ΑΠΟΦΑΣΗ
Ftiti κατά Ελλάδας της 26.08.2025 (προσφ. αριθ. 37957/14)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Τυνήσιος υπήκοος, καταδικάστηκε από το ΜΟΔ Χανίων στις 17 Φεβρουαρίου 2010 σε δεκαεπτά έτη κάθειρξη για διακεκριμένη ζωοκλοπή από κοινού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε η έφεση να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και διέταξε την απέλασή του μετά την έκτιση της ποινής.
Ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια στις 30 Ιανουαρίου 2014 προσδιορίστηκε η έφεση να εκδικαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΜΟΕ Κρήτης). Ο προσφεύγων εμφανίστηκε στο δικαστήριο, αλλά αναβλήθηκε η εκδίκαση για τις 13 Νοεμβρίου 2014 λόγω απουσίας βασικών μαρτύρων κατηγορίας. Η εκδίκαση της έφεσης όμως αναβλήθηκε και πάλι, για κώλυμα του συνηγόρου του προσφεύγοντος και προσδιορίστηκε να εκδικαστεί την 1η Νοεμβρίου 2015.
Στη συνέχεια ο προσφύγων έχοντας επιδείξει καλή συμπεριφορά κατά τον χρόνο της κράτησής του και συμπληρώσει τα 3/5 της ποινής του, συμπεριλαμβανομένων της πραγματικής έκτισης και των ημερών εργασίας του, απολύθηκε υφ΄όρον από τις φυλακές σύμφωνα με το άρθρο 105Β του Ποινικού Κώδικα,
Ο προσφεύγων αποφυλακίστηκε στις 6 Μαρτίου 2015, αλλά μεταφέρθηκε στο Τμήμα Παράνομης Μετανάστευσης στην Τρίγλια και τοποθετήθηκε σε κέντρο κράτησης μεταναστών. Στις 22 Απριλίου 2015 και ενώ ήταν εκκρεμής η εκδίκαση της έφεσής του, που είχε προσδιοριστεί για 13 Νοεμβρίου 2015, απελάθηκε στην Τυνησία και του απαγορεύτηκε η είσοδος στην Ελλάδα και γενικά στον χώρο Σένγκεν.
Την 1η Νοεμβρίου 2015, το ΜΟΕ Κρήτης απέρριψε την έφεση λόγω μη εμφάνισης του προσφεύγοντος στο δικαστήριο.
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι η καθυστέρηση των έξι ετών για την εκδίκαση της έφεσής του προσφεύγοντος, σε συνδυασμό με την απουσία ανασταλτικού αποτελέσματος της πρωτόδικης ποινής και την άμεση απέλαση του, καθιστούσε το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της έφεσης απολύτως αναποτελεσματικό. Μετά την έκτιση των 3/5 της ποινής του και την υφ΄όρον απόλυσή του, η εξέταση του ενδίκου μέσου της έφεσης δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά οποιεσδήποτε τυχόν αστοχίες ή ελλείψεις της καταδικαστικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 7 (αναποτελεσματικό δικαίωμα επανεξέτασης της καταδικαστικής απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) και επιδίκασε για ηθική βλάβη 7.000 ευρώ.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1973 και ζει στη Σούσα της Τυνησίας. Ο προσφεύγων έλαβε άδεια διαμονής στην Ελλάδα και από το 1996 ζούσε στην Κρήτη. Έχει δύο παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα.
Στις 29 Δεκεμβρίου 2009, ο προσφεύγων συνελήφθη στο Ρέθυμνο ως ύποπτος για κλοπή ζώων, που διαπράχθηκε από κοινού, και τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση.
Στις 17 Φεβρουαρίου 2010 καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Χανίων σε 17 χρόνια κάθειρξη και σε χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έφεση του προσφεύγοντος να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και διέταξε την απέλασή του από την Ελλάδα μετά την έκτιση της ποινής του. Το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόφασή του για την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής λόγω άσκησης έφεσης.
Ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μετά από τέσσερα χρόνια στις 30 Ιανουαρίου 2014 προσδιορίστηκε η συζήτηση της έφεσής του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΜΟΕ Κρήτης), οπότε και εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Ωστόσο, η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 13 Νοεμβρίου 2014 λόγω απουσίας βασικών μαρτύρων κατηγορίας.
Στις 27 Οκτωβρίου 2014, ο διευθυντής της φυλακής Κασσάνδρας, όπου κρατείτο ο προσφεύγων, έστειλε επιστολή στον εισαγγελέα στην οποία ανέφερε ότι ο προσφεύγων δεν επιθυμούσε να μεταφερθεί στο δικαστήριο για την ακροαματική διαδικασία που είχε προγραμματιστεί για τις 13 Νοεμβρίου 2014, καθώς θα τον εκπροσωπούσε ο δικηγόρος του. Την ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας, ο προσφεύγων ζήτησε αναβολή με το αιτιολογικό ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του.
Στις 20 Ιανουαρίου 2015, ο προσφεύγων, ο οποίος εξακολουθούσε να κρατείται στην ίδια φυλακή, ενημερώθηκε ότι η συζήτηση της έφεσής του είχε αναβληθεί για την 1η Νοεμβρίου 2015.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2015, αφού είχε ήδη εκτίσει τα 3/5 της επιβληθείσας ποινής του, συμπεριλαμβανομένων πραγματικής έκτισης και ημερών εργασίας του και έχοντας επιδείξει καλή συμπεριφορά κατά τον χρόνο της κρατήσής του, το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο να απολυθεί υφ΄όρον από τις φυλακές σύμφωνα με το άρθρο 105Β του Ποινικού Κώδικα,
Ο προσφεύγων αποφυλακίστηκε επίσημα στις 6 Μαρτίου 2015, αλλά μεταφέρθηκε στο Τμήμα Παράνομης Μετανάστευσης στην Τρίγλια και τοποθετήθηκε σε κέντρο κράτησης μεταναστών. Στις 22 Απριλίου 2015 απελάθηκε στην Τυνησία και του απαγορεύτηκε η είσοδος στον χώρο στις χώρες Σένγκεν.
Στις 26 Οκτωβρίου 2015, το ΜΟΕ Κρήτης με σχετικό αίτημα ζήτησε να εμφανιστεί ο προσφεύγων στην επικείμενη ακροαματική διαδικασία. Ωστόσο, το αίτημα αυτό δεν μπόρεσε να διαβιβαστεί στον προσφεύγοντα, διότι δεν είχε διορίσει νέο δικηγόρο και είχε δηλώσει ελλιπή διεύθυνση κατοικίας στην Τυνησία.
Την 1η Νοεμβρίου 2015, το ΜΟΕ Κρήτης απέρριψε την έφεση λόγω μη εμφάνισης του προσφεύγοντος στο δικαστήριο.
ΔΙΑΤΑΞΗ
Άρθρο 2 του 7ου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την πάγια αρχή του ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο αντανακλά την εξέχουσα θέση που κατέχει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη σε μια δημοκρατική κοινωνία, απαιτεί ότι, όταν υφίσταται δικαίωμα επανεξέτασης βάσει του άρθρου 2 του 7ου Πρωτοκόλλου, αυτό πρέπει να είναι αποτελεσματικό με τον ίδιο τρόπο όπως το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ.
Στην προκειμένη υπόθεση, η έφεση του προσφεύγοντος κατά της απόφασης της 17ης Φεβρουαρίου 2010 δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόφασή του περί μη χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος. Κατά συνέπεια, η πρωτόδικη ποινή κάθειρξης που του επιβλήθηκε εκτελέστηκε αμέσως.
Αν και η έλλειψη αιτιολογίας για την μη αναστολή της πρωτόδικης ποινής μέχρι να εκδικαστεί η ασκηθείσα έφεσή του μπορούσε να εγείρει ανησυχίες, το μέτρο αυτό, από μόνο του, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως παραβίαση της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, η πρώτη δικάσιμος για εκδίκαση της έφεσης είχε προγραμματιστεί για 30 Ιανουαρίου 2014, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την καταδίκη του προσφεύγοντος στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Επιπλέον, ο προσφεύγων παρέστη στην ακροαματική διαδικασία, η οποία στη συνέχεια αναβλήθηκε για 13 Νοεμβρίου 2014 λόγω απουσίας βασικών μαρτύρων κατηγορίας. Η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στις αρχές, καθώς ο προσφεύγων δεν είχε καμία συμμετοχή στην πρόκληση ή την αποτροπή της.
Λαμβάνοντας υπόψη την ήδη υπερβολική διάρκεια της φάσης αυτής της διαδικασίας και ελλείψει ανασταλτικού αποτελέσματος στην εκτέλεση της ποινής, το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της Κυβέρνησης σχετικά με την έλλειψη της ιδιότητας του θύματος στον προσφεύγοντα.
Η επόμενη ακροαματική διαδικασία αναβλήθηκε λόγω της αδυναμίας του προσφεύγοντος να επικοινωνήσει με τον συνήγορό του. Ωστόσο, ο συνολικός προγραμματισμός των ακροαματικών διαδικασιών καθυστέρησε υπερβολικά, με αποτέλεσμα η εκδίκαση της έφεσης να πραγματοποιηθεί τελικά την 1η Νοεμβρίου 2015, περίπου επτά μήνες μετά την υφ΄όρον απόλυση από τις φυλακές του προσφεύγοντος στις 6 Μαρτίου 2015.
Συμπερασματικά, οι εθνικές αρχές δεν πραγματοποίησαν ακροαματική διαδικασία για την εκδίκαση της ασκηθείσας έφεσης για σχεδόν έξι χρόνια, από τις 17 Φεβρουαρίου 2010 έως την 1η Νοεμβρίου 2015, διάστημα κατά το οποίο ο προσφεύγων είχε ήδη εκτίσει την ελάχιστη διάρκεια της ποινής του και του είχε χορηγηθεί υφ΄όρον απόλυση.
Το Δικαστήριο σημείωσε περαιτέρω ότι η αποφυλάκιση του προσφεύγοντος βασίστηκε στο άρθρο 105Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας – το οποίο διέπει τις ρυθμίσεις για την εκτέλεση των ποινών – και ιδίως στο γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε ήδη εκτίσει τα 3/5 της ποινής του.
Δεδομένου ότι η Σύμβαση αποσκοπεί στην προστασία δικαιωμάτων που είναι πρακτικά και αποτελεσματικά, και όχι θεωρητικά ή απατηλά (βλ. García Manibardo κατά Ισπανίας, αριθ. 38695/97 § 43), το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε εκείνο το στάδιο, αφού ο προσφεύγων είχε ήδη εκτίσει τα 3/5 της ποινής του και του είχε χορηγηθεί υφ’ όρον απόλυση, η επανεξέταση της υπόθεσης μέσω της εκδίκασης της έφεσης δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τυχόν αστοχίες ή ελλείψεις της πρωτόδικης απόφασης.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο θεώρησε περιττό να εξετάσει περαιτέρω τις πρόσθετες δυσκολίες που αντιμετώπισε ο προσφεύγων συμπεριλαμβανομένης της άμεσης απέλασής του μετά την αποφυλάκισή του – η οποία έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εκδίκαση της έφεσης του ήταν ακόμη εκκρεμής – ή της επακόλουθης απόρριψης της έφεσης του λόγω της ακούσιας απουσίας του.
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2 του 7ου Πρωτοκόλλου.
Δίκαιη Ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα 7.000 ευρώ για ηθική βλάβη.