατος πριν ασφαλισθεί δεν το είχε δηλώσει ώστε να έχει την κάλυψη από την εταιρία, αν αυτή αποδεχόταν.
Συνεπώς, απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι τυγχάνουν οι πρώτος και τρίτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο ενάγων διατείνεται, ότι κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης ήταν σε άριστη φυσική κατάσταση και δεν απέκρυψε προηγούμενες αυτής σωματικές του κακώσεις και στοιχεία του ιατρικού του ιστορικού, όπως, επίσης και ο πέμπτος λόγος, κατά τον οποίο οι κακώσεις που είχε υποστεί στο δεξιό γόνατο οφείλονταν στον τραυματισμό του εκ του επίδικου ατυχήματος, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά τον οποίο τα δήθεν αποκρυβέντα ιατρικά συμβάντα ήταν μη ουσιώδη για την μεταξύ τους συμβατική σχέση, αλλά και ο τέταρτος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο η από 7-2-2011 γνωμάτευση του πραγματογνώμονα περιέχει αντιφάσεις και ψευδείς αναφορές. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε, ομοίως, κατά τα παραπάνω, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις…”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της … απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή του, με την οποία ζητούσε την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997 και 361 του ΑΚ, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, ως εκ τούτου, θεμελιώνεται λόγος απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την επίδικη ασφαλιστική κάλυψη, λόγω απόκρυψης εκ μέρους του αναιρεσείοντος, κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης, περιστατικών που αυτός γνώριζε και που, εν συνόλω λαμβανόμενα υπόψη, ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, αφού, ειδικότερα, ο αναιρεσείων απέκρυψε ότι είχε προβλήματα γοναλγίας και κακώσεις γόνατος, τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε μέχρι την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, παραβαίνοντας έτσι το προβλεπόμενο από το νόμο αλλά και από τη σύμβαση ασφαλιστικό βάρος, να δηλώσει στην αναιρεσίβλητη, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, κατόπιν υποβολής προς αυτόν σχετικού ερωτήματος, την παραπάνω πάθησή του, με συνέπεια να δικαιολογείται η απαλλαγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την καταβολή του ασφαλίσματος, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ν. 2496/1997 και το άρθρο 13 του προγράμματος … στην κάλυψη της νοσοκομειακής περίθαλψης του ένδικου υπ’ αριθμ. … ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, με το οποίο ρητά ορίστηκε ότι εξαιρείται της ασφάλισης προυπάρχουσα της σύναψης της σύμβασης ασθένεια ασθένεια (ως και επιπλοκή ή υποτροπή αυτής) που δεν δηλώθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων των πιο πάνω διατάξεων, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκειες στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πέραν δε των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ’ αυτή άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με α] τη σύμβαση ασφάλισης και τους γενικούς και ειδικούς όρους της για την ασφαλιστική κάλυψη και τις εξαιρέσεις της, β] την ένταξη της ένδικης ασφαλιστικής περίπτωσης στις ως άνω εξαιρέσεις, γ] την απόκρυψη των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούσαν τους λόγους αυτούς εξαίρεσης από τον αναιρεσείοντα και την άγνοια των γεγονότων αυτών από την αναιρεσίβλητη έως την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, δ] τον ουσιώδη χαρακτηρισμό των στοιχείων που απέκρυψε ο αναιρεσείων, παρότι ρητά ρωτήθηκε γι’ αυτές και είχαν σχέση με την ένδικη ασφαλιστική περίπτωση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια της παράβασης των διατάξεων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία του άρθρου 3 παρ.1 ν.2496/1997, είναι απαράδεκτος, αφού οι πιο πάνω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται για την ερμηνεία δικαιοπραξιών (μονομερών δηλώσεων βούλησης ή συμβάσεων) και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου (ΑΠ 563/2020).
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 2170/1993 “Ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ή διαμέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων ασφαλιστικές συμβάσεις. Επίσης, παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδιαίτερα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης”. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου νόμου ”Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις, οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να πρακτορεύσει”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η σχέση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλιστικού πράκτορα χαρακτηρίζεται ευθέως από το νόμο σύμβαση εντολής, με εντολέα την πρώτη και εντολοδόχο το δεύτερο, σε αντίθεση με τον ασφαλιστικό σύμβουλο και τον συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, τη σχέση των οποίων ο ίδιος ο νόμος [άρθρα 16 παρ. 1 και 20 παρ. 1] την χαρακτηρίζει σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός πράκτορας δεν θεωρείται “αντιπρόσωπος” της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην περίπτωση όμως που έχει χορηγηθεί σ’ αυτόν η εξουσία σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων επ’ ονόματι της ασφαλιστικής επιχείρησης, αναγορεύεται σε αντιπρόσωπο αυτής κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ (ΑΠ 134/ 2004, 1540/1992) και, κατά συνέπεια, τα ελαττώματα βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδρασή τους επί της δικαιοπραξίας κρίνονται από το πρόσωπό του (άρθρο 214 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο πράκτορας θεωρείται βοηθός εκπληρώσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης (ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 753/2009). Επομένως, η γνώση από τον ασφαλιστικό πράκτορα κρίσιμων για την ασφαλιστική σχέση περιστατικών, τα οποία τέθηκαν υπόψη του από τον λήπτη της ασφάλισης – ασφαλισμένο, πριν ή κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ασφαλιστικής σχέσης, επιδρά στην ασφαλιστική σχέση και οι έννομες συνέπειες της σύμβασης ασφαλίσεως επέρχονται υπέρ και κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ [που είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ] αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως ”πράγματα”, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικού και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου [ολΑΠ 22/2005]. Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει σ’ αυτούς, ούτε και οι αρνητικού ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων [ολΑΠ 8/2013 ΑΠ 630/2020]. Ακόμη, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α] για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β] για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ] για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο αν είναι παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ή ανάλογα του άρθρου 560 ΚΠολΔ]. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι η αναιρεσίβλητη είχε πληροφορηθεί από τον εκπρόσωπό της ασφαλιστικό πράκτορα Ιωάννη Ζορμπά και γνώριζε την πραγματική κατάσταση του ασφαλιζόμενου κινδύνου, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, καίτοι νομίμως προέβαλε τον παραπάνω ισχυρισμό ενώπιόν του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προς απόκρουση της ένστασης της αναιρεσίβλητης ότι ο ίδιος απέκρυψε δολίως τα αναφερόμενα προβλήματα υγείας του, κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης δεν προκύπτει η πρόταση της αντένστασης αυτής με τις προτάσεις ή την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού αναφέρεται στην προσθήκη των προτάσεων αυτών όλως αορίστως ότι ”…Ο ανωτέρω ασφαλιστής γνώριζε πολύ καλά το ιστορικό μου και αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στη συνέχιση της ασφάλισής μου με την εναγόμενη ασφαλώς δεν θα με ασφάλιζε”. Εξάλλου, την αντένσταση αυτή ο αναιρεσείων διατύπωσε απαραδέκτως ως λόγο έφεσης, χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, και συνεπώς δεν υφίστατο υποχρέωση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, αφού έτσι όπως προβλήθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ήταν μη νόμιμος, αφού ο ως άνω Ι. Ζ. δεν ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της εναγόμενης, αλλά ασφαλιστικός σύμβουλος, όπως ρητά αναφέρεται στην έφεση [αλλά και στη σύμβασή του με την εναγόμενη] και συνεπώς η γνώση του σχετικά με την υγεία του ενάγοντος δεν εξομοιώνεται με τη γνώση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ’ άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί [ολΑΠ 25/2003, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 1221/2017]. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 361 ΑΚ και 1 τουΝ.2496/1997, ως προς την επέλευση του ένδικου ασφαλιστικού κινδύνου. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως αλυσιτελείς, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία ότι η ασφαλιστική κάλυψη του ενάγοντος εξαιρείται με βάση ρητό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης των διαδίκων. Η αιτιολογία αυτή, η οποία δεν προσβλήθηκε επιτυχώς με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης που απορρίφθηκαν, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης του ενάγοντος από την ένδικη ασφαλιστική περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 361 ΑΚ και 1 του Ν. 2496/1997, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε διότι δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθώς κατά τις σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α] ο ενάγων δεν τραυματίστηκε κατά το αναφερόμενο ατύχημα και β] εργαζόταν κανονικά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ισχυρίζεται ότι ασθενούσε λόγω των κακώσεων από το ως άνω ατύχημα και συνεπώς δεν επήλθε η ένδικη ασφαλιστική περίπτωση.
Με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ”κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών…, 2] αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος…, 3] αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4] αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5] αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν… και 6] αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση…. ”. Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς … αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απόλυτα [ΑΠ 2075/2022, ΑΠ894/2018].
Συνεπώς, στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι στηρίζονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης των λοιπών δικαστηρίων [ολΑΠ 45/1987, ΑΠ 269/2020], όπως, μεταξύ άλλων, είναι και ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο παραδοχής πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη ή ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων και στοιχείων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ή ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου της παραβίασης της αποδεικτικής βαρύτητας της αναφερόμενης πραγματογνωμοσύνης ή ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 13 του ίδιου άρθρου της παραβίασης των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης ή ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου της μη κήρυξης ακυρότητας ή απαραδέκτου ή ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 17 του ίδιου άρθρου της ύπαρξης αντιφατικών διατάξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τα οικεία μέρη του μοναδικού λόγου αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους ανωτέρω αριθμούς 10, 11, 12, 13, 14 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος την μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέστηκε και προσκόμισε, την παραδοχή των αναφερομένων πραγμάτων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, την μη απόδοση της προσήκουσας βαρύτητας στην αναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη και, όλως αορίστως, την παραβίαση των ορισμών του νόμου για την κατανομή του βάρους απόδειξης, την μη κήρυξη ακυρότητας ή απαραδέκτου και την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι από τους ανωτέρω αριθμούς δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατύπωσε σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από … αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της … απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
