ΑΠΟΦΑΣΗ
Z κ.α. κατά Φινλανδίας της 16.12.2025 (προσφ. αριθ. 42758/23)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι προσφεύγοντες είναι Ρώσος υπήκοος και τα δύο ανήλικα τέκνα του, γεννηθέντα το 2011 και το 2013 αντίστοιχα. Τον Σεπτέμβριο του 2022, ο πρώτος προσφεύγων απομάκρυνε τα παιδιά από τη Ρωσία και τα μετέφερε στη Φινλανδία χωρίς τη συναίνεση της μητέρας τους, με την οποία είχε χωρίσει όταν τα παιδιά ήταν πέντε και τριών ετών αντίστοιχα. Τα παιδιά διέμεναν με τη μητέρα τους, αλλά ο πατέρας διατηρούσε τακτική επαφή μαζί τους.
Μετά την άφιξή τους στη Φινλανδία, ο πρώτος προσφεύγων υπέβαλε αίτηση ασύλου για λογαριασμό του ιδίου και των παιδιών, επικαλούμενος αντίθεση στο ρωσικό καθεστώς και στον πόλεμο στην Ουκρανία. Τον Ιανουάριο του 2023, η μητέρα κίνησε διαδικασία ενώπιον του Εφετείου του Ελσίνκι για την επιστροφή των παιδιών βάσει της Σύμβασης της Χάγης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών.
Ο πατέρας αντιτάχθηκε, επικαλούμενος σοβαρό κίνδυνο ψυχολογικής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής, ιδίως λόγω στρατιωτικού σχολείου που φοιτούσαν τα παιδιά στη Ρωσία, καθώς και τις αντιρρήσεις των ίδιων των παιδιών. Το Εφετείο του Ελσίνκι απέρριψε την αίτηση της μητέρας, κρίνοντας ότι υφίστατο σοβαρός κίνδυνος ψυχολογικής βλάβης. Η μητέρα άσκησε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας, αφού άκουσε το μεγαλύτερο παιδί χωριστά και διεξήγαγε προφορική ακροαματική διαδικασία, διέταξε την επιστροφή αμφοτέρων των παιδιών στη Ρωσία. Έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε σοβαρός κίνδυνος κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 (β) της Σύμβασης της Χάγης. Αναγνώρισε ότι το μεγαλύτερο παιδί (12 ετών) αντιτασσόταν ισχυρά και αληθινά στην επιστροφή του και είχε την ωριμότητα ώστε να ληφθεί υπόψη η γνώμη του, ενώ το μικρότερο παιδί (10 ετών) δεν είχε ακόμη την απαιτούμενη ωριμότητα. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών εξυπηρετείτο με την επιστροφή τους στη Ρωσία, όπου είχαν ζήσει καθ’ όλη τους τη ζωή με τη μητέρα τους.
Στις 12 Δεκεμβρίου 2023, η Υπηρεσία Μετανάστευσης χορήγησε άσυλο και στους τρεις προσφεύγοντες. Στον πατέρα χορηγήθηκε άσυλο λόγω κινδύνου πολιτικών διώξεων, ενώ τα παιδιά έλαβαν άσυλο αυτομάτως ως ανήλικα τέκνα προσώπου στο οποίο χορηγήθηκε άσυλο. Ο πατέρας υπέβαλε αίτηση ανατροπής της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με έκτακτο ένδικο μέσο, η οποία απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι το καθεστώς ασύλου των παιδιών απορρέει από εκείνο του πατέρα τους και δεν βασίζεται σε αυτοτελή εκτίμηση κινδύνου για τα ίδια τα παιδιά.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το πρίσμα του άρθρου 8 (σεβασμός οικογενειακής ζωής) και του άρθρου 3 (απαγόρευση κακομεταχείρισης).
Ως προς το άρθρο 8, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το άρθρο 8 στα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των απαιτήσεων της Σύμβασης της Χάγης. Για να επιτευχθεί αρμονική ερμηνεία μεταξύ των δύο Συμβάσεων, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: αφενός, οι παράγοντες που μπορούν να συνιστούν εξαίρεση από την άμεση επιστροφή πρέπει να λαμβάνονται γνησίως υπόψη, και αφετέρου, οι παράγοντες αυτοί πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα του άρθρου 8.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια εξέτασαν επαρκώς: (α) εάν υφίστατο σοβαρός κίνδυνος ψυχολογικής βλάβης, (β) εάν τα παιδιά αντιτάσσονταν στην επιστροφή τους και είχαν την απαιτούμενη ωριμότητα, και (γ) εάν ήταν δυνατή η διατήρηση επαφής με τον πατέρα. Το Ανώτατο Δικαστήριο βασίστηκε σε συνεντεύξεις που διενήργησαν κοινωνικοί λειτουργοί, άκουσε χωριστά το μεγαλύτερο παιδί και αιτιολόγησε επαρκώς τις κρίσεις του. Επίσης, έκρινε ότι η χορήγηση ασύλου στα παιδιά δεν αποτελούσε νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι το καθεστώς ασύλου τους απορρέει από εκείνο του πατέρα και δεν βασίζεται σε αυτοτελή εκτίμηση κινδύνου.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια συμμορφώθηκαν με τις δικονομικές απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 8, ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν ήταν συναφείς και επαρκείς, και ότι η αιτιολογία δεν ήταν αυτοματοτοποιημένη ή στερεότυπη αλλά επαρκώς λεπτομερής.
Ως προς το άρθρο 3, το Δικαστήριο έκρινε την καταγγελία απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη, καθώς δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει κανείς ότι τα παιδιά θα εκτίθεντο σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 σε περίπτωση επιστροφής τους.
Το ΕΔΔΑ αποφάσισε ομόφωνα: (1) να κηρύξει παραδεκτή την καταγγελία βάσει του άρθρου 8 και απαράδεκτο το υπόλοιπο της προσφυγής, (2) ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8, και (3) να διατηρήσει σε ισχύ την υπόδειξη προς την Κυβέρνηση βάσει του Κανόνα 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου περί μη απέλασης των παιδιών έως ότου η απόφαση καταστεί αμτάκλητη ή μέχρι νεοτέρας.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Οι προσφεύγοντες είναι τρεις Ρώσοι υπήκοοι: ο πατέρας (γεν. 1983) και τα δύο ανήλικα τέκνα του (γεν. 2011 και 2013). Οι γονείς χώρισαν όταν τα παιδιά ήταν πέντε και τριών ετών. Τα παιδιά διέμεναν με τη μητέρα τους στη Ρωσία, ενώ ο πατέρας διατηρούσε τακτική επικοινωνία.
Τον Σεπτέμβριο του 2022, ο πατέρας μετέφερε τα παιδιά από τη Ρωσία στη Φινλανδία χωρίς τη συναίνεση της μητέρας. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2022 υπέβαλε αίτηση ασύλου για λογαριασμό του ιδίου και των παιδιών, επικαλούμενος αντίθεση στο ρωσικό καθεστώς και στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Στις 23 Ιανουαρίου 2023, η μητέρα κίνησε διαδικασία επιστροφής των παιδιών ενώπιον του Εφετείου του Ελσίνκι βάσει της Σύμβασης της Χάγης. Ο πατέρας αντιτάχθηκε, επικαλούμενος σοβαρό κίνδυνο ψυχολογικής βλάβης λόγω στρατιωτικού σχολείου που φοιτούσαν τα παιδιά, καθώς και τις αντιρρήσεις τους.
Στις 8 Μαρτίου 2023, το Εφετείο απέρριψε την αίτηση της μητέρας, κρίνοντας ότι υφίστατο σοβαρός κίνδυνος. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν έφεσης της μητέρας, διέταξε την επιστροφή αμφοτέρων των παιδιών, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε σοβαρός κίνδυνος και ότι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών εξυπηρετείτο με την επιστροφή τους.
Στις 12 Δεκεμβρίου 2023, η Υπηρεσία Μετανάστευσης χορήγησε άσυλο στον πατέρα λόγω κινδύνου πολιτικών διώξεων. Τα παιδιά έλαβαν άσυλο αυτομάτως. Οι αιτήσεις ανατροπής της απόφασης με έκτακτο ένδικο μέσο απορρίφθηκαν.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 8,
Άρθρο 3
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8 – Οικογενειακή ζωή
Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις αρχές που διέπουν τις υποθέσεις επιστροφής παιδιών βάσει της Σύμβασης της Χάγης, όπως αυτές συνοψίζονται στην απόφαση X κατά Λετονίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 26.11.2013 με αριθμ. προσφ. 27853/09. Υπάρχει ευρεία συναίνεση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου, ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους πρέπει να είναι πρωταρχικής σημασίας. Η ίδια αρχή ενυπάρχει στη Σύμβαση της Χάγης, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του παιδιού από τις επιβλαβείς συνέπειες της απαγωγής.
Οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 8 στα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των απαιτήσεων της Σύμβασης της Χάγης. Αρμονική ερμηνεία μεταξύ των δύο Συμβάσεων μπορεί να επιτευχθεί εφόσον πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, οι παράγοντες που μπορούν να συνιστούν εξαίρεση από την άμεση επιστροφή πρέπει να λαμβάνονται γνησίως υπόψη από το δικαστήριο του αιτούμενου Κράτους, και δεύτερον, οι παράγοντες αυτοί πρέπει να αξιολογούνται υπό το φως του άρθρου 8.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαταγή επιστροφής συνιστούσε επέμβαση στην οικογενειακή ζωή και των τριών προσφευγόντων. Η επέμβαση ήταν σύμφωνη με τον νόμο, καθώς βασιζόταν στο άρθρο 34 του Νόμου περί Γονικής Μέριμνας και Δικαιώματος Επικοινωνίας, που ενσωματώνει το άρθρο 13 παρ. 1 της Σύμβασης της Χάγης. Επίσης, επεδίωκε θεμιτό σκοπό, την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων, συγκεκριμένα των δικαιωμάτων των παιδιών και της μητέρας τους.
Ως προς την αναγκαιότητα σε μια δημοκρατική κοινωνία, κρίσιμο ζήτημα είναι εάν επιτεύχθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων εντός του περιθωρίου εκτιμήσεως που απολαύουν τα Κράτη, λαμβανομένου πάντως υπόψη ότι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό ζήτημα.
Τα εθνικά δικαστήρια εξέτασαν: (α) εάν υφίστατο σοβαρός κίνδυνος ψυχολογικής βλάβης ή αφόρητης κατάστασης, (β) εάν τα παιδιά αντιτάσσονταν στην επιστροφή και είχαν την απαιτούμενη ωριμότητα, και (γ) εάν ο πατέρας μπορούσε να διατηρήσει επικοινωνία με τα παιδιά.
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε σοβαρός κίνδυνος. Η μεταγενέστερη χορήγηση ασύλου δεν ανέτρεπε την εκτίμηση αυτή, διότι το καθεστώς ασύλου των παιδιών απορρέει από εκείνο του πατέρα τους και δεν βασίζεται σε αυτοτελή εκτίμηση κινδύνου για τα ίδια τα παιδιά. Ως προς τις αντιρρήσεις, το μεγαλύτερο παιδί αντιτασσόταν πραγματικά, ενώ το μικρότερο δεν είχε την απαιτούμενη ωριμότητα. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το βέλτιστο συμφέρον αμφοτέρων εξυπηρετείτο με την επιστροφή τους. Τέλος, αναγνώρισε ότι η επιστροφή θα δυσχεράνει τη διατήρηση επαφής με τον πατέρα, αλλά έκρινε ότι το συμφέρον επιστροφής υπερίσχυε.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια συμμορφώθηκαν με τις δικονομικές απαιτήσεις του άρθρου 8, λαμβάνοντας γνησίως υπόψη τους παράγοντες που θα μπορούσαν να συνιστούν εξαίρεση. Οι λόγοι που προβλήθηκαν ήταν συναφείς και επαρκείς. Η αιτιολογία δεν ήταν τυπική και στερεότυπη, αλλά επαρκώς λεπτομερής. Η επέμβαση ήταν επομένως αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα μη παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η δέουσα συνεκτίμηση τέτοιων ισχυρισμών, η οποία αποδεικνύεται από αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων που δεν είναι αυτόματη και στερεότυπη, αλλά επαρκώς λεπτομερής υπό το φως των εξαιρέσεων που προβλέπονται στη Σύμβαση της Χάγης και οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά, είναι αναγκαία» (παρ. 46).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αφορά τη σχέση μεταξύ της Σύμβασης της Χάγης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών και του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, με ιδιαίτερη αναφορά στην αυτόματη χορήγηση καθεστώτος ασύλου σε παιδιά λόγω ασύλου του γονέα τους.
Η απόφαση επιβεβαίωσε τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση X κατά Λετονίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 26.11.2013 με αριθμ. προσφ. 27853/09, όπου το Δικαστήριο έθεσε τις δικονομικές απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 8: τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν πραγματικά υπόψη τους παράγοντες που μπορούν να συνιστούν εξαίρεση και να αιτιολογούν επαρκώς τις αποφάσεις τους. Η απόφαση ακολουθεί επίσης τη γραμμή των αποφάσεων Neulinger και Shuruk κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 06.07.2010 με αριθμ. προσφ. 41615/07 και K.B. και λοιποί κατά Κροατίας της 14.03.2017 με αριθμ. προσφ. 36216/13, όπου το Δικαστήριο εξέτασε τη στάθμιση μεταξύ των αντιρρήσεων του παιδιού και του βέλτιστου συμφέροντός του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόφαση του Δικαστηρίου ότι η αυτόματη χορήγηση ασύλου στα παιδιά λόγω ασύλου του πατέρα τους δεν αποτελεί αυτοτελώς νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να ανατρέψει την εκτίμηση περί απουσίας σοβαρού κινδύνου. Το Δικαστήριο δέχθηκε την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Φινλανδίας ότι το καθεστώς ασύλου των παιδιών απορρέει από εκείνο του πατέρα και δεν βασίζεται σε αυτοτελή εκτίμηση κινδύνου για τα ίδια τα παιδιά.
Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ παρουσιάζει ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές με τη νομολογία άλλων διεθνών οργάνων σχετικά με τα δικαιώματα του παιδιού.
Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ έχει τονίσει στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 14 (2013) ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό ζήτημα σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν. Στο πλαίσιο της νομολογίας για τα παιδιά που ζητούν άσυλο, η Επιτροπή έχει υπογραμμίσει την ανάγκη αυτοτελούς εξέτασης του κινδύνου που αντιμετωπίζουν, ανεξαρτήτως του καθεστώτος των γονέων τους.
Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Γνωμοδότηση OC-21/14 της 19.08.2014, ανέπτυξε εκτενώς τις υποχρεώσεις των Κρατών έναντι παιδιών μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Το Δικαστήριο τόνισε την ανάγκη ατομικής αξιολόγησης κάθε παιδιού και την υποχρέωση διασφάλισης της αρχής της μη επαναπροώθησης (non-refoulement) σε σχέση με τα ίδια τα παιδιά, ανεξαρτήτως του καθεστώτος των γονέων τους.
Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 17, τόνισε ότι τα παιδιά δικαιούνται ιδιαίτερη προστασία λόγω της ευαλωτότητάς τους.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση ακολουθεί την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τη Σύμβαση της Χάγης και επιβεβαιώνει τον σεβασμό του περιθωρίου εκτίμησης των εθνικών δικαστηρίων. Ωστόσο, η σύμφωνη γνώμη των Δικαστών Yüksel και Mercer εγείρει ουσιώδη ερωτήματα για τη μελλοντική νομολογία.
Οι Δικαστές επισημαίνουν ότι η υπόθεση θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της επιστροφής παιδιών σε χώρα από την οποία έχουν λάβει άσυλο. Η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Φινλανδίας, η οποία επικεντρώθηκε στην αυτόματη φύση της χορήγησης ασύλου, ενδέχεται να μην αρκεί από μόνη της. Η εστίαση στον αυτόματο χαρακτήρα της χορήγησης ασύλου θα μπορούσε να οδηγήσει το Ανώτατο Δικαστήριο να παραλείψει την αξιολόγηση των συνεπειών του ασύλου για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα παιδιά σε περίπτωση επιστροφής.
Γενικώς, είναι εγγενές στην έννοια του ασύλου ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για όσους το έχουν λάβει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής. Είναι θεμελιώδες για την προστασία από την αυθαίρετη επαναπροώθηση ότι απαγορεύεται η επιστροφή στη χώρα από την οποία έχουν διαφύγει οι αιτούντες άσυλο. Ακόμη και αν το άσυλο του παιδιού απορρέει από εκείνο του γονέα, το παιδί έχει πράγματι λάβει άσυλο. Ως εκ τούτου, η διαταγή επιστροφής χωρίς επανεξέταση του κατά πόσον η χορήγηση ασύλου θα μπορούσε να συνεπάγεται κίνδυνο για τα παιδιά σε περίπτωση επιστροφής, ενδέχεται να παρακάμπτει το ουσιώδες ζήτημα.
Συμπερασματικά, η προκειμένη απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία περί διεθνούς απαγωγής παιδιών, αλλά η σύμφωνη γνώμη δύο δικαστών αναδεικνύει ότι το ΕΔΔΑ ενδέχεται να μην έχει ακόμη αναπτύξει επαρκή κριτήρια για την αντιμετώπιση της σύγκρουσης μεταξύ της Σύμβασης της Χάγης και του δικαίου προστασίας των προσφύγων, ιδίως όταν πρόκειται για παιδιά που έχουν λάβει άσυλο, έστω και αυτομάτως.
Όταν το δίκαιο αντιμετωπίζει το άσυλο ως αφηρημένη ετικέτα αντί ως ασπίδα προστασίας, τα παιδιά καθίστανται πιόνια σε μια σκακιέρα διεθνών υποχρεώσεων, ενώ θα έπρεπε να είναι τα ίδια που προστατεύονται από κάθε απειλή.
