Αριθμός 1179/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη – Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία “ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου Δεληγιάννη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Α., 2) Γ. Σ. του Α., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1440/2011 μη οριστική και 34645/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 587/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/3/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψη του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, ΑΠ 361/2004).
Συνεπώς, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο. Διαφορετική από την παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου είναι η ελαττωματική επίδοσή του, που επίσης συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου. Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοσή του σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του απολιπόμενου διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (πρβλ. ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 686/2020, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 1081/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ.1 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από απόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ’ αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για συζήτηση αίτησης αναίρεσης, για άγνωστης διαμονής αναιρεσείοντα, γίνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η δε επιτασσόμενη με την πρώτη από αυτές δημοσίευση περίληψης, σε δύο εφημερίδες εκδιδόμενες στην Αθήνα (ΑΠ 2085/2014, ΑΠ 1506/2011, ΑΠ 420/1996 ΕλλΔνη 39.352). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 13-3-2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 587/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της υποθέσεως (8-1-2024), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η παριστάμενη αναιρεσείουσα, προς απόδειξη της κλητεύσεώς τους, επικαλείται και προσκομίζει τις υπ’ αριθ. 11296Δ/4-10-2022 και 11201Δ/27-9-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Π. Β., από τις οποίες προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8-1-2024 επιδόθηκε, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση: α) στον Β. Σ., κάτοικο, κατά το αναιρετήριο, … Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και ήδη αγνώστου διαμονής, με επίδοση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ενώ περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “…” που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη και στην εφημερίδα “…” που εκδίδεται στην Αθήνα (φύλλο της 12-10-2022), β) στον Γ. Σ., κάτοικο, κατά το αναιρετήριο, …, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, δια θυροκολλήσεως (άρθ. 128 παρ.4 ΚΠολΔ) όχι στη διεύθυνση της κατοικίας του αλλά στην οδό … στη Θεσσαλονίκη. Η επίδοση στον Β. Σ. πάσχει κατά πρώτον διότι η επίδοση του δικογράφου της αναιρέσεως έπρεπε να γίνει, κατά τα προεκτεθέντα, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, η δε περίληψη του κοινοποιηθέντος δικογράφου έπρεπε να γίνει σε δύο εφημερίδες των Αθηνών. Περαιτέρω, από τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι στη διεύθυνση … στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, φέρεται να κατοικεί ο Β. Σ. και όχι ο Γ. Σ., ο οποίος στο ίδιο δικόγραφο φέρεται ως πρώην κάτοικος Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, … και ήδη αγνώστου διαμονής. Επομένως, αμφότεροι οι διάδικοι κλητεύθηκαν σε λανθασμένες διευθύνσεις, ήτοι ο μεν Β. Σ. ως αγνώστου διαμονής, ο δε Γ. Σ. στη φερομένη ως διεύθυνση κατοικίας του Β. Σ., πράγμα που, κατά τα προεκτεθέντα, ισοδυναμεί με παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως επισπεύδει η αναιρεσείουσα και η κλήση για συζήτησή της δεν επιδόθηκε νόμιμα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 13-3-2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 587/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
