ΑΠΟΦΑΣΗ
Bilyavska κατά Ουκρανίας της 27.03.2025 (προσφ. αριθ. 84568/17)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα, Mariya Vasylivna Bilyavska, γεννήθηκε το 1948 και κατοικεί στο Κίεβο. Το 1997 κληρονόμησε από την αποβιώσασα μητέρα της μια μονοκατοικία στην πόλη Μπούτσα της περιφέρειας Κιέβου. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, κατοικούσε στο σπίτι από την κατασκευή του το 1976.
Το 1982 η προσφεύγουσα μετακόμισε στο Κίεβο, όπου διαθέτει διαμέρισμα σε συνιδιοκτησία με την ενήλικη κόρη και τον ενήλικο γιο της. Έκαστος κατέχει 1/3 εξ αδιαίρετου του διαμερίσματος.
Κατά την προσφεύγουσα, το 2004 επέτρεψε στην κόρη και τον γιο της να μετακομίσουν στο σπίτι της Μπούτσα μαζί με τους συζύγους και τα ανήλικα τέκνα τους. Αυτό υποτίθεται ότι ήταν προσωρινό μέτρο μέχρι να επιλύσουν τα στεγαστικά τους ζητήματα. Το 2010 η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι επέστρεψε στο σπίτι.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η συμβίωση αποδείχθηκε δύσκολη. Υπήρχαν διαρκείς διαμάχες. Τα παιδιά της της παραχώρησαν ένα μικρό δωμάτιο 9 τ.μ. και δεν της επέτρεπαν να κυκλοφορεί ελεύθερα στο σπίτι ή να χρησιμοποιεί την κουζίνα και το μπάνιο. Είχαν προβεί σε αυθαίρετες κατασκευαστικές μεταβολές και είχαν τοποθετήσει κλειδαριές σε όλες τις πόρτες. Οι λογαριασμοί κοινοχρήστων δεν πληρώνονταν και είχαν συσσωρευτεί χρέη στο όνομά της ως ιδιοκτήτριας.
Το 2011 και το 2014 μέλος του δημοτικού συμβουλίου της Μπούτσα διενήργησε έλεγχο στις συνθήκες διαβίωσης και διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε πρόσβαση σε ένα μόνο δωμάτιο «ακατάλληλο για διαβίωση» και ότι οι λοιποί ένοικοι δεν της επέτρεπαν πρόσβαση σε άλλα μέρη του ακινήτου.
Το 2011 η προσφεύγουσα αναγκάστηκε να επιστρέψει στο διαμέρισμα του Κιέβου. Μεταξύ 2010 και 2016 υπέβαλε 12 καταγγελίες στην αστυνομία, καταγγέλλοντας παραβίαση των δικαιωμάτων της από τα παιδιά της. Η αστυνομία εξέδωσε «προειδοποιήσεις» αλλά δεν κίνησε ποινική διαδικασία.
Τον Μάρτιο 2016 η προσφεύγουσα κίνησε αγωγή κατά της κόρης, του γιου και των συζύγων τους, ζητώντας την έξωσή τους από το σπίτι. Ισχυρίστηκε ότι τους είχε επιτρέψει να κατοικήσουν προσωρινά και ότι λόγω της συμπεριφοράς τους η συμβίωση κατέστη αδύνατη. Επίσης τόνισε ότι ήταν ηλικιωμένη γυναίκα με εύθραυστη υγεία και χρειαζόταν προστασία.
Στις 6 Ιουνίου 2016 το Τοπικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Περιφερειακό Εφετείο Κιέβου και το Ανώτερο Ειδικευμένο Δικαστήριο.
Τα δικαστήρια εφάρμοσαν τα άρθρα 64, 116 και 156 του Κώδικα Στέγασης του 1983, κρίνοντας ότι τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη που εγκαθίστανται σε κατοικία αποκτούν δικαιώματα χρήσης ίσα με εκείνα του ιδιοκτήτη και ότι η έξωσή τους είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που απαιτούν απόδειξη: (i) συστηματικής κακής χρήσης ή βλάβης του ακινήτου ή παραβίασης των κανόνων «σοσιαλιστικής συνύπαρξης», και (ii) αναποτελεσματικότητας προληπτικών μέτρων. Τα δικαστήρια έκριναν ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι φερόμενες ενέργειες ήταν «συστηματικές» ή ότι εφαρμόστηκαν και απέτυχαν προληπτικά μέτρα.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του ΠΠΠ και του άρθρου 8. Υπενθύμισε ότι τα Κράτη υποχρεούνται να παρέχουν δικαστικές διαδικασίες με τις αναγκαίες δικονομικές εγγυήσεις, ώστε τα εθνικά δικαστήρια να επιλύουν αποτελεσματικά και δίκαια διαφορές μεταξύ ιδιωτών.
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα εθνικά δικαστήρια εφάρμοσαν αποκλειστικά τον Κώδικα Στέγασης του 1983 χωρίς να εξετάσουν τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα του 2004 που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Δεν παρασχέθηκε καμία εξήγηση για τον λόγο που δεν εφαρμόστηκε ο Αστικός Κώδικας, παρότι η Ολομέλεια του Ανώτερου Ειδικευμένου Δικαστηρίου είχε κρίνει το 2014 ότι οι σχέσεις από τη συμβίωση ιδιοκτήτη με μέλη της οικογένειάς του ρυθμίζονται από τον Αστικό Κώδικα.
Επιπλέον, τα δικαστήρια δεν εξήγησαν γιατί οι πολυάριθμες καταγγελίες της προσφεύγουσας στην αστυνομία δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ένδειξη «συστηματικής» παραβίασης και γιατί οι προειδοποιήσεις της αστυνομίας δεν αποτελούσαν απόδειξη αναποτελεσματικότητας προληπτικών μέτρων.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο Κώδικας Στέγασης του 1983 θεσπίστηκε σε εποχή κατά την οποία η Ουκρανία αποτελούσε μέρος της Σοβιετικής Ένωσης και δεν αναγνώριζε το δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. Η εφαρμογή του «δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες πραγματικότητες και τις τρέχουσες κοινωνικές σχέσεις».
Υπό το πρίσμα του άρθρου 8, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σπίτι της Μπούτσα αποτελούσε την «κατοικία» της προσφεύγουσας, λαμβανομένης υπόψη της ιδιοκτησίας της, της επιθυμίας της να επιστρέψει και του ότι η ίδια η κατάσταση που καταγγέλλει την εμποδίζει να κατοικήσει μόνιμα. Τα εθνικά δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη την ευαλωτότητά της ως ηλικιωμένης γυναίκας.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση των άρθρου 8 και του άρθρου 1 του ΠΠΠ και επιδίκασε 5.900 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.600 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 8,
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι διαφορές μεταξύ ιδιωτών δεν εγείρουν αυτοτελώς ευθύνη του Κράτους, αλλά το Κράτος υποχρεούται να παρέχει δικαστικές διαδικασίες που επιτρέπουν την αποτελεσματική και δίκαιη επίλυση των διαφορών. Το έργο του Δικαστηρίου είναι να εκτιμήσει αν οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ήταν αυθαίρετες ή προδήλως παράλογες.
Τα εθνικά δικαστήρια εφάρμοσαν αποκλειστικά τις διατάξεις του Κώδικα Στέγασης χωρίς να εξετάσουν τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Δεν παρασχέθηκε εξήγηση για τον λόγο που δεν εφαρμόστηκε ο Αστικός Κώδικας.
Επιπλέον, τα δικαστήρια δεν εξήγησαν γιατί οι πολυάριθμες καταγγελίες στην αστυνομία δεν συνιστούσαν «συστημική» παραβίαση και γιατί οι προειδοποιήσεις της αστυνομίας δεν αποτελούσαν απόδειξη αναποτελεσματικότητας προληπτικών μέτρων.
Ο Κώδικας Στέγασης του 1983 θεσπίστηκε σε πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς που δεν αναγνώριζε το δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. Με τις αποφάσεις τους τα δικαστήρια επέβαλαν βαρύ βάρος στην προσφεύγουσα παρά τα αδιαμφισβήτητα δικαιώματα ιδιοκτησίας της, χωρίς καμία προσπάθεια αξιολόγησης της ισορροπίας μεταξύ των διακυβευόμενων συμφερόντων.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ.
Άρθρο 8
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι εγγυήσεις του άρθρου 8, και ιδιαίτερα το δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας, έχουν κεντρική σημασία για την ταυτότητα, τη φυσική και ηθική ακεραιότητα και την ασφαλή θέση του ατόμου στην κοινότητα. Η κατοικία είναι ο χώρος όπου το άτομο αναμένεται να αισθάνεται ασφαλές χωρίς ανεπιθύμητες παρεμβάσεις.
Η έννοια της «κατοικίας» είναι αυτόνομη και εξαρτάται από τις πραγματικές περιστάσεις, ιδίως την ύπαρξη επαρκών και συνεχών δεσμών με συγκεκριμένο τόπο. Στην προκειμένη υπόθεση, παρότι ο δεσμός της προσφεύγουσας με το σπίτι μπορεί να θεωρηθεί ασθενέστερος λόγω της κατάστασης που καταγγέλλει, θα ήταν παράδοξο αν η ίδια η φερόμενη παραβίαση οδηγούσε σε άρνηση ότι το σπίτι αποτελεί «κατοικία» της.
Τα εθνικά δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη την ευαλωτότητα της προσφεύγουσας ως ηλικιωμένης γυναίκας που προσπαθεί να ανακτήσει πρόσβαση στην κατοικία της.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η κατοικία είναι συνήθως ο χώρος όπου το άτομο αναμένεται να αισθάνεται ασφαλές και προστατευμένο από ανεπιθύμητες παρεμβάσεις. Η συμβίωση με ανεπιθύμητα πρόσωπα έχει πολύ σημαντικές επιπτώσεις στην ιδιωτικότητα και τα λοιπά συμφέροντα που προστατεύονται από το άρθρο 8» (παρ. 60).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών να παρέχουν αποτελεσματικό δικαστικό πλαίσιο για την επίλυση ιδιωτικών διαφορών περιουσιακού χαρακτήρα και σεβασμού της κατοικίας.
Η απόφαση ακολουθεί την απόφαση Irina Smirnova κατά Ουκρανίας της 13.10.2016 με αριθμ. προσφ. 1870/05, η οποία αφορούσε επίσης υποχρέωση ιδιοκτήτη να συμβιώνει με ανεπιθύμητα πρόσωπα.
Αξιοσημείωτη είναι η κριτική του Δικαστηρίου στην εφαρμογή νομοθεσίας της σοβιετικής εποχής που «δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες πραγματικότητες», επιβεβαιώνοντας την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ουκρανίας σε απόφαση του 2020.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ και αναδεικνύει τη σημασία της εξισορρόπησης συμφερόντων σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών.
Ταυτόχρονα, η απόφαση θέτει ζητήματα σχετικά με τα όρια των θετικών υποχρεώσεων των Κρατών και την αλληλεπίδραση μεταξύ παλαιάς νομοθεσίας και σύγχρονων αντιλήψεων περί προστασίας της ιδιοκτησίας.
Συμπερασματικά, η Bilyavska αποτελεί πολύτιμο οδηγό για τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν τη νομοθεσία κατά τρόπο που αντανακλά τις σύγχρονες πραγματικότητες και να λαμβάνουν υπόψη την ευαλωτότητα των διαδίκων.
