ΑΠΟΦΑΣΗ
Yalahow κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 02.09.2025 (προσφ. αριθ. 42341/21)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Σομαλός υπήκοος γεννηθείς το 1999, κάτοικος Λονδίνου, καταδικάστηκε σε ποινές φυλάκισης για κακόβουλη πρόκληση σωματικής βλάβης (Οκτώβριος 2017) και κατοχή ναρκωτικών με σκοπό τη διακίνηση (Ιανουάριος 2018). Η ημερομηνία λήξης των ποινών του ήταν η 29η Μαρτίου 2021.
Στις 31 Μαΐου 2019, στο ήμισυ της ποινής του, αποφυλακίστηκε υπό όρους σύμφωνα με τον νόμο περί ποινικής δικαιοσύνης του 2003. Μετά την αποφυλάκισή του, τοποθετήθηκε σε εγκεκριμένη κατοικία υπηρεσίας επιτήρησης. Στις 27 Ιουλίου 2019, διαπιστώθηκε ανησυχητική συμπεριφορά που περιελάμβανε μεταφορά ναρκωτικών στην κατοικία, παραβιάσεις κανονισμών και επιθετική συμπεριφορά προς το προσωπικό. Στις 31 Ιουλίου 2019, η άδειά του ανακλήθηκε και επέστρεψε στη φυλακή στις 2 Αυγούστου 2019.
Η υπόθεσή του παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Αποφυλακίσεων, η οποία στις 1 Οκτωβρίου 2019 αποφάσισε να διεξαχθεί προφορική ακρόαση. Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2020, έξι μήνες μετά την ανάκληση. Η Επιτροπή αρνήθηκε να διατάξει την εκ νέου αποφυλάκισή του. Στις 29 Μαρτίου 2021, αποφυλακίστηκε λόγω λήξης της ποινής του.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ καταγγέλλοντας παραβίαση του άρθρου 5 § 4 της ΕΣΔΑ, ισχυριζόμενος ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Αποφυλακίσεων μετά την ανάκληση της άδειάς του ήταν αργή, αυθαίρετη και άδικη.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε τη νομολογία του σχετικά με το άρθρο 5 § 4 σε περιπτώσεις ανάκλησης υπό όρους απόλυσης κρατουμένων με ορισμένη ποινή. Στην υπόθεση Brown κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφαση) της 26.10.2004 με αριθμ. προσφ. 968/04, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν ανακύπτουν νέα ζητήματα νομιμότητας κράτησης, καθώς η δικαστική επανεξέταση ενσωματώνεται στην αρχική καταδίκη. Αντιθέτως, στην υπόθεση Etute κατά Λουξεμβούργου της 30.01.2018 με αριθμ. προσφ. 18233/16, το Δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι η υπόθεση Etute αφορούσε διαφορετικό νομικό πλαίσιο, όπου η υπό όρους απόλυση στο Λουξεμβούργο συνεπαγόταν διακοπή της εκτέλεσης της ποινής και ο χρόνος υπό όρους απόλυσης δεν συνυπολογιζόταν στην ποινή. Αντιθέτως, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η υπό όρους απόλυση κρατουμένου με ορισμένη ποινή αποτελεί μέρος της εκτέλεσης της ποινής και ο χρόνος εκτός φυλακής υπολογίζεται στην ποινή, χωρίς δυνατότητα παράτασης πέραν της καθορισμένης ημερομηνίας λήξης.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να αποκλίνει από την προηγούμενη νομολογία του και ότι το άρθρο 5 § 4 δεν εφαρμόζεται μετά την ανάκληση της υπό όρους απόλυσης κρατουμένου με ορισμένη ποινή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το ΕΔΔΑ κήρυξε ομόφωνα την προσφυγή απαράδεκτη ως ασυμβίβαστη ratione materiae με τις διατάξεις της Σύμβασης.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων καταδικάστηκε στις 13 Οκτωβρίου 2017 για εκ προθέσεως πρόκληση σωματικής βλάβης σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και τριών μηνών. Στις 15 Ιανουαρίου 2018 καταδικάστηκε για κατοχή ναρκωτικών κατηγορίας Α με σκοπό τη διακίνηση σε επιπλέον ποινή ενός έτους και έξι μηνών. Η ημερομηνία λήξης των ποινών ήταν η 29η Μαρτίου 2021.
Στις 31 Μαΐου 2019 αποφυλακίστηκε υπό όρο στο ήμισυ της ποινής. Στις 31 Ιουλίου 2019 η άδειά του ανακλήθηκε λόγω παραβιάσεων. Στις 11 Φεβρουαρίου 2020 η Επιτροπή Αποφυλακίσεων αρνήθηκε να διατάξει την αποφυλάκισή του. Στις 29 Μαρτίου 2021 αποφυλακίστηκε με τη λήξη της ποινής του.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 5 § 4
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι στην υπόθεση Brown κατά Ηνωμένου Βασιλείου είχε κρίνει ότι μετά την ανάκληση της υπό όρους απόλυσης κρατουμένου με ορισμένη ποινή δεν ανακύπτουν νέα ζητήματα νομιμότητας κράτησης. Η υπόθεση Etute αφορούσε διαφορετικό νομικό πλαίσιο στο Λουξεμβούργο, όπου η υπό όρους απόλυση διέκοπτε την εκτέλεση της ποινής.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η υπό όρους απόλυση κρατουμένου με ορισμένη ποινή αποτελεί μέρος της εκτέλεσης της ποινής, ο χρόνος υπολογίζεται στην ποινή και δεν υπάρχει δυνατότητα παράτασης. Επομένως, το σύνολο της ποινής, είτε εκτελείται εντός είτε εκτός φυλακής, συνιστά την ποινή για το αδίκημα.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το άρθρο 5 § 4 δεν εφαρμόζεται και κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη ratione materiae.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Όταν κρατούμενος με ορισμένη ποινή αποφυλακίζεται υπό όρους στο Ηνωμένο Βασίλειο, η απόφαση αυτή δεν διακόπτει την εκτέλεση της ποινής του, δεδομένου ότι η αποφυλάκιση αποτελεί αυτή καθ’ εαυτή μέρος της εκτέλεσης της ποινής» (παρ. 52).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αποσαφηνίζει τη διάκριση μεταξύ συστημάτων που αφορούν την υφ’ όρον απόλυση, στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 5 § 4 και εκείνων στα οποία δεν εφαρμόζεται. Η διάκριση βασίζεται στο εάν η υφ΄όρον απόλυση διακόπτει την εκτέλεση της ποινής (οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 5 § 4) ή αποτελεί μέρος αυτής (οπότε δεν εφαρμόζεται).
Η απόφαση επιβεβαιώνει τη νομολογία Ganusauskas κατά Λιθουανίας (απόφαση) της 07.09.1999 με αριθμ. προσφ. 47922/99 και Brown κατά Ηνωμένου Βασιλείου, διακρίνοντάς τες από την υπόθεση Etute κατά Λουξεμβούργου.
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ διαφέρει από τη νομολογία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, η οποία στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 35 για το άρθρο 9 του ΔΣΑΠΔ έχει υιοθετήσει ευρύτερη προσέγγιση, τονίζοντας ότι κάθε στέρηση ελευθερίας πρέπει να υπόκειται σε δικαστική επανεξέταση.
Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με την προγενέστερη νομολογία του ΕΔΔΑ, πλην όμως θέτει το ερώτημα εάν η διάκριση μεταξύ συστημάτων υφ΄όρον απόλυσης είναι δικαιολογημένη από την οπτική της προστασίας των δικαιωμάτων. Κρατούμενος του οποίου η άδεια ανακαλείται στη βάση αμφισβητούμενων κατηγοριών στερείται, στο βρετανικό σύστημα, της προστασίας του άρθρου 5 § 4, ενώ σε άλλα συστήματα θα την απολάμβανε.
